Immanuel Kant, Ο χαρακτήρας του φύλου

*

Εισαγωγικό σημείωμα – Μετάφραση – Σχόλια
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~.~

Η Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική (Anthropologie in pragmatischer Hinsicht) είναι το τελευταίο έργο του Ιμμάνουελ Καντ, το οποίο εξέδωσε ο ίδιος (1798). Προέκυψε από τα μαθήματα που παρέδιδε ο Καντ για το αντικείμενο τούτο στο Πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης (Königsberg, το σημερινό Κaliningrad), από το έτος 1772/73 έως το 1795/96, στηριζόμενος στα καλύτερα συγγράμματα εμπειρικής ψυχολογίας και πρακτικής φιλοσοφίας της εποχής του, αλλά και στις απέραντες γνώσεις του στα πεδία των επιστημών και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αρχαίας και νεότερης. Η σημασία και η αξία του έργου αναγνωρίζεται καθολικά και διεθνώς, όχι μόνο μέσα στα όρια της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Θεωρείται από τα θεμελιακά έργα του κλάδου της Ανθρωπολογίας, και μάλιστα τόσο της φιλοσοφικής όσο και της εμπειρικής και επιστημονικά τεκμηριωμένης. Ως προς το περιεχόμενό του, καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τους κλάδους της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, της ηθικής, της ψυχολογίας, εν μέρει και της κοινωνιολογίας.[1]

Η Ανθρωπολογία αποτελείται, εκτός από τον πρόλογο, από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο μέρος («Ανθρωπολογική διδακτική») αποτελείται από τρία βιβλία, ακολουθώντας τη –γνωστή από άλλα έργα του Καντ, ιδίως την Κριτική της κριτικής δύναμης– διαίρεση των ανθρώπινων ψυχικών ή πνευματικών δυνάμεων στις γνωστικές ικανότητες, το συναίσθημα της ηδονής και της δυσαρέσκειας και το επιθυμητικό. Το δεύτερο μέρος (η «Ανθρωπολογική χαρακτηρολογία») πραγματεύεται τον χαρακτήρα του προσώπου, του φύλου, του λαού, της φυλής και του ανθρώπινου γένους. Το τμήμα που παρουσιάζουμε εδώ πραγματεύεται τον «χαρακτήρα του φύλου», δηλ. τα χαρακτηριστικά ή ιδιάζοντα γνωρίσματα των δύο φύλων, καθώς και τις  διαφορές και τις σχέσεις τους.[2]

Εκ πρώτης όψεως, η Ανθρωπολογία παρουσιάζει αδιανόητη πληθώρα θεμάτων και διάσπαρτων παρατηρήσεων. Εντούτοις, εγγύτερη εξέταση αποκαλύπτει μια υποκείμενη συστηματικότητα, συνάφεια και συνοχή. Χαρακτηριστικό της δομής της Ανθρωπολογίας είναι λ.χ. ότι κανονικά, μετά τη θεωρητική παρουσίαση του κάθε θέματος (συνήθως με ορισμούς), ακολουθούν εμπειρικές παρατηρήσεις και διασαφήσεις με παραδείγματα από τη ζωή, την κοινωνία, την ιστορία ή τη λογοτεχνία.

Ειδικότερα, η ανθρωπολογία αποτελεί το εμπειρικό υπόβαθρο και σύστοιχο, δηλ. το εμπειρικό και εφαρμοσμένο μέρος της πρακτικής και ηθικής φιλοσοφίας. Εκθέτει την εμπειρική ψυχολογία, στηριγμένη σε διεξοδική ανάλυση των ψυχικών ή πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου: των γνωστικών ικανοτήτων, του συναισθήματος της ηδονής ή ευχαρίστησης και της δυσαρέσκειας ή λύπης, καθώς και του επιθυμητικού ή της θέλησης. Παρουσιάζει εκτεταμένες αναλύσεις των διαφορετικών «χαρακτήρων» (χαρακτηριστικών) των ιδιοσυγκρασιών, των φύλων, των λαών και των φυλών με αφάνταστη πληθώρα περιγραφών και παρατηρήσεων, οι οποίες στηρίζονται λ.χ. στην ιστορία, στη λογοτεχνία και στην εμπειρία. Τέλος, προσφέρει μια σύνοψη της φιλοσοφίας της ιστορίας του Καντ. Η Ανθρωπολογία προσφέρει εκτεταμένο και ανεκτίμητο υλικό για μια νέα προσέγγιση και κατανόηση του ανεξάντλητου κριτικού έργου του. Δίχως υπερβολή, αποτελεί, στην ωριμότερη ώρα του Διαφωτισμού, τον κορυφαίο πρόδρομο και πρωτοπόρο της εμπειρικής θεμελίωσης των κοινωνικών επιστημών και των «επιστημών του ανθρώπου». Σε αντίθεση με τη συχνά στριφνή και δύσβατη γλώσσα των συστηματικών κύριων έργων του Καντ, η Ανθρωπολογία είναι γραμμένη σε μια γλώσσα πολύ πιο γλαφυρή, εποπτική, ζωντανή και κατανοητή. Σωστά λέει ο Ε. Π. Παπανούτσος (βαθύς γνώστης του Καντ και, με τον τρόπο του, Νεοκαντιανός ο ίδιος) ότι ο σοφός δάσκαλος της Καινιξβέργης «άμα ήθελε, μπορούσε να γράφει (όπως άλλωστε και μιλούσε στις παραδόσεις του) όχι μόνο με εμβρίθεια, αλλά συνάμα με χάρη και χιούμορ».[3]

Περιττό να επισημάνουμε ότι, παρ’ όλη την εμπειρική τεκμηρίωση και τον έλλογο χαρακτήρα της, η Ανθρωπολογία φέρει εμφανή και έντονα τα σημάδια της ιστορικής εποχής και της κοινωνίας της. Τόσο σε κεντρικά ζητήματα όσο και σε αμέτρητο πλήθος επιμέρους παρατηρήσεων οι θέσεις και οι απόψεις του Καντ είναι χρωματισμένες ή βεβαρημένες από τις αντιλήψεις του καιρού και του τόπου του. Ελάχιστα δείγματα: οι «ασκητικές»  συμβουλές προς τους νέους για τη χαλιναγώγηση των τωρινών επιθυμιών τους χάριν του μακροπρόθεσμου και απώτερου οφέλους (7:165, 7:237)· οι απόψεις για τις ιδιοσυγκρασίες, τις γυναίκες, τις σχέσεις των δύο φύλων, τους χαρακτήρες και την ψυχολογία των λαών κ.α. Οι αντιλήψεις αυτές του Καντ επικρίνονται συχνά, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες, ως προκατειλημμένες, συντηρητικές ή ευρωκεντρικές,  και αναμφίβολα, σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές. Επιβάλλεται όμως να επισημάνουμε ότι δεν αποτελούσαν απλώς προκαταλήψεις και στερεότυπα του μορφωμένου αστού ακαδημαϊκού της εποχής του Καντ,[4] αλλά ήταν και οι διαδεδομένες, «κανονικές» και κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις έως τουλάχιστον τα τέλη του 19ου αι ή και τα μέσα του 20ού αι.[5] Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι πρόκειται για εμπειρικές και «παράγωγες» παρατηρήσεις, που εξηγούνται ιστορικά και πολιτισμικά, και οι οποίες μάλιστα αντιβαίνουν ουσιωδώς σε θεμελιώδεις κανονιστικές αρχές της καντιανής φιλοσοφίας, λ.χ. στην καθολικότητα και οικουμενικότητα των ηθικών αρχών, καθώς και στον απόλυτο σεβασμό της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και των δικαιωμάτων του.[6]  Για μιαν ακόμη φορά επιβεβαιώνεται το βαθύ απόφθεγμα του Χέγκελ: «Ούτως ή άλλως, καθένας είναι τέκνο της εποχής του· έτσι και η φιλοσοφία είναι η εποχή της, την οποία έχομε συλλάβει σε σκέψεις».[7]

///

Ο χαρακτήρας του φύλου

Σε όλες τις μηχανές με τις οποίες πρέπει να επιτευχθεί με μικρή δύναμη το ίδιο έργο που μπορεί με άλλες μηχανές με μεγάλη δύναμη, πρέπει να υπάρχει τέχνη. Γι’ αυτό μπορούμε να δεχθούμε ήδη εκ των προτέρων: ότι η πρόνοια της φύσης θα έχει θέσει περισσότερη τέχνη κατά την οργάνωση του γυναικείου μέρους από όση κατά την οργάνωση του ανδρικού, επειδή εξόπλισε τον άνδρα με μεγαλύτερη δύναμη από όσο την γυναίκα, ώστε να συνευρεθούν στη εσώτατη σωματική συνένωση, αλλά συνάμα και ως έλλογα όντα, ώστε να φέρουν σε πέρας τον σπουδαιότερο σκοπό της φύσης, δηλαδή τη διατήρηση του είδους. Επιπλέον, με την ιδιότητα τούτη (ως έλλογα ζώα) τους εξόπλισε με κοινωνικές κλίσεις, ώστε να κάμει τη γενετήσια κοινότητά τους διαρκή σε έναν οικογενειακό δεσμό.

Για την ενότητα και το αδιάλυτο ενός δεσμού δεν αρκεί η τυχαία συνεύρεση δύο προσώπων∙ το ένα μέρος έπρεπε να υποτάσσεται στο άλλο και να είναι αμοιβαίως ο ένας υπέρτερος από τον άλλο σε κάποιο σημείο, ώστε να μπορεί να τον κυριαρχεί ή να τον κυβερνά. Πράγματι, όταν υπάρχει ισότητα των αξιώσεων δύο ατόμων που δεν μπορεί να στερηθεί το ένα το άλλο, η φιλαυτία δεν προκαλεί παρά μόνο φιλονικία.  Στην εξέλιξη του πολιτισμού πρέπει κάθε μέρος να υπερτερεί του άλλου με ετερογενή τρόπο: ο άνδρας υπερτερεί της γυναίκας λόγω της σωματικής ικανότητας και του θάρρους του, αλλά η γυναίκα υπερτερεί του άνδρα λόγω του φυσικού χαρίσματός της να γίνεται κύρια της κλίσης του άνδρα γι’ αυτήν∙  αντιθέτως, κατά την απολίτιστη κατάσταση η υπεροχή βρίσκεται μονάχα από την πλευρά του άνδρα. – Για τούτο, στην ανθρωπολογία η γυναικεία ιδιαιτερότητα αποτελεί αντικείμενο μελέτης του φιλοσόφου περισσότερο από εκείνη του ανδρικού φύλου. Στην άγρια φυσική κατάσταση δεν μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τη γυναικεία ιδιαιτερότητα, όπως δεν μπορεί να γνωρίσει εκείνη των άγριων μήλων και των άγριων αχλαδιών, τα οποία αποκαλύπτουν τη διαφορετικότητά τους μόνο μέσω του μπολιάσματος ή του ενοφθαλμισμού∙ πράγματι, ο πολιτισμός δεν εισάγει τις γυναικείες αυτές ιδιότητες, αλλά μονάχα τους δίδει την αφορμή να αναπτυχθούν και να γίνουν αναγνωρίσιμες κάτω από ευνοϊκές συνθήκες.

Οι γυναικείες ιδιαιτερότητες λέγονται αδυναμίες. Αστειεύονται γι’ αυτές∙ οι ανόητοι κάνουν χωρατά μ’ αυτές, αλλά οι έλλογοι άνθρωποι βλέπουν πολύ καλά ότι οι ιδιαιτερότητες αυτές ακριβώς είναι οι μοχλοί για να κατευθύνουν οι γυναίκες τον ανδρισμό και να τον χρησιμοποιούν για την πρόθεσή τους εκείνη [την αναπαραγωγή]. Είναι εύκολο να διερευνήσει κανείς τον άνδρα, η γυναίκα δεν αποκαλύπτει το μυστικό της, μολονότι δεν φυλάσσει καλά τα μυστικά των άλλων ανθρώπων (λόγω της φλυαρίας της). Ο άνδρας αγαπά την οικιακή ειρήνη και υποτάσσεται πρόθυμα στην κυριαρχία της γυναίκας, αρκεί μονάχα να μην παρεμποδίζεται στις δουλειές του∙ η γυναίκα δεν φοβάται τον πόλεμο στο σπίτι, που τον διεξάγει με τη γλώσσα, και χάριν του οποίου η φύση της έδωσε φλυαρία και ευσυγκίνητη ομιλητικότητα, η οποία αφοπλίζει τον άνδρα. Εκείνος στηρίζεται στο δικαίωμα του ισχυροτέρου να διατάζει στο σπίτι, διότι πρέπει να το προστατεύει έναντι των εξωτερικών εχθρών∙ εκείνη στηρίζεται στο δικαίωμα του ασθενέστερου, να προστατεύεται από τον αρσενικό σύντροφο εναντίον των ανδρών, και αφοπλίζει τον άνδρα με δάκρυα απόγνωσης, καθώς του επιρρίπτει έλλειψη μεγαλοψυχίας.

Στην άγρια φυσική κατάσταση τα πράγματα είναι βέβαια διαφορετικά. Εδώ η γυναίκα είναι οικόσιτο ζώο. Ο άνδρας προχωρεί μπροστά με όπλα στο χέρι, και η γυναίκα τον ακολουθεί φορτωμένη με την αποσκευή τα υπάρχοντα του οίκου του. Αλλά ακόμα και εκεί, όπου ένα βαρβαρικό πολιτικό πολίτευμα καθιστά νόμιμη την πολυγαμία, η περισσότερο ευνοούμενη γυναίκα γνωρίζει να αποκτά την κυριαρχία του άνδρα της στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της (που λέγονται χαρέμι), και αυτός δυσκολεύεται πραγματικά να βρει μιαν ανεκτή ησυχία μέσα στη διαμάχη πολλών γυναικών να γίνουν η μία (που θα πρόκειται να τον κυριαρχεί).

Στην πολιτική κατάσταση η γυναίκα δεν παραδίδεται στις ορέξεις του άνδρα χωρίς γάμο και μάλιστα χωρίς μονογαμία∙ όπου, όταν ο εκπολιτισμός δεν έχει αναπτύξει τις εκδηλώσεις φιλοφροσύνης[8] έως το σημείο της γυναικείας ελευθεριότητας  (ώστε να έχουν δημόσια και άλλους άνδρες εκτός από τον έναν [το σύζυγο] ως εραστές), ο άνδρας τιμωρεί τη γυναίκα του που τον απειλεί με αντεραστή.*[9] Όταν όμως η φιλοφροσύνη έχει γίνει μόδα και η ζήλεια είναι γελοία (όπως άλλωστε αυτό δεν υστερεί να συμβεί στην εποχή της πολυτέλειας), τότε αποκαλύπτεται ο γυναικείος χαρακτήρας: δηλ. να προβάλλει αξίωση για την ελευθερία, με την εύνοιά της προς τους άνδρες και συγχρόνως για την κατάκτηση ολόκληρου του ανδρικού φύλου.- Η κλίση τούτη, μολονότι έχει κακή φήμη, αποκαλούμενη κοκεταρία, εντούτοις δεν στερείται έναν πραγματικό λόγο της δικαιολόγησης. Πράγματι, μια νέα γυναίκα διατρέχει βέβαια πάντοτε τον κίνδυνο να μείνει χήρα, και σ’ αυτό οφείλεται ότι διαχέει τα θέλγητρά της σε όλους τους ικανούς για γάμο άνδρες, σύμφωνα με τις περιστάσεις της τύχης, ώστε, αν συμβεί το μοιραίο, να μην της λείψουν οι υποψήφιοι μνηστήρες.

Ο Πόουπ (Pope) πιστεύει πως μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει το γυναικείο φύλο (εννοείται, το καλλιεργημένο μέρος του) από δύο στοιχεία: την κλίση να κυριαρχεί και να διασκεδάζει. – Λέγοντας όμως διασκέδαση πρέπει να εννοήσομε όχι την οικογενειακή αλλά τη δημόσια, όπου η γυναίκα μπορεί να εμφανισθεί και να διακριθεί με τρόπο που να την ευνοεί∙ οπότε άλλωστε η δεύτερη κλίση της [η διασκέδαση] απορροφάται από την πρώτη, δηλαδή: να μην υστερεί κατά την αρέσκεια από τις ανταγωνίστριές της, αλλά ει δυνατόν να τις υπερνικά όλες με το γούστο της και τα θέλγητρά της. – Αλλά και η κλίση που αναφέρθηκε πρώτη [το να  κυριαρχεί], όπως και οι κλίσεις γενικά, δεν είναι κατάλληλες να χαρακτηρίζουν εν γένει μια τάξη ανθρώπων ως προς τη συμπεριφορά τους έναντι των άλλων. Πράγματι, η κλίση για εκείνα που μας ευνοούν είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους, άρα και η κλίση να κυριαρχούμε, όσο μας είναι δυνατόν∙ για τούτο η κλίση αυτή δεν χαρακτηρίζει. – Όμως, το γεγονός ότι το φύλο τούτο βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με το ίδιο φύλο, ενώ αντιθέτως είναι σε αρκετά καλή συνεννόηση με το άλλο φύλο, θα μπορούσε μάλλον να θεωρηθεί πως ανήκει στον χαρακτήρα του φύλου αυτού, εάν δεν ήταν μονάχα η φυσική συνέπεια του ανταγωνισμού να κερδίσει η μία γυναίκα από την άλλη το πλεονέκτημα στην εύνοια και στην υποταγή των ανδρών. Οπότε η κλίση να κυριαρχούν οι γυναίκες είναι ο πραγματικός στόχος, ενώ η δημόσια διασκέδαση, μέσω της οποίας διευρύνεται το περιθώριο δράσης των θελγήτρων τους, δεν είναι παρά μόνο το μέσον να προσδώσουν αποτελεσματικότητα στην κλίση εκείνη.

Μπορούμε να επιτύχομε τον χαρακτηρισμό του φύλου αυτού μόνο με το να χρησιμοποιήσομε ως αρχή όχι αυτό που θέτομε εμείς ως σκοπό, αλλά εκείνο που ήταν σκοπός της φύσης κατά την οργάνωση των θηλυκών χαρακτηριστικών∙ και καθώς ο σκοπός αυτός, έστω και διαμέσου της ανοησίας των ανθρώπων, εντούτοις, σύμφωνα με την πρόθεση της φύσης, πρέπει να είναι σοφία, για τούτο και οι εικαζόμενοι αυτοί σκοποί της φύσης θα δύνανται να χρησιμεύουν ώστε να εξακριβώσομε και την αρχή του χαρακτηρισμού των γυναικών, κάτι που δεν εξαρτάται από την επιλογή μας αλλά από μιαν υψηλότερη πρόθεση για το ανθρώπινο γένος. Οι σκοποί αυτοί είναι: 1) Η διατήρηση του είδους, 2) Η καλλιέργεια της κοινωνίας και ο εκλεπτυσμός της μέσω της θηλύτητας.

Ι. Όταν η φύση εμπιστεύθηκε στον γυναικείο κόλπο το ακριβότερο εχέγγυό της, δηλαδή το [ανθρώπινο] είδος στο έμβρυο, μέσω του οποίου επρόκειτο το [ανθρώπινο] γένος να αναπαράγεται και να διαιωνίζεται, κατά κάποιον τρόπο φοβήθηκε για τη διατήρηση του είδους και φύτεψε το φόβο αυτόν στη φύση της, ειδικότερα το φόβο για τους σωματικούς τραυματισμούς και τη δειλία για παρόμοιους κινδύνους∙ με την αδυναμία αυτή το γυναικείο φύλο αξιώνει νομίμως από το ανδρικό την προστασία του.

ΙΙ. Επειδή η φύση ήθελε να εμφυσήσει και τα πιο λεπτά αισθήματα που ανήκουν στον πολιτισμό, δηλαδή εκείνα της κοινωνικότητας και της ευπρέπειας, κατέστησε το γυναικείο φύλο κυρίαρχο του ανδρικού μέσω της χρηστότητας, της ευγλωττίας στον λόγο και στις χειρονομίες∙ έκαμε τη γυναίκα ενωρίς έξυπνη, με αξιώσεις για ήπια, ευγενή συμπεριφορά του ανδρικού φύλου απέναντί της, έτσι ώστε το φύλο αυτό βρέθηκε με τη δική του μεγαλοψυχία να έχει σκλαβωθεί ανεπαίσθητα από ένα παιδί, και μολονότι με τον τρόπο αυτόν δεν οδηγήθηκε ακριβώς προς την ίδια την ηθικότητα, πάντως προς εκείνο που είναι το ένδυμά της, δηλ. τη χρηστή ευπρέπεια, η οποία είναι η προετοιμασία και η σύσταση της ηθικότητας.

~.~

[1] Για την αποφυγή της ενδεχόμενης σύγχυσης, με τη λέξη Ανθρωπολογία (με πλάγια) θα δηλώνεται εδώ το βιβλίο Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, ενώ με τη λέξη ανθρωπολογία (με απλά και με πεζό το αρχικό α) θα εννοείται ο σχετικός φιλοσοφικός και επιστημονικός κλάδος.
[2] Η μετάφραση έγινε από το γερμανικό πρωτότυπο κατά την έκδοση των Απάντων του Καντ από την Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου (Kants gesammelte Schriften, G. Reimer [τώρα: W. de Gruyter], Βερολίνο 1900 κ.ε.), τ. 7, επιμέλεια Oswald Külpe, 1907), καθώς και τις εκδόσεις: I. Kant, Anthropologie in pragmatischer Hinsicht, επιμ. Karl Vorländer (6η έκδ. 1922), επιμ. Joachim Kopper /Rudolf Malter, Αμβούργο: F. Meiner, 7η έκδ. 1980· I. Kant, Anthropologie in pragmatischer Hinsicht,  επιμ. Reinhard Brandt, Αμβούργο: F. Meiner 2003. Βλ. το κεφάλαιο με τον «χαρακτήρα του φύλου», έκδοση Ακαδημίας, τόμ. 7, σελ. 303-311 (= 7:303-311).
[3] Βλ. τον Πρόλογο του μεταφραστή στο Immanuel Kant, Δοκίμια, εισαγωγή, μτφρ., σχόλια Ε. Π. Παπανούτσος, Αθήνα: Δωδώνη 1971, σ. 14. Για τη γλώσσα και το ύφος του Καντ, πρβλ. την Εισαγωγή του μεταφραστή στο Ιμμάνουελ Καντ, Επιλογή από το έργο του, εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση Κώστας Ανδρουλιδάκης, Αθήνα: Στιγμή 2008, σ. 12-19.
[4] Πρβλ. ιδίως την ανάλυση της «καθηγητικής αστικής αισθητικής» του Καντ από τον Pierre Bourdieu,  Η Διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, μτφρ. Κ. Καψαμπέλη, επιμ. Ν. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα: Πατάκης 2002.
[5] Μολονότι το θέμα είναι τεράστιο, αρκεί ίσως να διαβάσει κανείς τις σχετικές πραγματεύσεις στα σπουδαιότερα συγγράμματα της ηθικής φιλοσοφίας (με ειδικά κεφάλαια για την «ιδιαίτερη θέση» των γυναικών, των Εβραίων κοκ.) και της ψυχολογίας των λαών της εποχής. Πρβλ. ιδίως Friedrich Paulsen, System der Ethik mit einem Umriß der Staats- und Gesellschaftslehre, 2 τόμοι, Στουτγάρδη-Βερολίνο, Cotta, 7η έκδ., 1905· Wilhelm Wundt, Völkerpsychologie. Eine Untersuchung der Entwicklungsgesetze von Sprache, Mythus und Sitte, 10 τόμοι, Λειψία: Kröner, 3η έκδ. 1904–1920.   ??
[6] Πρβλ. τις συναφείς εύστοχες επισημάνσεις των Κώστα Μ. Σταμάτη, Κριτική θεωρία δικαιοσύνης. Θεμελίωση αρχών, Αθήνα: Σαββάλας 2011, σ. 199, και Φίλιππου Κ. Βασιλόγιαννη, Ολιγονομία, Αθήνα: Ευρασία 2023, σ. 375.
[7] G. W. F. Hegel, Grundlinien der Philosophie des Rechts (Βασικές γραμμές της φιλοσοφίας του Δικαίου), Πρόλογος (στο Χέγκελ, Πρόλογοι και Εισαγωγές, μτφρ., σχόλια, επίμετρο Παναγιώτης  Θανασάς, Ηράκλειο: ΠΕΚ 2021, σ. 194).
[8] Galanterie (γαλλικά στο πρωτότυπο, από τη λ. galant: εραστής, ερωμένος, αγαπητικός, ευνοούμενος, γαλάντης): φιλοφροσύνη, αβρότητα, αβροφροσύνη, λεπτότητα τρόπων, ευγένεια, ιπποτικότητα.
[9]* Ο παλιός θρύλος για τους Ρώσους: ότι οι γυναίκες υποψιάζονταν τους άνδρες τους πως τα έχουν με άλλες γυναίκες, όταν καμιά φορά δεν τις χτυπούσαν, θεωρείται συνήθως μύθος. Αλλά στα ταξίδια του Κουκ βρίσκομε ότι: Όταν ένας Άγγλος ναύτης είδε στην Ταϊτή έναν Ινδιάνο να τιμωρεί τη γυναίκα του, θέλησε να κάνει τον ιππότη  και κινήθηκε απειλητικά εναντίον του. [ΣτΜ: James Cook, Captain Cooks dritte und letzte Reise, oder Geschichte einer Entdeckungsreise nach dem stillen Ozean (Το τρίτο και τελευταίο ταξίδι του καπετάνιου Κουκ ή Ιστορία ενός εξερευνητικού ταξιδιού στον Ειρηνικό Ωκεανό), 1789.] Η γυναίκα στράφηκε επί τόπου κατά του Άγγλου, τον ρώτησε τι τον νοιάζει αυτό [και είπε]: Ο άνδρας [της] πρέπει να το κάνει αυτό! – Ομοίως θα διαπιστώσομε ότι, όταν η παντρεμένη γυναίκα φέρεται εμφανώς με ελευθεριότητα και ο άνδρας της δεν το προσέχει καθόλου, αλλά αντί γι’ αυτό της το ανταποδίδει με το να κάνει συντροφιές για ποτό και χαρτιά ή έχει σχέσεις με άλλες γυναίκες, τότε η σύζυγος καταλαμβάνεται όχι απλώς από περιφρόνηση αλλά και από μίσος∙ διότι η γυναίκα αντιλαμβάνεται από αυτά ότι ο άνδρας δεν της αποδίδει πια καμιά αξία και εγκαταλείπει αδιάφορος τη γυναίκα του σε άλλους, ώστε να «ξεψαχνίζουν το ίδιο κόκκαλο».

*

*

*