*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ
~.~
«Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο», μαθαίναμε στο πρώτο μας αρχαιοελληνικό κείμενο, την Κύρου Ανάβασιν του Ξενοφώντα. Και ναι μεν δεν έχω τη μνήμη του πρωτότοκου, του Αρταξέρξη, θυμάμαι όμως εκείνη την πρώτη μου ανάβαση στο Παρίσι τον Φλεβάρη του 1978. Άρτι αφιχθείς, νέος φοιτητής, ήθελα να μπω να φάγω για μεσημέρι στο φοιτητικό εστιατόριο, και δεν μπορούσα. Το Διεθνές Σπίτι (Maison Internationale) της Πανεπιστημιούπολης βρίσκεται πρώτο πίσω απ’ το βουλεβάρτο του Ζουρντάν και μπροστά από την λεωφόρο Ροκφέλλερ. Δυό αντιμαχόμενες ομάδες –ορδές μάλλον– έκλειναν την είσοδο, οι μεν στους δε. Μαυρίλα στα γένια, στα πρόσωπα, στα ρούχα οι μεν, πιο ξυρισμένοι οι δε. Φωνές, συνθήματα, σπρωξίματα, ελαφρό ξύλο ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα, τουλάχιστον για ένα μήνα.
Αναρωτιόμουν να μάθω τί είχε συμβεί, ποιοι ήσαν οι ευγενείς νέοι. Είχε ξεκινήσει η Ιρανική ή αλλιώς Ισλαμική επανάσταση στην πάλαι ποτέ Περσία. Μέσα στο Σπίτι ήσαν μάλλον οι του καθεστώτος Παχλεβί, απ’ έξω προσπαθούσαν να μπουν οι «ουλεμάδες» του Αγιατολάχ. Μετά από λίγους μήνες, με την επικράτηση των ισλαμιστών, ηρέμησε η κατάσταση, τουλάχιστον στην Πανεπιστημιούπολη. Όμως ένας φόβος πλανιόταν πάνω στα όμορφα εκείνα φύλα. Η Σερίν ήταν μια ευειδής φοιτήτρια η οποία συνέτρωγε στην εστία. Όσες φορές τόλμησε να σε κοιτάξει μ’ εκείνα τα καλομέλανα μάτια, δεν μπόρεσες να την πλησιάσεις περισσότερο. Ποιος ξέρει πού και πώς να κατέληξε, με μαντήλα ή χιτζάμπ μαύρο ολόσωμο; – αλίμονο! Έβλεπα πριν λίγο καιρό με θαυμασμό, μετά από σαράντα πέντε χρόνια, εύμορφες Ιρανές ν’ ανάβουν το τσιγάρο τους απ΄την καιόμενη φωτογραφία εκείνου του «συχωρεμένου» Αγιατολάχ – με κίνδυνο της ζωής τους. Κι έπειτα ποιες από αυτές τις μάνες, με χιτζάμπ ή τσιγάρο στο στόμα, κλάψανε τώρα τ’ αδικοσκοτωμένα κορίτσια τους; Ο πόνος δεν είναι ίδιος;
Πώς, πότε τελειώνει ένα ιστορικό διανυσματικό ευθύγραμμο τμήμα; Ή μήπως πρόκειται για ευθεία, αν έχει εν γένει αυτό το σχήμα; Σε ποια ημερομηνία τελειώνει μια αφήγηση, αν όχι σ΄εκείνη της δημοσίευσής της; Πριν πέσει σε οριστική νεκροφάνεια.
Ο πρώην σάχης ετελεύτησε τη ζωή του στο Κάιρο. Ετοιμάζουν τώρα τον διάδοχο υιό που γαλουχήθηκε από δεκαεπτά χρονώ νεανίας στα δυτικά πρότυπα, ή στα νάματα του Μίδα – ως προς τον χρυσό και τα γαϊδουρινά αυτιά. Αλλά και ο δικός μας βασιλεύς ο Γεώργιος Β΄κατέφυγε από την Κρήτη στην Αίγυπτο, στην Κατοχή, πριν φύγει για το ασφαλέστερο Λονδίνο. Τι τραβάει όλους τους ελέω Θεού γαλαζοαίματους στη χώρα του Ρα, δεν έχω ακόμα αντιληφθεί. Πάντως από τα τρία δώρα, κρατάνε όλοι αυτοί, τον χρυσό – και τον μαύρο αντίστοιχο. Όμως Εκείνος, με γαϊδουράκι κατέφυγε εκεί.
///
Ο Μπέναμ είναι ένας πανέξυπνος, ιρανικής καταγωγής, καθηγητής στην Βόρεια Καρολίνα. Μπήκε γρήγορα στο νόημα της αμερικανικής χρηματοοικονομικής πραγματικότητας κι έστησε το καλύτερο ινστιτούτο στον τομέα του. Δημιούργησε ένα “Συμβουλευτικό Συμβούλιο Βιομηχανίας” στο οποίο συμμετέχουν οι μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου, με το αζημίωτο βέβαια. Μεταξύ αυτών ήταν και η δική μας η γερμανική, με ερευνητικό πρόγραμμα δέκα εκατομμυρίων. Φέρνοντας πακτωλό χρημάτων στο Πανεπιστήμιο, έχουν ξεχάσει την καταγωγή του – ελπίζω ακόμα.
«Είχαμε παλιά, κάποια θέματα με τους Έλληνες εκεί στον Μαραθώνα, τώρα όμως ποιος να θυμάται τι και πώς;» μου είπε με το πάντα λεπτό χιούμορ του. Το ταξίδι στην Αμερική κάθε δυό μήνες, ήταν άλλου είδους Κύρου ανάβασις. Κάποια στιγμή μ’ έκαναν επισκέπτη καθηγητή, περισσότερο για να καλοπιάσουν την εταιρεία· τη γνώμη μου όμως την άκουγαν με τ’ αυτιά του Μίδα.
Κάποια στιγμή του λέω, «Μπέναμ, δεν μου βρίσκεις μια θέση, να μην πηγαινοέρχομαι και να τελειώσω την καριέρα μου εδώ;». Στο ίδιο Πανεπιστήμιο ήταν καθηγητής ο ανιψιός του ναυάρχου μου στο Ναυτικό. Επιστήμονας-κορυφή στον τομέα του ο Α., παγκοσμίως γνωστός ειδικός ενός φυσικού υλικού. Λόγω συνάφειας είχαμε γνωριστεί κι από τότε «δεθεί». Παράλληλα ασχολείτο με το χόμπυ του, ένα χρηματιστήριο – όχι αξιών αλλά πρώτων υλών. «Πούλησα χθες, μου έλεγε, ένα καράβι χαλκό· έβγαλα δέκα χιλιάδες δολάρια».
Έρχεται μετά από κάτι μήνες ο Μπέναμ, όταν ξαναειδωθήκαμε, μου λέει: «Μίλησες με τον Α.;». «Όχι, για ποιο πράγμα;», τον ρωτώ. «Του πρότεινα να σου φτιάξουμε μια θέση, μισή-μισή. Μισή στο Ινστιτούτο μου και μισή στη Σχολή του Α. Μίλησέ του». Όταν το ανέφερα στον Έλληνα, τον φίλο, τον μεγάλο καθηγητή κι επιστήμονα, τον Α., μου απάντησε γελώντας ειρωνικά, υποτιμητικά: «Χα-χαα, ήρθε ο Μπέναμ και μου πρότεινε το και το… Ποιος, ρε συ ο Μπέναμ…». Μείναμε από τότε «φίλοι» με τον Α. Έχει μάλιστα εγκατασταθεί μετά την πλούσια εξ Αμερικής συνταξιοδότησή του, στα πάτρια εδάφη. Αυτού του έλειψαν, τόσα χρόνια στον Καναδά, στην Αμερική. Πόσο «Έλληνας» είναι ακόμα;
«Άπατρις», δεν είναι ιδιότητα ούτε χαρακτηρισμός. Είναι πληγή.
///
Όταν πέθανε ο θείος Πέτρος ξαφνικά, η θεία Μαρία φοβόταν να μείνει μόνη της. Κι ας ήταν ακόμα σχετικά νέα. Βρήκε μια εξαιρετική, καλόγνωμη γυναίκα από την Κρήτη, τη Γεωργία. Έμεινε μαζί της χρόνια, μέχρι που αποφάσισε εκείνη να γυρίσει στην Κρήτη. Τελικά μάλιστα, έφυγε η Γεωργία απ’ την ζωή πριν τη θεία Μαρία.
Η Γεωργία είχε μια αδερφή την Ασπασία, το ίδιο καλόβουλη κι αγνή Κρητικοπούλα. Από μικρή στη δουλειά να βιοποριστεί, στην υπηρεσία άλλων. Βρέθηκε κάποτε στη δεκαετία του ’70 –πώς;– στην γερμανική πρεσβεία στο Τελ Αβίβ, στο Ισραήλ. Ως υπηρετικό προσωπικό. Ο πρώτος γραμματέας της πρεσβείας είναι ο υπεύθυνος των πληροφοριών –της Υπηρεσίας Πληροφοριών– της κάθε χώρας. Συστήθηκε η Ασπασία στον Γερμανό πρώτο γραμματέα· βλέπει του έλειπε ένα χέρι. Τη ρώτησε αυτός, «από πού είσαι;». Μόλις άκουσε ότι ήταν απ’ την Κρήτη, την άλλη μέρα την έδιωξε κακήν κακώς. Είχε κρεμαστεί, πέφτοντας με το αλεξίπτωτο κοντά στο Μάλεμε, σ’ ένα δέντρο.
Μονόχειρας, μας διηγιόταν ο αδερφός της μάνας, ήταν κι ο ιδιαίτερα βάρβαρος υπολοχαγός των ναζί στο μπλόκο του Χαλανδρίου. Αυτός που φωτογράφισε την αγέρωχη, υπερήφανη ματιά των διακοσίων μελλοθανάτων πατριωτών πριν την εκτέλεσή τους στην Καισαριανή, είχε δύο χέρια. Το βλέμμα του ήταν άδειο, θολό.
Πόσα δρεπάνια χρειάζονται ακόμα της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ; Δρεπανηφόρε Χάροντα, τελείωνε το έργο σου! Αρχάγγελε Μιχαήλ, φλόγισε τη ρομφαία σου.
///
Κι έπειτα, έρχεσαι εδώ που κατοικείς. Τα χρήματα που σου χρωστά το ελλαδικό κράτος δεν έρχονται. Περιμένεις –άτοκα βέβαια– πάνω από τρία χρόνια. Τα φροντιστήρια των παιδιών να τρέχουν. Ο φίλος σου ο παιδικός είναι αρχικά κοντά σου. Αλλά δεν φθάνει. Έρχεται ο γείτονας ο Πάουλ, σου λέει: «Εγώ θα σου δώσω, τόσα» – ένα πενταψήφιο ποσό. Έρχεται ο φίλος ο Κλάους: «Πες μου, αν χρειαστείς». Ο φίλος ο Γιόργκ, ο δικηγόρος, δίπλα σου για όποια νομική συμβουλή. Η Καταρίνα, ο γιοι της. Στην Ιταλία, ο γείτονάς σου ο Τζουλιάνο είναι πάντα εκεί: να σκάψει να σου φτιάξει την αποχέτευση, το τζάκι, την κληματαριά…
Ο Μπέναμ, ο Πάουλ, ο Κλάους, ο Γιόργκ, ο Μπόρις, ο Γιόναθαν, ο Τζουλιάνο. Είναι οι παλιοί εχθροί, οι νέοι φίλοι; Μήπως όμως θέλει ακόμα προσοχή; Από πού να πρωτοπροστατευθεί κανείς; Απ’ τη Δύση, την Ανατολή, τον Βορρά, τον Νότο; Από την ίδια την πατρίδα;
Γιατί εκείθεν από την Μεσοποταμία ως την Μεσόγειο –από τότε που απέσβετο το λάλον ύδωρ της Εκκλησίας του Δήμου–, προφήτες, μουλάδες, πάσης φύσεως καλογέροι, μας έχουν γδάρει το δέρμα – και το πνεύμα. Γυμνοί γυρνάμε, με χέρια γυμνά γυρεύουμε τη μέσα μας πηγή.
~.~
ΣΠΑΝΙΕΣ ΓΑΙΕΣ
γράφει ο Γιώργος Τόσκας
*
*
*
