*
Μετάφραση Καλλιόπη Μανδηλαρά
~.~
Πάνε πάνω από δέκα χρόνια κι όμως τίποτε απ’ αυτά δεν έχει παρέλθει καθώς, όποτε το θελήσω, βλέπω ξανά τα γεγονότα και τους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Αισθάνομαι το βάρος τους και ακούω τους θορύβους και τις φωνές τους. Οι αναμνήσεις αυτές με ενοχλούν σαν τις μύγες που τις διώχνουμε και την ίδια στιγμή ξανακάθονται πάνω στο πρόσωπο ή στα χέρια.
«Όταν η Λουίζ Ανσελέτ πέθανε, δεν την αγαπούσα πια. Εδώ και ένα χρόνο η τρυφερότητά της κυλούσε πάνω μου όπως το νερό της βροχής πάνω σε ένα αδιάβροχο. Το ξεψύχισμα του έρωτα, που ήθελα να κρύψω από τους φίλους μας, φανερωνόταν άξαφνα εμπρός τους, σαν έρπης στα χείλη. Οι σκέψεις που με απασχολούσαν τους έδιναν σίγουρα τροφή για θέμα συζήτησης. Ήταν κάτι που μάντευα δίχως να το ακούω, όπως μαντεύουμε, δίχως να τη βλέπουμε, τη σορό μιας νέας κοπέλας περνώντας μπροστά από ένα σπίτι που έχει πένθος, με λευκές κορδέλες να στολίζουν την πόρτα του.
Το έλεγα από τότε, ένα μήνα σχεδόν πριν το θάνατο της Λουίζ· το έλεγα ότι θα πεθάνει, ότι δεν έχει πάνω από τρεις εβδομάδες ζωή, πάνω από δεκαπέντε μέρες, ότι θα φύγει την επόμενη Τετάρτη, ότι θα πεθάνει την επομένη. Οι άλλοι το είχαν πάρει για αστείο, καθώς η Λουίζ ήταν υγιέστατη, γεμάτη νιάτα και χαρά. Ο χασάπης όμως γνωρίζει τη μέρα που θα σφαγιαστεί η κάθε δαμάλα. Το μίσος μου αποδείχτηκε σοφό, μιας και γνώριζα καλά τη μέρα που θα πέθαινε η Λουίζ, και εκείνη πέθανε τη μέρα που είχα υποδείξει.
Πέθανε ξαφνικά και ο θάνατός της δεν αποτέλεσε κανένα αίνιγμα για τους γιατρούς. Δεν μπόρεσα όμως να αποτρέψω τις υποψίες των φίλων μου για την ενοχή μου. Οι ερωτήσεις τους με τύλιγαν σαν φίδια συριστικά που αδυνατούσα να γητέψω. Αλλοτινά μου βάσανα, έχω ακόμη την αίσθησή σας…»
Ένα μήνα πριν τον θάνατο της Λουίζ είχαμε βγει μαζί, ήταν Σάββατο. Περιπλανιόμασταν σιωπηλοί στο Μαρέ και με θυμάμαι να κοιτάζω τις σκιές μας να προπορεύονται ενωμένες. Στην οδό Φραν Μπουρζουά σταματήσαμε μπροστά από ένα κατάστημα που έγραφε: Εμπορεύματα από ενεχυροδανειστήριο. Μέσα από τα τζάμια βλέπαμε στοιβαγμένα ετερόκλητα αντικείμενα. Ο κόσμος ολάκερος και όλες οι εποχές ήταν προμηθευτές αυτού του μαγαζιού, όπου κοσμήματα, φορέματα, πίνακες, μπρούτζινα, μπιμπελό και βιβλία γειτόνευαν όπως οι νεκροί στο κοιμητήριο.
Διάβαζα μελαγχολικά την αξιοθρήνητη περίληψη της εμφύλιας ιστορίας που σχημάτιζε όλη αυτή η παλιατσαρία, όταν η Λουίζ μου ζήτησε να της αγοράσω ένα κόσμημα που της άρεσε. Μπήκαμε. Όπως άνοιξα τη γυάλινη πόρτα, διάβασα το όνομα που σχηματιζόταν με λευκά γράμματα: Νταβίντ Μπακάρ και είδα ότι οι σκιές μας, που άξαφνα είχαν χωριστεί, μπήκαν ξοπίσω μας.
Ο Νταβίντ Μπακάρ καθόταν στο ταμείο του. Μας είπε να πάρουμε το κόσμημα από τη βιτρίνα και όταν, μετά το παζάρεμα, θέλησα να πληρώσω, μου είπε πως δεν είχε ρέστα και να πάω να χαλάσω δίπλα. Κατάλαβα τότε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήθελε να δουλέψει την ημέρα του Σαμπάτ και έτσι όταν, στην επιστροφή μου, πλήρωσα ό,τι όφειλα, τα χρήματα έμειναν πάνω στο ταμείο.
«Τι όμορφη μέρα», μας είπε έπειτα ο Μπακάρ. «Σήμερα είναι στ’ αλήθεια Σάββατο: ο ήλιος λάμπει πάντα αυτή τη μέρα. Είναι η μέρα που μπορείς να μελετήσεις μια σκιά με τον καλύτερο τρόπο. Κάθε Σάββατο μου θυμίζει επίσης μια από τις πιο συγκινητικές λεπτομέρειες της μακράς ζωής μου. Έχω την ωραία ανάμνηση ότι υπήρξα η τύχη η ίδια. Τέτοιες παιδικές αναμνήσεις δεν τις έχουν οι χριστιανοί!
Γεννήθηκα στη Ρώμη και ήρθα στο Παρίσι στα εικοσιπέντε μου. Όπως ξέρετε, στη Ρώμη παίζουν λοταρία κάθε Σάββατο στην πιάτσα Ριπέτα και η τυχαία επιλογή των αριθμών ανατίθεται σε ένα εβραιόπουλο, που το διαλέγουν –κατά προτίμηση– με όμορφο πρόσωπο και μπουκλωτά μαλλιά. Μια φορά έτυχε σε μένα να τραβήξω το λαχνό. Με πήγε μέχρι εκεί η μητέρα μου, που ήταν πολύ όμορφη. Και έτσι, στο κέντρο της πλατείας, έγινα εγώ η τύχη. Από τότε δεν έχω ξαναδεί τόσα βλέμματα να καρφώνονται πάνω μου με αγωνία. Όταν τελείωσε, υπήρχαν κάποια μάτια που πετούσαν φλόγες από θυμό και άλλα από χαρά. Μερικοί μου έδειχναν τη γροθιά τους και με έβριζαν, ενώ κάποιοι άλλοι, περιχαρείς, με αποκαλούσαν Ιησού, σωτήρα και αμνό του Θεού ή μου έδιναν άλλα χριστιανικά, κολακευτικά ονόματα.
Θυμάμαι δε καθαρά στην πρώτη σειρά του πλήθους έναν άντρα με ρεντικότα, χωρίς καπέλο. Έμοιαζε λυπημένος και εξουθενωμένος και καθώς το πλήθος διαλυόταν, είδα ότι στον ήλιο ο άνθρωπος αυτός δεν είχε σκιά. Γρήγορα και διακριτικά, έβγαλε ένα ρεβόλβερ από την τσέπη του και πυροβόλησε μέσα στο στόμα του. Τρομοκρατημένος κοίταξα για μια στιγμή τους ανθρώπους να κουβαλάνε το πτώμα. Έπειτα αναζήτησα τη μητέρα μου, καθώς όμως δεν τη βρήκα γύρισα μόνος στο σπίτι. Εκείνη δεν γύρισε σπίτι τη νύχτα. Την επομένη, όταν επέστρεψε, δέχτηκε τις επιπλήξεις του πατέρα μου, που εγώ και οι αδερφές μου βρήκαμε δικαιολογημένες. Σταμάτησε όμως απότομα, όταν εκείνη ξεστόμισε με σκληρότητα κάποια λόγια που δεν τα κατάλαβα.
Ο θείος Πένσο, ο ραβίνος, ήρθε το βράδυ εξοργισμένος με τους γονείς μου που μου επέτρεψαν να τραβήξω το λαχνό. “Είδα τον Δαβίδ”, είπε, “έμοιαζε με το χρυσό μοσχάρι που λάτρευαν οι διδάσκαλοί μας εν απουσία του Μωυσή. Περίμενα τη στιγμή που οι νικητές θα ξεκίναγαν χορούς γύρω από τον Δαβίδ”. Και έμπλεκε τις επιπλήξεις του με χωρία του Μαιμωνίδη και από το Ταλμούδ».
Πρόσφερα στον Μπακάρ ένα πούρο που το αρνήθηκε προφασιζόμενος το Σαμπάτ. «Ω!», είπε ο Μπακάρ, «δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Πριν να φύγετε αφήστε με να δω τις σκιές σας… θα ήθελα να ξέρω αν έχω πολύ ζωή μπροστά μου. Γνωρίζω λίγο τη σκιομαντεία ή αλλιώς τέχνη της μαντείας μέσω των σκιών. Έμαθα τις αρχές αυτής της επιστήμης από τον ίδιο εκείνο θείο που ήταν αντίθετος στη λατρεία του χρυσού μοσχαριού, αλλά που παρότι πολύ πλούσιος και πολύ φιλάργυρος ταξίδευε μόνο στην τρίτη θέση. Όταν κάποτε ένας φίλος τον ρώτησε τον λόγο αυτής της καρμιριάς, εκείνος του απάντησε: “Επειδή δεν υπάρχει τέταρτη”. Αργότερα μετανάστευσε στη Γερμανία όπου τα τρένα έχουν και βαγόνια τέταρτης θέσης.
Ας βγούμε από το κατάστημα κι ας γίνουμε μάντεις των σκιών στον ήλιο του Σαμπάτ. Έχετε, τουλάχιστον, όλοι τη σκιά σας; Γιατί όπως θα ξέρετε, σύμφωνα με ορισμένες δοξασίες, η σκιά εγκαταλείπει το σώμα τριάντα μέρες πριν τον θάνατο».
Έξω από το κατάστημα διαπιστώσαμε με αγαλλίαση ότι όλοι είχαμε ακόμη τη σκιά μας. Ο Μπακάρ μας έστησε με τέτοιο τρόπο ώστε οι σκιές μας να ενώνονται με τη δική του, κι αφού μελέτησε αυτή την τρεμάμενη κηλίδα είπε: «Ώι! Το σημάδι της φωτιάς! Ώι, η φωτιά, asch! Ώι Αδονάι! Η φωτιά, asch στα εβραϊκά, δίνει το Aschen στα γερμανικά. Είναι οι στάχτες, η τέφρα των νεκρών. Ώι και το haschish προέρχεται, χωρίς αμφιβολία, από κει. Θα είναι ο καλός ύπνος. Ώι! Σημάδι της φωτιάς. Asch, Aschen, Aschish και assassin, που το ξέχασα, προέρχονται επίσης από κει. Ώι, Ώι! Asch, aschen, haschish, assassin, ώι, Αδονάι, Αδονάι! »
Και έτσι όπως είχε βγει χωρίς καπέλο και ίσως σε επιβεβαίωση ενός προθανάτιου οιωνού που απεικονιζόταν από το asch, το σημάδι της φωτιάς, ο Μπακάρ φτερνίστηκε με θόρυβο: «Ατσού! Ατσού!»
Βαθιά συγκινημένος, του είπα: «Ο Θεός να σας ευλογεί». Ο Μπακάρ όμως επέστρεψε στο μαγαζί του λέγοντας: «Θα ζήσω για πολύ ακόμα. Θα τα πούμε κάποια άλλη φορά», πρόσθεσε βλέποντας τον ήλιο να χάνεται.
Ενώ φεύγαμε, και καθώς ήταν ώρα προσευχής, τον διακρίναμε στο πλατύσκαλο του μαγαζιού του, όρθιο, με ένα παλιό, ψηλό καπέλο, να διαβάζει ένα εβραϊκό βιβλίο που ξεκινούσε, όπως ήταν φυσικό, από το τέλος. Συνεχίσαμε να περπατάμε δίχως να μιλάμε και όταν κάποια στιγμή θέλησα να ξαναδώ τις σκιές μας, είδα, με μια ανάλγητη ηδονή, ότι η σκιά της Λουίζ είχε φύγει.
Le Poète assassin, 1916
*
*
*
