*
ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ἀπὸ τὴ μήτρα τοῦ ἑρμαφρόδιτου Πατίλη,
περιοδικὰ πολλά, ἱστολόγια, βιβλία,
πολλὴ καὶ διάφορη —ἐλαφρὰ ἢ βαρεία— ὕλη.
Ἀπ’ ὅλα ἕνα ἀπολαμβάνει ἀσυλία.
Εἶναι αὐτὸ ποὺ στὸ παλιὸ ἔβαλε «νέο».
Νέο ΑΦΜ, νέα διεύθυνση καὶ ὄψη.
Πιὸ βαρετὸ γραφιστικά, γι΄ ἄλλους ὡραῖο,
παιδὶ δίχως ὀμφάλιο λῶρο νἄχει κόψει.
Δὲν ἔχει ράφια, δὲν γουστάρει διαδρόμους·
βλέπει τὰ πράγματα αὐστηρά, μὰ καὶ σὰν πάρτι.
Μὲ αὐστηρὸ φέης κοντρόλ καὶ φαρδεῖς ὤμους
κι’ ὅποιος δὲν θέλει, ἂς δώσει κείμενα στὸν Χάρτη.
Γιατὶ στὰ σοῦπερ μάρκετ ἔχει ἀλλεργία.
Μὲ τὸ στανιὸ δὲν ἀναπτύσσονται οἱ παρέες.
Τὰ ἑτερόκλητα ἕλκονται δείχνει ἡ ἱστορία
καὶ μὲ τὸν διάλογο ἀναπτύσσονται οἱ ἰδέες.
Θ’ ἀπαριθμοῦσα τὰ όνόματα ἕνα-ἕνα,
ὅμως θὰ ξέχναγα κανέναν κι’ εἶναι κρίμα.
Μοῦ τελείωνει τὸ μελάνι ἀπ’ τὴν πέννα
καὶ τόσοι ποὖναι δὲν θὰ ἔβγαινε κι’ ἡ ρίμα.
Ὅσοι γνωρίζουν, ξέρουν ποιοί εἶν’ οἱ στηλοβάτες.
Ἀναρχικοί, κομμουνιστὲς τοῦ ἀμπεχώνου,
συντηρητοῦκλες μὲ δεμένες τὶς γραβάτες,
σοσιαλπρεκάριοι μὲ πεῖσμα ἡμιόνου,
οἱ φεμινίστριες, οἱ τροτσκιστές, οἱ νέοι
ποὺ ἐμπιστεύονται τὰ πρῶτα κείμενά τους,
οἱ χριστιανοί, οἱ ταξιδιῶτες, οἱ ἀκραῖοι,
οἱ νεοφορμαλιστὲς καὶ τὰ ἐπίμονά τους
τὰ μανιφέστα ποὺ μᾶς πρῆξαν τὰ συκώτια,
οἱ ἀρχαιολόγοι, οἱ νοσηλεύτριες, οἱ δασκάλες,
οἱ καπνιστὲς κι’ οἱ ἀλκοολικοί, βόρεια καὶ νότια,
ἀπὸ Ἀθήνα, περιφέρεια καὶ ἄλλες
πόλεις πολλὲς τῆς ἐπικράτειας ἢ τοῦ κόσμου.
Ὅλοι αὐτοὶ φτιάχνουν πολύχρωμη ἀνθοδέσμη
μὲ ἐξτραβαγκὰν χρώματα κι’ ἄρωμα τοῦ δυόσμου
ποὺ τὴν κρατοῦν γερὰ δεμένη οἱ ἐπιδέσμοι
μίας ὁμήγυρης ποὺ βρίσκεται στὴ μέση
ἑνὸς χειμώνα ποὺ εὐελπιστεῖ στὸ ἔαρ.
Κι’ ὅποιος τὸν γάιδαρό του θέλει νὰ τὸν δέσει
ἔμαθα βρίσκει πάρκινγκ εὔκολα στὸ Φρέαρ.
Ἐὰν ἡ Ἀριστερὰ τὸν ἔχει ἀπογοητέψει
καὶ προσδοκᾶ γιὰ τὴ ΝουΔοὺ δόξα ἐτέρναλ,
στὸ νέοπλανόδιον/παπάκι ἂς μὴ γυρέψει
νὰ βρεῖ τὴν ἄκρη του· ἂς πάει στὸ ΜπουκςΤζέρναλ.
Ἢ ὅπου ἀλλοῦ· ἐμεῖς δὲν εἴμαστε γιὰ κείνους
ποὺ ὅταν ξυπνᾶνε τὸ πρωὶ ὅλα ἐντάξει
τοὺς μοιάζουν γύρω τους. Ζητᾶμε τοὺς κινδύνους,
τοὺς ἀγκαλιάζουμε καὶ φτιάχνουμε μιὰ τάξη
στὴν ἀταξία ἑνὸς πολιτισμοῦ ποὺ φθίνει.
Τί δυτικοῦ ἢ ἀνατολικοῦ ‒ βλακεῖες.
Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ λίγο-λίγο σβήνει
κι’ ἀναζητοῦμε αύτοὺς ποὺ φτιάχνουν φαρμακεῖες.
Ὅμως τὸ γλέντι ἂς μὴν τὸ πνίξει τὸ σκοτάδι.
Χιλιάδες κείμενα καθένα καὶ μιὰ λάμπα.
Μικρὰ ἢ μεγάλα ποὺ σοῦ βγάζουνε τὸ λάδι,
δίνουν ἐλπίδα, παίρνουν πόνο ‒ δίκαιη τράμπα.
Νέο Πλανόδιον· φέτος ντουζίνα χρόνια
ἔχει στὴν πλάτη του στὸ δίκτυο κι’ ἐπὶ χάρτου.
Γι’ ἄλλους μπαλάντας θαλπωρή, γι’ ἄλλους κανόνια,
γιὰ ὅλους ὅμως ἀνοιχτὸ πρατήριο ἄρτου.
Νὰ πάρουν κείμενα, ζεστά, φρέσκο ψωμάκι.
Πάντα πιστὰ στὴ συνταγή, ποτὲ ὅμως ἴδια.
Μὲ Κουτσουρέλη, Μαλεβίτη, Γαλανάκη
κι’ ἄλλους πολλοὺς ἀρτοποιούς ‒ σκέτα στολίδια.
Ἐμεῖς θὰ ὑπάρξουμε, ἀφοῦ ὑπάρχουμε ἤδη.
Σοφία σὰν τῆς Ἀθηνᾶς, μάχη ὅπως ὁ Ἄρης
Μιὰ σπίθα δίπλα σὲ μιὰ στοίβα πριονίδι
μὲ φίνα κείμενα ‒ νἄχει νὰ κλέβει ὁ . . .
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
*
*
