Ματαιογραφία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Κάθε φορά που προσπαθώ να γράψω κάτι για το παρελθόν, η μνήμη μου παρουσιάζεται επιλεκτική και διπρόσωπη. Το ένα πρόσωπο είναι καθαρό και ζωντανό, με εικόνες και γεγονότα ζωηρά και ευδιάκριτα. Το άλλο θολό και ομιχλώδες, αναμνήσεις που όσο τις σκαλίζω τόσο περισσότερο απομακρύνονται από την αλήθεια και γίνονται υποθέσεις, ερμηνείες και ερωτήματα. Ειδικά η παιδική μου ηλικία είναι γεμάτη αμφίβολες και αβέβαιες πληροφορίες αλλά και ορισμένα επεισόδια που νοιώθω πως έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής και του χαρακτήρα μου. Οι λίγες σελίδες που ακολουθούν είναι ένας συνδυασμός αυτών των δύο διαστάσεων της μνήμης μου. Είναι επίσης μία από τις πολλές εκδοχές που έγραψα, αυτή που διαισθάνομαι ότι βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια ή έστω ότι περιέχει τις λιγότερες επινοήσεις. Άλλωστε, κάθε απόπειρα εξιστόρησης της ζωής μας είναι λίγο πολύ μια μορφή μυθοπλασίας. Όσο για τον τίτλο – είναι μια λέξη αυθαίρετη, επινοημένη. Ίσως τη δημιούργησα για να προκαλέσω εντύπωση. Ίσως πάλι για να δείξω ότι αυτό το κείμενο είναι εφήμερο, περίπου θνησιγενές. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει το προφανές: αυτό το αφήγημα θα μπορούσε να μην είχε γραφτεί – δεν θα άλλαζε τίποτα.

 

2

Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από το τέλος της παιδικής μου ηλικίας και έχω την αίσθηση ότι η πραγματική αφετηρία της ζωής μου δεν ήταν η μέρα που γεννήθηκα αλλά η μέρα που αποφάσισα να παρατήσω το σχολείο. Έβγαλα με χίλιες δυο δυσκολίες το δημοτικό και στα δώδεκα μου η προοπτική να βασανίζομαι για άλλα έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο μου φάνηκε τρομαχτική και ανυπόφορη. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή και αργότερα, όταν άρχισα να αναλύω και να ερμηνεύω τις αναμνήσεις μου, κατάλαβα ότι με κείνη την απόφαση είχα κάνει ένα κρίσιμο βήμα για να χαράξω τη δική μου αυτόνομη πορεία. Ταυτόχρονα διαπίστωσα ότι δεν με απασχολούσε και πολύ η γνώμη των άλλων και ότι το να αρέσω και να με εκτιμούν δεν ήταν και δεν έγινε ποτέ η βασική μου προτεραιότητα. 

Δεν είχα περάσει καλά στο δημοτικό και στην τελευταία τάξη, τη μέρα που πήρα το απολυτήριο και κάναμε τη γιορτή, όταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω, είπα αυτό που ένοιωθα και τους έκανα όλους να γελάσουν μάλλον από αμηχανία και όχι επειδή βρήκαν αστεία τα λόγια μου. «Απορώ πραγματικά πώς άντεξα έξι χρόνια εδώ μέσα», είπα με θάρρος και δυνατή φωνή ενώ πριν από μένα όλα τα παιδιά είχαν να πουν κάτι συγκινητικό για το πόσο καλές αναμνήσεις είχαν από τα χρόνια στο δημοτικό. Τα δικά μου χρόνια ήταν δύσκολα, δυσάρεστα και μοναχικά. Δεν ξέρω, μπορεί να έφταιγαν ορισμένες ιδιοτροπίες μου, αλλά με εξαίρεση ένα παιδί που έφυγε νωρίς από το σχολείο λόγω μετακόμισης της οικογένειάς του στο εξωτερικό, φίλους δεν μπόρεσα να κάνω. Λέγανε πως είχα δυσκολία στην επικοινωνία και την τήρηση των κανόνων. Με στείλανε σε κάποια υπηρεσία με ειδικούς για να εξετάσουν την συμπεριφορά μου και στο τέλος είπανε ότι είχα κάποιο σύνδρομο. Άκουγα κάθε τόσο τους γονείς μου να μιλάνε γι’ αυτό το σύνδρομο, τους έβλεπα συχνά αγχωμένους και δυστυχισμένους. Εγώ, όμως, ένοιωθα καλά, ένοιωθα φυσιολογικός – μια λέξη που τώρα πια ξέρω ότι είναι μια αληθινή παγίδα, μια προκατάληψη που αν την πάρεις σοβαρά μπορεί να σε καταστρέψει πνευματικά και ηθικά.

Παρά τις προσπάθειές μου να είμαι κοινωνικός κατέληξα να έχω προβλήματα με όλους, πολύ συχνά να αντιδρώ βιαία και στο τέλος να βρίσκω το μπελά μου χωρίς να μπορώ να εξηγήσω τα γεγονότα – μια αδυναμία που από τότε με έβαλε σε υποψίες για την σχετικότητα της αλήθειας και για την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στα γεγονότα και στις ερμηνείες. Με τα αγόρια δεν μπορούσα να παίξω και να συνεννοηθώ – πάντα κάτι έβρισκαν να πουν για τις αδέξιες κινήσεις μου και για τους κανόνες που δεν μπορούσα να καταλάβω. Αλλά και με τα κορίτσια τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Με απέφευγαν και κάποιες φορές με έδιωχναν με τρόπο άσχημο και προσβλητικό – υπήρχε ένα κορίτσι που το έπαιζε αρχηγός στην τάξη και για λόγους που ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τα είχε βάλει μαζί μου και έκανε τα πάντα για να νοιώθω άσχημα.

Η απόφασή μου να μην συνεχίσω στο γυμνάσιο προκάλεσε αμηχανία και αναστάτωση στους γονείς μου. Δεν είναι μια ανατροπή που εύκολα μπορεί να καταλάβει και να αποδεχτεί ένας γονιός – και αυτό είναι κάτι που μόνον τώρα, χρόνια μετά, μπορώ να κατανοήσω.

Στην αρχή είχαμε ορισμένες δραματικές καταστάσεις στο σπίτι. Οι πρωινές ώρες μεταξύ εφτά και οκτώ ήταν εφιαλτικές και για μένα και για τους γονείς μου. Η άρνησή μου να σηκωθώ και να πάω στο σχολείο τους έφερνε στα όρια της απόγνωσης και του πανικού. Η μάνα μου έκλαιγε και ο πατέρας μου αναρωτιόταν φωναχτά τι θα έκανα και πώς θα προχωρούσα στη ζωή μου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, μέσα στα νεύρα του, τον άκουγα να αναρωτιέται πώς ήταν δυνατόν να ήμουν δικό του παιδί με τέτοιες τάσεις και τέτοιες ιδέες. Φαίνονταν δυστυχισμένοι και ακόμα και τώρα οι αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο με κάνουν να νοιώθω άσχημα για τη λύπη και την απελπισία που τους είχα προκαλέσει. Αλλά ήταν κάτι πέρα από τις δυνάμεις μου. Για μένα η απόφαση να μην ξαναπάω σχολείο ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Νόμιζα πως θα πέθαινα ή πως θα έφτανα σε ακραίες καταστάσεις και συμπεριφορές τόσο απέναντι στον εαυτό μου όσο και απέναντι στους άλλους. Ήμουν ένα παιδί μοναχικό και εσωστρεφές και η συνύπαρξη με τους άλλους μου φαινόταν πάντα δύσκολη και πολύ συχνά ανυπόφορη. Οι ιδέες μου και τα ενδιαφέροντά μου ήταν από τα παιδικά μου χρόνια εντελώς διαφορετικά από αυτά των άλλων παιδιών – δεν μπορούσα να τα βρω μαζί τους ούτε και ήθελα να κοινοποιώ στους άλλους αυτά που σκεφτόμουν και αυτά που φανταζόμουν.

Σαν προέκταση της παιδικής μου ηλικίας, ήταν απολύτως προβλέψιμη η μοναχική μου πορεία στα εφηβικά και στα νεανικά μου χρόνια. Απεχθανόμουν τις καινούριες γνωριμίες και τις κουβέντες με ξένους, και με τους γνωστούς απέφευγα όσο μπορούσα τις συνομιλίες και τις εκμυστηρεύσεις. Βαριόμουν γενικά την συνύπαρξη με τους άλλους και ακόμα και όταν βρισκόμουν ανάμεσά τους τον περισσότερο χρόνο ήμουν χωμένος –και χαμένος– στον κόσμο μου. Προβληματικός και μονόχνωτος για όσους με γνώριζαν, δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου ανώτερο ή κατώτερο από τους άλλους, ούτε μια ιδιοφυία που δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Σε κάθε περίπτωση αυτό που ένοιωθα και πίστευα από παιδί το πιστεύω και τώρα: η εσωτερική μου ζωή ήταν το μοναδικό πεδίο που απορροφούσε συνεχώς την σκέψη μου και ο αινιγματικός εαυτός μου το μοναδικό καταφύγιο στο οποίο ένοιωθα άνετα και από το οποίο αντλούσα μια εντελώς ακαθόριστη και υποκειμενική χαρά. Θυμάμαι τον εαυτό μου να βαδίζει ατελείωτα μέσα στο σπίτι, φορώντας μια ρόμπα με μαύρα και μπλε αστέρια, δώρο από τη νονά μου, και τους γονείς μου να στενάζουν και να παραμιλάνε με την εικόνα μου που τους φαινόταν κάτι σαν την απόλυτη αποτυχία για ένα παιδί της ηλικίας μου. Και, όμως, εγώ ένοιωθα καλά, σχεδόν ευτυχισμένος, πηγαίνοντας αδιάκοπα πάνω κάτω, δημιουργώντας ολόκληρους κόσμους με τη φαντασία μου, θέτοντας στον εαυτό μου τρελά ερωτήματα για τη ζωή και το σύμπαν, κάνοντας ένα σωρό απίθανες σκέψεις και νοιώθοντας από τότε το ρίγος και την έκσταση όταν σκεφτόμουν ότι πίσω από τα φαινόμενα κρύβονταν άλλες αόρατες διαστάσεις, ένα τεράστιο μυστικό και αθέατο εργοστάσιο που δούλευε ακατάπαυστα για να δημιουργεί τον κόσμο σε όλες τις άπειρες λεπτομέρειές του – σαν μια κοσμική οθόνη βγαλμένη από μια κινηματογραφική μηχανή στα έσχατα όρια του ορατού κόσμου.

 

3

Οι υπολογιστές, το διαδίκτυο και γενικά η τεχνολογία έγιναν από νωρίς το βασικό σκηνικό της ζωής μου. Στα μάτια των άλλων, και ειδικά των γονιών μου, ήμουν ένα παιδί –και αργότερα ένας έφηβος– εθισμένο στους υπολογιστές και στο ίντερνετ. Δεν είχαν άδικο αλλά αυτό που στη δική τους σκέψη ήταν καταστροφή, στη δική μου ήταν απλώς ο τρόπος μου να υπάρχω. Ίσως να ακουστεί υπερβολικό αλλά πολύ νωρίς είχα βαθιά επίγνωση ότι η ζωή είναι μικρή, ότι κάποτε πεθαίνουμε και ότι είναι κρίμα να σπαταλάμε τη ζωή μας κάνοντας ένα σωρό πράγματα που μας επιβάλλουν οι άλλοι – θυμάμαι ότι από παιδί είχα αναπτυγμένη φιλοσοφική διάθεση και έντονους υπαρξιακούς προβληματισμούς. Οφείλω να ομολογήσω ότι ένα σημαντικό μέρος των ιδεών και των εμμονών μου διαμορφώθηκε από τα βιβλία που έβρισκα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου – ένας άνθρωπος παθιασμένος με το διάβασμα της καλής λογοτεχνίας και των μεγάλων φιλοσόφων. Στεκόμουν μπροστά στη βιβλιοθήκη και διάβαζα εκστασιασμένος τους τίτλους στις ράχες των βιβλίων νομίζοντας ότι και μόνον οι τίτλοι ήταν αρκετοί για να μου αποκαλύψουν μεγάλες αλήθειες και μεγάλα μυστικά για το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο μύθος του Σίσυφου, δοκίμιο πάνω στο παράλογο, Αλμπέρ Καμύ. Το τραγικό αίσθημα της ζωής, Μ. Ουναμούνο. Η έννοια της αγωνίας, Σ. Κίρκεγκωρ. Το θάρρος της υπάρξεως, Πάουλ Τίλλιχ. Είναι και Έχειν, Γκαμπριέλ Μαρσέλ. Το πρόβλημα του ανθρώπου, Μάρτιν Μπούμπερ. Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, Κορνήλιος Καστοριάδης. Αυτοί και δεκάδες άλλοι τίτλοι που ακόμα και τώρα τους θυμάμαι με εξαιρετική διαύγεια προκαλούσαν μέσα μου σκιρτήματα υπαρξιακής αφύπνισης και κατάπληξης που δεν θα μπορέσω ποτέ να βρω τις λέξεις για να τα περιγράψω.

Μεγαλώνοντας δεν έδειξα το ίδιο πάθος και την ίδια αφοσίωση στη λογοτεχνία και στη φιλοσοφία που διάβαζε ο πατέρας μου αλλά βρήκα στη λογοτεχνία του φανταστικού το δικό μου καταφύγιο και τον δικό μου τομέα εμμονών και ψυχώσεων. Όμως, εκείνα τα πρώτα διαβάσματα από την παραφορτωμένη βιβλιοθήκη στην άκρη του μικρού καθιστικού στάθηκαν αρκετά ώστε από μικρός να αποκτήσω το θάρρος και την ειλικρίνεια που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να βλέπει και να σκέφτεται τις μεγάλες και  θλιβερές αλήθειες της ζωής. Κατά κάποιον τρόπο, και χωρίς να έχω πάντα επίγνωση της αξίας της, η φιλοσοφία έγινε ένα σημαντικό μέρος τους τρόπου ζωής μου και με βοήθησε να τακτοποιήσω μέσα μου επικίνδυνες σκέψεις και μνησικακίες που διαφορετικά θα μπορούσαν να με οδηγήσουν σε σκοτεινές και αχαρτογράφητες περιοχές της ψυχικής μου επικράτειας.

 

4

Η μάνα μου ήταν – και εξακολουθεί να είναι – μια τρυφερή και συμπονετική γυναίκα που παρά τη δύσκολη και κουραστική πορεία μου ως παιδί και ως έφηβος στάθηκε δίπλα μου όπως έπρεπε για να μην ξεφύγω και μπω σε επικίνδυνα και χωρίς γυρισμό μονοπάτια. Ήταν υπερβολικά προστατευτική και αυτό είχε ορισμένες συνέπειες στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και έκανε πιο έντονη μια φυσική δυσπιστία που είχα απέναντι στους άλλους. Ακόμα και τώρα όταν πάω για τις καθιερωμένες επισκέψεις στο πατρικό μου οι ερωτήσεις και οι συμβουλές της μου θυμίζουν τη γυναίκα που γνώρισα στα πρώτα χρόνια της ζωής μου και ειδικά στην εφηβεία μου. Ιδιαίτερα στη διάρκεια του χειμώνα η αγωνία της για το ντύσιμό μου είναι στα όρια της εμμονής και τα συχνά τηλεφωνήματά της έχουν ως βασικό περιεχόμενο τα ρούχα και τη διατροφή μου.

Παρά τα συχνά προβλήματα που είχαν με τον πατέρα μου στο μεγαλύτερο μέρος του γάμου τους κατάφεραν τελικά να κρατηθούν μαζί και μάλλον έτσι θα πάνε μέχρι την ολοκλήρωση του επίγειου ταξιδιού τους. Δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για συνήθεια ή συμβιβασμό ή για κάποιο εντελώς άγνωστο είδος συναισθήματος που τους επιτρέπει να ανέχονται ή και να αγαπούν ο ένας τον άλλο – υπάρχουν πολλοί λόγοι που κρατάνε μαζί τους ανθρώπους και οι περισσότεροι είναι ανομολόγητοι. Θυμάμαι ξεκάθαρα ότι μια από τις βασικές αιτίες των διαφωνιών και των καυγάδων τους ήταν τα δικά μου προβλήματα και η διαφορετική προσέγγιση που είχαν απέναντί μου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασαν ένα βήμα πριν το χωρισμό και σε συναισθήματα που από την πλευρά της μάνας μου και με βάση τα δικά της λόγια ήταν καθαρό μίσος για τον πατέρα μου – ένα μίσος που, κατά παράδοξο τρόπο, ενώ ήταν διάχυτο στα λόγια της στο τέλος ατονούσε ίσως γιατί έβλεπε ότι ο πατέρας μου με αγαπούσε ουσιαστικά και έμπρακτα και ότι οι κρίσεις οργής που είχε απέναντι μου ήταν περισσότερο μια έκφραση απόγνωσης και λιγότερο το αποτέλεσμα έλλειψης αγάπης ή της ύπαρξης κάποιου σκοτεινού συναισθήματος.

Ακόμα και σήμερα εξακολουθώ να πιστεύω ότι η μάνα μου ένοιωθε και συνεχίζει να νοιώθει απογοητευμένη που δεν μπόρεσα να συνεχίσω το σχολείο και να φτάσω μέχρι το πανεπιστήμιο. Πέρασε τη ζωή της δουλεύοντας σε μεγάλα εμπορικά καταστήματα και σε σούπερ-μάρκετ και πολλές από τις συναδέλφους που γνώρισε είδαν τα παιδιά τους να σπουδάζουν και να κάνουν κάτι στη ζωή τους – αυτή η περίεργη φράση, «να κάνεις κάτι στη ζωή σου», ήταν μια από τις πιο συνηθισμένες που την άκουγα να λέει σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας μου. Δεν αρνιέμαι ότι η μόρφωση και η απόκτηση ενός πτυχίου έχουν κάποια αξία αλλά για λόγους που έχουν σχέση με κάποιες έμφυτες ιδιοτροπίες μου δεν πίστεψα ποτέ ότι το νόημα και ο σκοπός της ζωής είναι να γίνεις κάποιος με βάση τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής. Για μένα η αληθινή γνώση είναι να βρεις το δικό σου μονοπάτι και τη δική σου μέθοδο αναζήτησης της αλήθειας και του νοήματος της ύπαρξής σου ακόμα και αν αυτό έχει οδυνηρές συνέπειες στην οικονομική και κοινωνική διάσταση της ζωής σου. Το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας που ακολουθεί τυφλά η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι ένα ρεσιτάλ παραλογισμού και μάταιης σπατάλης. Προσωπικά δεν έχω βρει ακόμα οριστική απάντηση  στο βασικό ερώτημα τι αξίζει και τι δεν αξίζει να κάνεις στη ζωή  και συνεχώς ισορροπώ επικίνδυνα ανάμεσα στην άποψη ότι όλα έχουν αξία και στην πίστη ότι όλα είναι ασήμαντα και μάταια. Που βρίσκεται τελικά το νόημα της πρόσκαιρης ύπαρξής μας; Που βρίσκεται η πηγή της αληθινής χαράς και της ολοκληρωτικής πληρότητάς μας; Υπάρχει αυτό το νόημα και αυτή η χαρά ή μήπως είναι αυταπάτες που επινοεί η μυστηριακή επικράτεια της φαντασίας μας; Απόλυτες και τελεσίδικες απαντήσεις δεν υπάρχουν και συνεπώς η καθιερωμένη άποψη «πρέπει να κάνεις κάτι στη ζωή σου» είναι απλώς μια άποψη ανάμεσα σε πολλές άλλες. Είτε κάνεις κάτι συνηθισμένο είτε περάσεις τη ζωή σου με τρόπο ασυνήθιστο, το βασικό ερώτημα για το νόημα της ζωής και η αγωνία για το που οδηγεί ο θάνατος παραμένουν αναπάντητα. Προσωπικά δεν μπορώ να πιστέψω ότι η ζωή δεν έχει νόημα αλλά μέχρι τώρα δεν έχω καταλήξει σε κάτι συγκεκριμένο. Και την ίδια προσέγγιση έχω και στο ζήτημα του θανάτου: τίποτα δεν αποδεικνύει ότι η συνείδησή μας επιβιώνει και μετά τον θάνατο αλλά και τίποτα δεν αποδεικνύει ότι όλα τελειώνουν στον τάφο.

 

5

Ο πατέρας μου μέχρι τα δεκατρία μου ήταν γεμάτος αντιφάσεις και ως αποτέλεσμα και τα δικά μου συναισθήματα ήταν αντιφατικά απέναντί του. Αγάπη και αντιπάθεια εναλλάσσονταν αδιάκοπα και υπήρχαν φορές που δεν ήξερα πώς να φερθώ και τι να σκεφτώ  για εκείνον τον άνθρωπο. Όπως και ο ίδιος παραδεχόταν, ενώ πίστευε ότι η συμπόνια και η συγχώρεση είναι πιο λογικές από το μίσος καθώς υπαγορεύονται από τις ίδιες τις συνθήκες της ζωής, στην πράξη οι ίδιες αυτές συνθήκες δυσκόλευαν πολύ την απόλυτη μορφοποίηση της αγάπης του σε μια σταθερή στάση ζωής.

Ίσως το βασικότερο χαρακτηριστικό της πορείας του πατέρα μου ήταν ότι η πνευματική του ανάπτυξη και γενικά και η μόρφωσή του συμβάδιζαν σταθερά με την ανασφάλεια και την οικονομική του στασιμότητα. Κάποια πιθανή ανεπάρκεια του χαρακτήρα του σε συνδυασμό με κάποιον βαθμό ατυχίας δεν του επέτρεψαν να έχει μια σταθερή επαγγελματική διαδρομή. Η μάνα μου έλεγε ότι δεν μπορούσε να στεριώσει σε μια δουλειά και πράγματι αυτή η φράση περιγράφει ακριβώς την επαγγελματική και οικονομική ιστορία του. Δεν του έλειπαν οι γνώσεις και οι ικανότητες αλλά ίσως ένας ελάχιστος βαθμός συμβιβασμού με εργοδότες και συναδέλφους. Ο ίδιος συχνά αναρωτιόταν μήπως ορισμένες άκαμπτες ηθικές του αξίες ήταν απλώς καταστροφικές προκαταλήψεις που τον εμπόδιζαν να αποδεχτεί πράγματα που δεν μπορούσε να αλλάξει.

Αν κάτι ζήλευα –και εξακολουθώ να ζηλεύω στον πατέρα μου– ήταν το θάρρος και η πειθαρχία του μπροστά σε οριακές και επικίνδυνες καταστάσεις. Σε αντίθεση με τη μάνα μου που έτρεχε με το παραμικρό στους γιατρούς ο πατέρας μου αντιμετώπιζε την αρρώστια και τη σκέψη του θανάτου με απάθεια και αυτοσαρκασμό. Είχε βρει τρόπους να αυτοθεραπεύεται και οι γνώσεις του πάνω στη λειτουργία του σώματος και στη διατροφική θεραπεία δεν ήταν μόνο θεωρητικές αλλά τις εφάρμοζε στην πράξη. Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε συμβεί με τη μάνα του –την εποχή που ήμουν δεκατεσσάρων ετών– αλλά ο ίδιος υποστήριζε ότι με διατροφικές μεθόδους και με θεραπείες αποτοξίνωσης την είχε βοηθήσει να κρατηθεί στη ζωή για πολλά χρόνια ενώ οι γιατροί της είχαν δώσει έξι μήνες ζωής. Σε κουβέντες που έκανα μαζί του στο σπίτι ή όταν βγαίναμε έξω για βόλτα πάντα κατέληγε να μου μιλά για την ανάγκη να είναι κανείς σκεπτικιστής αλλά και για τη βοήθεια που μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους η φιλοσοφία αν την εφαρμόσουν σωστά και την κάνουν καθημερινό τρόπο ζωής. Ακόμα και τώρα στα εβδομήντα πέντε του το πάθος του για την φιλοσοφία παραμένει αναλλοίωτο και τα δώρα που μου κάνει σε γιορτές αλλά και σε άλλες τυχαίες περιόδους είναι μονίμως βιβλία – η σημείωση που γράφει στην πρώτη άδεια σελίδα περιλαμβάνει πάντα την ημερομηνία και την υπενθύμιση «Σ’ αυτό το βιβλίο θα βρεις τουλάχιστον μια φράση που θα σου φανεί χρήσιμη στη ζωή σου».

 

6

Μια από τις λίγες καθαρές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας είναι η ησυχία και η μοναξιά του σπιτιού. Ίσως πριν από τα οκτώ μου να είχαμε αρκετές επισκέψεις αλλά μετά  αραίωσαν πολύ και στο τέλος έγιναν σπάνιες. Προσωπικά δεν με ενοχλούσε αλλά για τους γονείς μου –και ειδικά για τον πατέρα μου– το γεγονός αυτό γινόταν συχνή αιτία προβληματισμού και συγκρούσεων.

Οι γονείς και τα αδέρφια της μάνας μου δεν πατούσαν ποτέ το πόδι τους στο σπίτι μας. Το δικό τους σπίτι ήταν στην ίδια γειτονιά, όχι παραπάνω από εκατό μέτρα μακριά από το δικό μας. Όμως, για κάποιους λόγους η απουσία τους από την ζωή μας ήταν σταθερή και τις ελάχιστες φορές που τους είδα να περνούν το κατώφλι του σπιτιού ήταν για κάποια οικονομικά ζητήματα που δεν μπορούσα να καταλάβω το περιεχόμενό τους αλλά που προκαλούσαν μεγάλη αναστάτωση και θυμό στον πατέρα μου. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο εξαφανίζονταν και  το γεγονός ότι δεν έρχονταν για επίσκεψη ούτε τις γιορτές έδειχναν πως δεν ήθελαν να έχουν σχέση μαζί μας.

Ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος που δεν κακολογούσε τους άλλους αλλά σε κάποιες περιπτώσεις οι καημοί και τα απωθημένα του ξεχύνονταν ορμητικά από μέσα του. Τη μάνα μου τη σεβόταν αλλά όχι και τους δικούς της. Πίστευε ότι είχε βάσιμους λόγους να τους θεωρεί πονηρούς, κυρίως σε οικονομικά ζητήματα. Τον άκουγα συχνά που έλεγε ότι δεν του είχαν φερθεί σωστά και ότι από την πρώτη στιγμή τον είχαν αποκλείσει από οποιαδήποτε οικονομική υποστήριξη λέγοντας ψέματα για την οικονομική τους κατάσταση. Στην αρχή της γνωριμίας τους δεν είχε λόγο να είναι δύσπιστος σε όσα του έλεγαν αλλά δεν άργησε να καταλάβει ότι η κακομοιριά και όλα τα προβλήματα που έλεγαν ότι είχαν ήταν θεατρινισμοί και υποκρισία. Τα δυο μαγαζιά με είδη σπιτιού που είχαν τα πήγαιναν μια χαρά, δάνεια δεν είχαν και κάθε χρόνο σχεδόν αγόραζαν καινούριο αυτοκίνητο. Τα αδέλφια της μάνας μου ήταν για τον πατέρα μου κόκκινο πανί γιατί θεωρούσε ότι αυτοί κρύβονταν πίσω από όλα τα «θέατρα» όπως τα ονόμαζε. Η μάνα μου γινόταν συχνά στόχος των επικρίσεων και του θυμού του γιατί αντί να τους «διαολοστείλει» όπως έλεγε καθόταν και πίστευε όσες ψευτιές της έλεγαν τα αδέρφια της και η μάνα της που ήταν κι αυτή στην ίδια γραμμή με τα δυο παιδιά της – ο πατέρας μου ήταν σίγουρος ότι η γιαγιά μου ήταν εντελώς άδικη απέναντι στη μεγάλη της κόρη και ότι ευνοούσε απροκάλυπτα τα δυο μικρότερα παιδιά της για λόγους που του φαίνονταν ανεξήγητοι. Προσωπικά αυτές οι διαμάχες με άφηναν αδιάφορο αλλά τώρα, μετά από τόσα χρόνια, καταλαβαίνω τι σημαίνει να κάνει κάποιος διακρίσεις σε βάρος σου και να σε περιφρονεί για καθαρά οικονομικούς λόγους. Και ακόμα, μόνον τώρα καταλαβαίνω τη συμπεριφορά και την πίκρα πατέρα μου. Δεν ήταν άνθρωπος που αγαπούσε το χρήμα ούτε ήθελε να κάνει περιουσία για δικό του όφελος: εμένα σκεφτόταν, τη ζωή μου και το μέλλον μου, και δεν ήθελε να περάσω αυτά που είχε περάσει εκείνος στη διάρκεια της ζωής του, τα βάσανα και την φτώχεια που είχε κληρονομήσει από τη δική του οικογένεια.

Ο μοναδικός άνθρωπος που είχε μια παρουσία στο σπίτι μας και στη ζωή μου μέχρι περίπου τα δεκατρία μου χρόνια ήταν η θεία μου η Αντιγόνη. Δεν ξεχνούσε ποτέ γενέθλια και γιορτές και ερχόταν πάντα με δώρα και με χρήματα σε έναν φάκελο που τον έβαζε διακριτικά μέσα στις συσκευασίες των δώρων – βιβλία, κούπες, ρούχα. Αργότερα οι επισκέψεις της αραιώσαν και κατάλαβα ότι τα προσωπικά της ζητήματα την έκαναν να επικεντρωθεί στον εαυτό της και στις αγωνίες της. Η μάνα της –η γιαγιά μου– είχε σοβαρά προβλήματα υγείας και η θεία μου είχε αναλάβει σχεδόν ολοκληρωτικά τη φροντίδα της. Ο πατέρας μου βοηθούσε όσο μπορούσε αλλά σταδιακά τα προσωπικά του βάσανα και ορισμένες διαφωνίες με την θεία μου τον έκαναν να μειώσει τις επισκέψεις στο σπίτι της μάνας του. Στο τηλέφωνο τον άκουγα συχνά που μιλούσε με την αδερφή του κυρίως για τα θέματα υγείας της γιαγιάς και για την ανάγκη να ακολουθεί πιστά το διατροφικό πρόγραμμα που την είχε βοηθήσει να κρατηθεί στη ζωή – πίστευε βαθιά στην θεραπευτική δύναμη της φύσης και δεν ήταν λίγες φορές που στις κουβέντες μας υπενθύμιζε το ρητό του Ιπποκράτη «η τροφή σου να είναι το φάρμακό σου και το φάρμακό σου να είναι η τροφή σου».

Η θεία μου η Αντιγόνη δεν μπόρεσε να χωνέψει ποτέ το γεγονός ότι σταμάτησα στο σχολείο και κάθε φορά που βρισκόμασταν στο σπίτι ή έξω δεν έχανε ευκαιρία να μου λέει ξανά και ξανά πόσο λάθος ήταν η απόφασή μου. «Και τι θα κάνεις στη ζωή σου, πώς θα τα βγάλεις πέρα χωρίς γνώσεις και χωρίς κάποιο χαρτί;» – αυτή την ερώτηση μου την είχε κάνει χιλιάδες φορές. Ανασήκωνα αμήχανα τους ώμους μου γιατί στα δεκαπέντε μου η αγωνία μου για το επαγγελματικό και οικονομικό μου μέλλον ήταν ανύπαρκτη. Ζούσα σε έναν εντελώς προσωπικό, εσωτερικό και αμετάδοτο κόσμο και οποιαδήποτε απόπειρα να απαντήσω και να εξηγήσω στη θεία το ανεξήγητο ήταν ανώφελη. Η επιμονή της ήταν συχνά κουραστική και κάποιες στιγμές είχα την εντύπωση ότι η αγάπη που ένοιωθε για μένα μπλεκόταν με τις δικές της ανήσυχες προσδοκίες και γινόταν μια προσπάθεια επιβολής και όχι μια προσπάθεια να κατανοήσει τις δικές μου αγωνίες. Ακόμα και στα δεκαέξι μου η συμπεριφορά της απέναντί μου δεν άλλαξε αλλά η τρυφερότητα και τα φιλιά της αντιστάθμιζαν την αμηχανία που με έκανε να νοιώθω – θυμάμαι ακόμα εκείνα τα γενναιόδωρα αγκαλιάσματα και στα ρουθούνια μου επιμένει να κρέμεται η υπέροχη ευωδιά από τα περιποιημένα ρούχα της και τα αρώματα που κατοικούσαν μόνιμα στο δέρμα και στα όμορφα πλούσια μαλλιά της.

 

7

Η εκκλησία της ενορίας ήταν ένα μέρος που σε πολλές δύσκολες στιγμές της εφηβικής μου ηλικίας είχε γίνει το καταφύγιό μου. Δεν ήταν τόσο το θρησκευτικό μου συναίσθημα –αδιαμόρφωτο ακόμα εκείνα τα χρόνια– όσο το ίδιο το μέρος: η εκκλησία σαν κατασκευή, η αυλή με τα κυπαρίσσια, τα πέτρινα παγκάκια κάτω από το σκέπαστρο έξω από τους βοηθητικούς χώρους και περισσότερο απ’ όλα το σημείο  όπου ένας χαμηλός τοίχος χώριζε το προαύλιο της εκκλησίας από το διπλανό σπίτι.

Υπάρχουν σημεία στα μέρη που γεννιόμαστε και ζούμε που για κάποιους ανεξήγητους λόγους μας δημιουργούν ένα γλυκό και νοσταλγικό συναίσθημα ικανό να απαλύνει όλες τις αγωνίες και τις πίκρες που κατά καιρούς νοιώθουμε. Μπορεί να είναι κάποιος δρόμος, κάποιο σοκάκι, κάποιο ξένο σπίτι, κάποιο μαγαζί, μια αλάνα ή κάτι μικρότερο όπως μια πόρτα ή ένα παράθυρο. Από την πρώτη φορά που το αντικρίζουμε ενεργοποιεί κάτι μέσα μας, σαν παλιές, ξεχασμένες αναμνήσεις που δεν θα μάθουμε ποτέ το περιεχόμενό τους και μας κάνει να το παρατηρούμε επίμονα λες και περιμένουμε να ξετρυπώσει κάποιο μυστικό από το εσωτερικό του. Αυτό ακριβώς το νοσταλγικό αίσθημα με πλημμύριζε όταν ακουμπούσα στο τοιχάκι που χώριζε την αυλή της εκκλησίας από το γειτονικό σπίτι και κοίταζα με προσμονή την αυλή εκείνου του παλιού αρχοντικού.

Ήταν ένα καλοδιατηρημένο παραδοσιακό σπίτι. Από το διαχωριστικό τοιχάκι μπορούσα να δω την αυλή. Γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια, μια λεμονιά και ένας φίκος, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι αυλής με έξι καρέκλες, δυο μικρά αγάλματα και ένα μικρό σιντριβάνι στην άλλη άκρη, δίπλα στην  πόρτα που φαινόταν να είναι η είσοδος της αυλής. Όλα ήταν περιποιημένα και το πλακόστρωτο δάπεδο της αυλής πάντα καθαρό, χωρίς φύλλα ή σκουπιδάκια. Κάποιες φορές από ένα μεγάλο παράθυρο, όταν οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες στην άκρη, μπορούσα να δω ένα μέρος από το εσωτερικό του σπιτιού και ένα κομμάτι μιας βιβλιοθήκης που φανταζόμουν ότι ήταν μεγάλη.

Ανακάλυψα αυτό το σπίτι όταν ξεκίνησα να πηγαίνω στην εκκλησία με τη μάνα μου, ίσως στα έξι με εφτά μου χρόνια. Τις περισσότερες φορές δεν περίμενα να ολοκληρωθεί η κυριακάτικη λειτουργία και έβγαινα έξω στο προαύλιο για να κάνω αυτό που έκανα και στο σπίτι ή όπου αλλού βρισκόμουν: μονότονες βόλτες πάνω κάτω ή γύρω από ένα σημείο που με βοηθούσαν να σκεφτώ και να βάλω σε λειτουργία την φαντασία μου. Την εποχή που ανακάλυψα το τοιχάκι έπρεπε να σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου για να παρατηρήσω την αυλή και το σπίτι. Σταδιακά συνειδητοποίησα ότι ο βασικός λόγος που έδειχνα τόση προθυμία να πηγαίνω στην εκκλησία με κάθε ευκαιρία ήταν εκείνο το σπίτι – η μάνα μου χαιρόταν γιατί νόμιζε πως μου άρεσε η εκκλησία και ίσως μέσα της να έκανε σχέδια και όνειρα για την εξέλιξή μου στον εκκλησιαστικό χώρο. Με τα χρόνια η ανάγκη μου να βρίσκομαι σε κείνο το μέρος δεν περιορίστηκε μόνο στις Κυριακές ή στις μέρες που είχε κάποια γιορτή αλλά όποτε περνούσα απέξω με τους γονείς μου και αργότερα μόνος μου έβρισκα κάθε φορά την ευκαιρία να ρίχνω τις ματιές μου – ματιές που στην εφηβεία μου έγιναν μεγάλες σε διάρκεια και τελικά κατέληξαν σε μια ολόκληρη διαδικασία παρατήρησης και ονειροπόλησης που κάποιες φορές κρατούσε ώρες.

Γιατί, όμως, είχα τέτοια επίμονη λαχτάρα να παρατηρώ εκείνο το σπίτι και την αυλή του, να φαντάζομαι το εσωτερικό του και να προσπαθώ να σχηματίσω στη φαντασία μου την ζωή εκείνων των άγνωστων ανθρώπων που δεν έτυχε να τους αντικρίσω ούτε μια φορά από τις εκατοντάδες που πήγαινα και παρακολουθούσα στα κρυφά την αυλή και τους τοίχους εκείνου του σπιτιού; Με κανένα άλλο σπίτι και με κανέναν άλλο χώρο δεν ένοιωθα αυτή την ανεξήγητη επιθυμία και τη γλυκιά νοσταλγία για όλα όσα υπήρχαν σε κείνο μέρος, φανερά κι αθέατα. Πολλές φορές προσπάθησα να συμπυκνώσω σε μια δυνατή και καθαρή φράση την βαθιά αίσθηση εκείνης της εμπειρίας αλλά πάντα κατέληγα στη διαπίστωση ότι υπάρχει ένα αδιαπέραστο όριο στη γλώσσα που προστατεύει τις κρίσιμες αλήθειες από την ανακάλυψη και την έκφρασή τους.

Μέχρι τα δεκατρία μου δεν είχα το θάρρος να βγαίνω έξω μόνος μου για βόλτες – έβγαινα μόνο για πολύ μικρές διαδρομές μέχρι το κοντινό σούπερ μάρκετ και κάθε φορά πήγαινα και γυρνούσα σχεδόν τρέχοντας. Μετά τα δεκατέσσερα έκανα πιο θαρραλέες απόπειρες και σταδιακά, πάντα με κάποιο φόβο και αμηχανία, κατάφερα να κυκλοφορώ μόνος μου αρχικά στην κοντινή λεωφόρο και αργότερα σε πιο μακρινούς δρόμους της πόλης. Σε κείνα τα χρόνια της εφηβείας μου, σε δύσκολες στιγμές, όταν ένοιωθα να πνίγομαι στο σπίτι έφευγα και έπαιρνα τους δρόμους. Όταν έφτανα στη λεωφόρο κοντοστεκόμουν. Παρατηρούσα την αδιάκοπη ροή των αυτοκινήτων και των ανθρώπων. Οι απορίες μου ήταν πάντα σταθερές και μονότονες. Πού πήγαιναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Γιατί βιάζονταν; Ποιο νόημα είχε όλη αυτή η ένταση και η βιασύνη; Μου φαινόταν ότι κάτι είχαν πάθει, ότι η βιαστική τους κίνησή έδειχνε πως έτρεχαν να αντιμετωπίσουν κάτι σοβαρό και επείγον. Φορτωμένος με όλες τις παράξενες ιδέες από τα διαβάσματά μου αναρωτιόμουν αν στο δικό τους κεφάλι υπήρχε η αίσθηση του μυστηρίου και του ανεξήγητου που αναβλύζει από το κάθε πράγμα και από την κάθε στιγμή της ύπαρξής μας. Τους παρατηρούσα επίμονα γιατί ήθελα να μάθω και με τον καιρό κατάλαβα ότι όλοι σχεδόν ήταν παγιδευμένοι στις μάταιες εκκρεμότητες και στα προβλήματα του μικρού, περιορισμένου κόσμου της πραγματικότητας που είχαν φτιάξει μέσα τους και γύρω τους. Από κάποιο σημείο και μετά τα δικά τους βλέμματα άρχισαν να γίνονται ενοχλητικά και αφόρητα. Δεν άργησα να καταλάβω ότι όσο παράξενοι ήταν εκείνοι στα μάτια μου άλλο τόσο παράξενος φαινόμουν κι εγώ στα δικά τους.  Στο τέλος μου έγινε συνήθεια να ψάχνω για ήσυχους δρόμους και σοκάκια και μηχανικά σχεδόν πάντα κατέληγα στην αυλή της εκκλησίας και στο τοιχάκι εκείνου του σπιτιού.

Τι ήταν αυτό που οδηγούσε τα βήματά μου σε κείνο το σημείο; Τι περίμενα να βρω; Ποιά λύτρωση; Ποιο μυστικό; Δεν είχα ιδέα αλλά αργότερα, γύρω στα δεκαέξι μου χρόνια, άρχισα να διαμορφώνω μια άποψη που ακόμα και σήμερα κυριαρχεί και εμπλουτίζεται στη σκέψη μου με καινούριες πληροφορίες και καινούριες φαντασιώσεις.

Αφορμή ήταν μια ιστορία που είχα διαβάσει. Ήταν η ιστορία ενός μικρού κοριτσιού από την Ινδία που ισχυριζόταν ότι ήταν η μετενσάρκωση μιας γυναίκας που είχε πεθάνει στη διάρκεια της γέννας του δεύτερου παιδιού της – η μικρούλα είχε γεννηθεί δυο μήνες μετά τον θάνατο της γυναίκας. Όσο μεγάλωνε άρχισε να μιλά και να αποκαλύπτει πολλές λεπτομέρειες από την προηγούμενη ζωή της – για τον άντρα της, για το μαγαζί του, για το σπίτι του, για τη ζωή τους στην πόλη Μαθούρα. Η άκαμπτη επιμονή και η ιστορία της έφτασε να γίνει είδηση και εθνικό θέμα στην Ινδία. Ο τότε πρόεδρος Μαχάτμα Γκάντι έφτιαξε μια επιτροπή για να ερευνήσουν την υπόθεση. Η επιτροπή δεν βρήκε ίχνος απάτης καθώς το κορίτσι θυμόταν και αναγνώρισε μια σειρά από πρόσωπα της προηγούμενης ζωής της και υπέδειξε το σπίτι του άντρα της στο οποίο δεν είχε ξαναπάει στη διάρκεια της ζωής της.

Αυτή η ιστορία έγινε αναπόσπαστο κομμάτι των αναζητήσεων και των φαντασιώσεών μου και με έκανε να σκεφτώ ότι στη δική μου περίπτωση μια ελλιπής και αδύναμη ανάμνηση ίσως να ήταν η εξήγηση της βαθιάς νοσταλγίας που ένοιωθα όταν πήγαινα σε κείνο το σπίτι δίπλα στην εκκλησία. Αν και δεν έχω καμιά βάσιμη ελπίδα ότι θα ανακαλύψω κάποτε μια χειροπιαστή απόδειξη για την αλήθεια των φαντασιώσεων μου υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που μέσα μου, σε ένα ανυπολόγιστο βάθος της ασυνείδητης μνήμης μου, με κάνει και χαμογελώ παράξενα: το μικρό σιντριβάνι στην αυλή του παλιού αρχοντικού. Κάποια ήσυχα απόβραδα του καλοκαιριού, με τα χέρια ακουμπισμένα στο τοιχάκι και το σαγόνι μου πάνω στα χέρια μου, άκουγα καθαρά τον ήχο της ροής του νερού και μια απέραντη γαλήνη απλωνόταν μέσα μου. Χανόμουν τότε σε ρεμβασμούς και πάσχιζα να συντονίσω τη συνείδησή μου με την άγνωστη συχνότητα άλλων διαστάσεων. Εικόνες εναλλάσσονταν ταχύτατα και χαοτικά στο μυαλό μου όπως η γρήγορη εναλλαγή των σκηνών στο τρέιλερ κάποιας ταινίας. Και κάθε φορά, σε κάποια στιγμή αυτής της ιεροτελεστίας, η φαντασία μου σταματούσε και πάγωνε σε ένα ανδρικό πρόσωπο. Ήταν ένα πρόσωπο της παλιάς εποχής με χαρακτηριστικά και καπέλο που δεν συναντάμε στις μέρες μας, ένα πρόσωπο αυστηρό και επιβλητικό που δεν θυμόμουν να έχω ξαναδεί σε φωτογραφίες στη διάρκεια της ζωής μου. Από που είχε ξεπηδήσει αυτή η μορφή; Γιατί το ασυνείδητο μέρος της ψυχής μου επέμενε να στέλνει στην επιφάνεια την ίδια κάθε φορά μορφή; Και γιατί το άκουσμα από τον ήχο του μικρού σιντριβανιού προκαλούσε μέσα μου τέτοια λύτρωση και κατέληγε πάντα σε κείνη την άγνωστη ανδρική προσωπογραφία;

Όλα αυτά τα ερωτήματα – παράξενα ακόμα και σαν ερωτήματα – δεν έπαψαν να με απασχολούν και κατά περιόδους να με βασανίζουν. Με τις τωρινές μου γνώσεις στη φυσική και στη φιλοσοφία δεν μπορώ να αποκλείσω καμιά προσέγγιση και οι απαντήσεις που εναλλάσσονται συνεχώς στη σκέψη μου είναι απείρως πιο παράξενες από τα ίδια τα ερωτήματα. Όλα είναι πιθανά. Ίσως η συνείδησή μας, αυτή η μυστηριώδης ιδιότητα που μας επιτρέπει να σκεφτόμαστε και να ρωτάμε, είναι πέρα και πάνω από κάθε υλικό περιορισμό και ότι το σώμα και ο εγκέφαλος μας είναι απλώς συσκευές που μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος συχνοτήτων αναπαράγουν και εκπέμπουν την κοσμική συνείδηση που δίνει μορφή και υπόσταση στα πάντα και επιτρέπει στο σύμπαν να υπάρχει για λόγους που ίσως κάποτε γίνουν κατανοητοί και από τη δική μας ατομική συνείδηση.

Είναι στιγμές που ακόμα και τώρα περνάω κάπου-κάπου από την εκκλησία της παλιάς μου γειτονιάς και ανάβω δυο κεράκια, ένα για όσους αγαπώ και ένα για όλους τους άλλους. Όμως, κατά βάθος, το αληθινό μου κίνητρο είναι για να ξαναβρεθώ σε κείνο το τοιχάκι και να ξανανιώσω εκείνη την ανεξήγητη γαλήνη κοιτάζοντας την αυλή και το σπίτι που κάποτε, σε κείνα τα ταραγμένα εφηβικά μου χρόνια, ήταν το λυτρωτικό καταφύγιο της ύπαρξής μου. Σε αντίθεση με πολλά σπίτια της πόλης που έχουν ρημάξει και έχουν εγκαταλειφθεί στη μοίρα τους, το σπίτι δίπλα στην εκκλησία παραμένει καλοδιατηρημένο και σχεδόν άθικτο. Μερικές φορές στην αυλή βλέπω ένα μικρό πλαστικό ποδήλατο και παιδικά παιχνίδια. Χαμογελώ συγκινημένος – η σκέψη ότι η ζωή αντιστέκεται μου δίνει χαρά. Και αυτή η χαρά κάνει πιο έντονη την αίσθηση της γαλήνης που αναβλύζει αβίαστα στην ψυχή μου αλλά που τώρα πια η πηγή της δεν είναι εντελώς ανεξήγητη. Τώρα πια ξέρω και πιστεύω, έστω και για λίγες στιγμές, ότι εκείνο το σπίτι και εκείνη η άγνωστη προσωπογραφία που εμφανίζεται στη φαντασία μου είναι κομμάτια της ατομικής μου ύπαρξης σε ένα άλλο επεισόδιο της αιώνιας κοσμικής παράστασης – κομμάτια που ίσως να ανήκουν στο ατομικό παρελθόν μου αλλά και με την ίδια πιθανότητα στο ατομικό παρόν ενός άλλου παράλληλου εαυτού μου.

 

8

Πώς κατάφερα και στάθηκα στα πόδια μου με ένα απολυτήριο δημοτικού και με τόσες ιδιοτροπίες που λογικά θα έπρεπε να με είχαν οδηγήσει σε δύσκολες ή και τραγικές καταστάσεις στην ενήλικη ζωή μου; Πώς εγώ, ένας άνθρωπος παγιδευμένος σε μια χαλαρή μορφή μοιρολατρίας, καταδικασμένος σε μεγάλα διαστήματα παθητικότητας και απραξίας, κατάφερα να βρω εκείνη την ελάχιστη ποσότητα δράσης που είναι απαραίτητη για μια στοιχειώδη και αξιοπρεπή διαβίωση; Και ακόμα πώς εγώ, ένας άνθρωπος σχεδόν εκ γενετής αλλεργικός στην συνύπαρξη, κατά περιόδους μισάνθρωπος, μπόρεσα να ζήσω τελικά ανάμεσα στους ανθρώπους βρίσκοντας μια λεπτή ζώνη ασφαλείας μεταξύ της κοινωνικής ζωής και της συστηματικής απομόνωσης;

Ζω και δουλεύω στο μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της πόλης – μια εξέλιξη που δεν υπήρχε ποτέ μέσα μου ως στόχος και θα χρειαζόμουν ολόκληρο βιβλίο για να δώσω μια επαρκή εξήγηση για την πορεία που ακολούθησα στη ζωή μου. Όμως, το τελικό μου συμπέρασμα είναι ότι η εξέλιξη μιας ζωής δεν είναι ποτέ γραμμική και πολύ συχνά οι αρχικές συνθήκες δεν καθορίζουν αμετάκλητα το τελικό αποτέλεσμα. Άπειρες λεπτομέρειες μπορούν να σου αλλάξουν πορεία και να σε οδηγήσουν σε τρόπους ζωής που δεν υπήρξαν ποτέ στη φαντασία σου. Στόχοι που σχεδίαζες για χρόνια μπορεί να μείνουν απραγματοποίητοι και ουρανοκατέβατες αποφάσεις της στιγμής μπορεί να αλλάξουν ολοκληρωτικά την ατομική σου ιστορία.

Προσπαθώντας να αναλύσω και να καταλάβω τον εαυτό μου καταλήγω κάθε φορά σε δυο συμπεράσματα. Πρώτον στην επίδραση που είχε στην εξέλιξή μου η αφοσίωση και η αγάπη που μου έδωσαν απλόχερα οι γονείς μου, ο καθένας με τον τρόπο του και παρά τις ενστάσεις τους για τις επιλογές μου. Και δεύτερον στην αίσθηση που είχα κατά καιρούς ότι σε ορισμένες πολύ κρίσιμες στιγμές της ζωής μου αυτό που με έσωσε από μεγάλους κινδύνους ήταν μια εξωτερική παρέμβαση, ανεξήγητες ιδιοτροπίες της στιγμής και ξαφνικές αντιδράσεις που έρχονταν την τελευταία στιγμή λες και δρούσε κάποια άλλη δύναμη γύρω μου, μια δύναμη που δεν μπόρεσα ποτέ να εντοπίσω την πηγή και τον μηχανισμό της.

Χωρίς αμφιβολία στον πατέρα μου χρωστάω την ικανότητα να περπατώ στους δρόμους του κόσμου χωρίς φόβο και χωρίς να με επηρεάζουν τα βλέμματα των άλλων. «Το πιο κρίσιμο πράγμα είναι να μάθεις να βαδίζεις με θάρρος ανάμεσα στους ανθρώπους και να ξέρεις να αντιμετωπίζεις το βλέμμα τους» μου έλεγε συχνά από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας μου και δεν άργησα να καταλάβω τη σημασία της συμβουλής του. Πράγματι, μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, αλλά δεν είναι τόσο απλό να περπατάς ολομόναχος στους δρόμους μιας επαρχιακής πόλης με τόσα βλέμματα πάνω σου. Με τον καιρό οι άνθρωποι σε μαθαίνουν, σε κοιτάζουν αδιάκριτα, διαπεραστικά, κακόβουλα και μπορεί να σκέφτονται ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί σου και ότι μπορεί να είσαι τρελός ή επικίνδυνος. Στο μυαλό τους, όλοι αυτοί οι απρόσωποι άλλοι, μπορεί να δημιουργούν συνειρμούς και να βγάζουν συμπεράσματα που δεν έχουν καμιά σχέση με τη δική σου εσωτερική αλήθεια. Και στο τέλος, με μια περίεργη αντιστροφή των ρόλων, να σε κάνουν να νομίζεις ότι πράγματι κάτι δεν πάει καλά μαζί σου και αυτή η αίσθηση να κυριαρχεί μέσα σου και να αλλοιώνει την εικόνα και την άποψη που έχεις για τον εαυτό σου. Και αυτός είναι ένας κίνδυνος που τον έζησα στα εφηβικά μου χρόνια όταν συναντούσα στον δρόμο παλιούς συμμαθητές μου από το δημοτικό που με κοίταζαν παράξενα και έκαναν σχόλια πίσω από την πλάτη μου όταν ξεμάκραινα από το σημείο συνάντησης. Και ενώ είχα κάποιες φορές την πρόθεση να τους μιλήσω και να μάθω πράγματα για τη ζωή τους κατέληγα να τους αντιπαθώ ακόμα περισσότερο αφού ακόμα και μετά από χρόνια ήταν ακόμα πιο προκατειλημμένοι και εχθρικοί απέναντί μου. Χρειάστηκε να θυμηθώ πολλές φορές τη συμβουλή του πατέρα μου και να εξασκήσω το βλέμμα μου ακόμα περισσότερες μέχρι να βρω τη δύναμη να νοιώθω άτρωτος από τα βλέμματα των άλλων. Και δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι, αν δεν τα είχα καταφέρει από τότε, θα κινδύνευα αργότερα στη ζωή μου να αποκτήσω έναν αθεράπευτο φόβο για τους άλλους και ίσως και μια γενικευμένη άρνηση να βγαίνω και να κυκλοφορώ με άνεση σε αυτή την διάσταση της πραγματικότητας που τόσο αφηρημένα αποκαλούμε «έξω».

Για το ζήτημα της αγνώστου προελεύσεως σωτήριας παρέμβασης υπάρχει μια ανάμνηση που είναι απολύτως ενδεικτική για τη σημασία της στη ζωή και στην επιβίωσή μου. Μετά τα δεκάξι μου συνήθισα πια με θάρρος να κάνω μεγάλες μοναχικές βόλτες και να χάνομαι για ώρες στα σοκάκια των παλιών συνοικιών της πόλης – μια περιοχή περίπου τρία χιλιόμετρα από το σπίτι μας. Η φθορά των αιώνων και η αδυναμία συστηματικής συντήρησης εκείνου του όμορφου κομματιού της πόλης είχε οδηγήσει πολλά κτίρια και στοές στο σημείο της κατάρρευσης και σε σοβαρούς κινδύνους τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους περαστικούς. Ειδικά στη διάρκεια του χειμώνα με τις δυνατές βροχές κομμάτια από τοίχους και αψιδωτά τόξα πάνω από τα μικροσκοπικά σοκάκια έπεφταν υπό το βάρος του νερού και αποτελούσαν θανάσιμη απειλή για όποιους βρίσκονταν από κάτω.

Από μια τέτοια απειλή σώθηκα τελευταία στιγμή ένα χειμωνιάτικο βράδυ καθώς βάδιζα σε ένα πολύ αγαπημένο στενάκι που οδηγούσε σε μια από τις κεντρικές πλατείες της παλιάς πόλης. Πέντε δευτερόλεπτα να προχωρούσα ακόμα και θα βρισκόμουν τραυματισμένος ή και σκοτωμένος από τις πέτρες της αψίδας που ξεκόλλησαν από το κέντρο της και έπεσαν στο χαλικόστρωτο δρομάκι. Τι ήταν αυτό που με σταμάτησε; Ήταν η ξαφνική φαγούρα που με έπιανε συχνά στα πόδια και στις πατούσες και με έκανε να σταματώ, να πατώ  με μανία τα πόδια μου στο δρόμο για να ανακουφιστώ και πολλές φορές να βγάζω τα παπούτσια μου και να ξύνομαι ένα δυο λεπτά στη μέση του δρόμου. Ήταν μια κατάρα αυτή η σωματική ιδιομορφία –πιθανό σύμπτωμα του ασυνείδητου άγχους μου– αλλά εκείνη τη στιγμή αποδείχτηκε σκέτη ευλογία και με έσωσε από τις κοτρώνες που έβλεπα να πέφτουν τρία τέσσερα μέτρα μπροστά μου και με έκαναν να φαντάζομαι τι θα είχα πάθει αν βρισκόμουν σε κείνο ακριβώς το σημείο. Εκείνο το βράδυ αναθεώρησα την άποψη που είχα για την φαγούρα μου και για άλλα εκ γενετής κουσούρια που κατά καιρούς με βασάνιζαν. Γιατί έρχεται πάντα μια στιγμή που νοιώθεις ότι τίποτα δεν είναι απόλυτο και ότι πράγματα που μέχρι χτες μας φαίνονταν πηγή δυστυχίας μπορούν έστω και για μια στιγμή να αποδειχτούν σωτήρια – λες και όλα σε κάθε ανθρώπινη ζωή είναι προσχεδιασμένα από την αρχή μέχρι το τέλος, και ακόμα και τα πιο δυσάρεστα κομμάτια της ατομικής σκευής μας υπάρχουν για να ολοκληρωθεί ένα σχέδιο που δεν είναι δικό μας.

 

9

Ποιο είναι αυτό το σχέδιο; Υπάρχει κάποιος ανώτερος σχεδιασμός για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη; Kαι υπάρχει και ένα μεγαλύτερο σχέδιο για την ανθρωπότητα συνολικά;

Αυτά τα ερωτήματα και άλλα παρόμοια καρφώθηκαν επίμονα στην σκέψη μου από τα πρώτα νεανικά μου χρόνια. Τρόπο να τα προσεγγίσω δεν είχα  αλλά η ύπαρξή τους γινόταν συχνά αφορμή για να σκεφτώ το ζήτημα του Θεού με όρους καθαρά φιλοσοφικούς και χωρίς θρησκευτικές προκαταλήψεις. Με τα χρόνια, με εμπειρίες και διαβάσματα, κατέληξα να ψάχνω στηρίγματα παντού: στον καθαρό ορθολογισμό, στις μεταφυσικές φαντασιώσεις και σε κάθε λογής μυστικιστικές αναζητήσεις. Όλα τα θεωρούσα αναγκαία και ικανά να οδηγήσουν σε ανακαλύψεις και σταδιακά άρχισα να πιστεύω ότι οι λέξεις και οι έννοιες δεν είναι περισσότερο αποκαλυπτικές από τις αστραπές του απόλυτου που μπορείς να νοιώσεις στο αποκορύφωμα ενός άγριου μεθυσιού ή στη διάρκεια μιας κρίσης πανικού και δακρύων.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αντιλήψεων η σχέση μου με την ιδέα του Θεού ή γενικά μιας ανώτερης δύναμης ήταν και παραμένει συνεχώς μεταβαλλόμενη και γεμάτη αντιφάσεις. Δεν είχα και δεν έχω καμιά αμφιβολία για την ύπαρξη μιας άγνωστης δημιουργικής αρχής αλλά και δεν έχω καμιά σίγουρη ιδέα για τον σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου και τη θέση του μέσα στο κοσμικό παιχνίδι. Το μόνο που υπάρχει στην σκέψη μου είναι μια συλλογή από ερωτήματα και ενστάσεις, μια ατέλειωτη σειρά αμφιβολιών και υποθέσεων που είναι σταθερές και υπαγορευμένες από την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση και την ασυγχώρητη ανθρώπινη μοίρα. Καλός ή κακός; Παντοδύναμος ή ερασιτέχνης; Πανάγαθος ή απολύτως αδιάφορος για την ανθρωπότητα; Δημιουργός του ανθρώπου ως φορέα μιας ανώτερης αποστολής ή για λόγους πολύ κατώτερους των ελπίδων και των προσδοκιών μας; Τι νόημα έχουν αυτά τα ερωτήματα και αυτές οι αυθαίρετες ιδιότητες για κάτι τόσο απρόσιτο και ανεξιχνίαστο; Πώς να προσεγγίσουμε αυτές τις απορίες που με μυστηριακό τρόπο δημιουργεί η ίδια η γλώσσα αλλά που με εξίσου ανεξήγητο τρόπο αδυνατεί να απαντήσει; Και τελικά τι είναι η γλώσσα και κατ’ επέκταση η σκέψη; Τρόπος για να φτάσουμε στην αλήθεια ή μια παγίδα απ’ την οποία θα βγούμε μόνο με την τρέλα ή τον θάνατο;

Δεν γνωρίζουμε. Το ανθρώπινο ον, ικανό για όλους τους άθλους και για όλες τις αθλιότητες, δεν φέρει πάνω του κάποια ευδιάκριτη υπογραφή του κατασκευαστή του. Η εξωφρενική του πολυπλοκότητα, ο άλυτος γρίφος του εγκεφάλου και της συνείδησης, το μυστήριο της γλώσσας, η ικανότητά του να παράγει επιστήμη και τέχνη, η εκπληκτική του ιδιότητα να στοχάζεται πάνω στον εαυτό του και στο σύμπαν – όλα αυτά είναι σοβαρές ενδείξεις ενός σχεδιασμού από κάτι ανώτερο. Και απ’ αυτό το σημείο, από αυτό το «κάτι» ξεκινά η αμηχανία και η άγνοια. Αγνοούμε την ακριβή πηγή της προέλευσης του και τον πραγματικό σκοπό της δημιουργίας του. Και αυτή ακριβώς η άγνοια μαζί με την αγωνία του θανάτου συνιστούν τον πυρήνα της κατάστασής του. Ακόμα και τις στιγμές που νοιώθουμε άτρωτοι η μηδαμινότητά μας είναι ριζική, η άγνοιά μας απόλυτη: κλείνουμε τα μάτια, το προσπερνάμε, υποκρινόμαστε. Όμως, κάποτε τα ψέματα τελειώνουν. Έρχεται πάντα η στιγμή που διαπιστώνουμε ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει κιόλας αρχίσει. Κάποιο βράδυ κοιτάζουμε στον καθρέφτη: υπάρχουμε ακόμα, το είδωλό μας είναι εκεί, κουρασμένο και αμήχανο. Αλλά μέχρι πότε; Κάποτε θα σβήσει κι αυτό όπως σβήνουν όλα: σκέψεις, όνειρα συναισθήματα, αποφάσεις, πράξεις, προσπάθειες, ελπίδες. Έχουν κάποιο νόημα; Καταγράφονται κάπου; Θα χαθούν για πάντα μαζί μας; Δεν ξέρουμε. Τα φαινόμενα κρύβουν καλά τα μυστικά τους. Τα πράγματα αντιστέκονται. Οι αλήθειες είναι εναντίον μας. Οι επιστήμες υπόσχονται νέους θριάμβους. Αλλά ποιο το όφελος; Εξακολουθούμε να ζούμε μέσα στην πλάνη και να πεθαίνουμε μέσα στην άγνοια. Ψάχνουμε απαντήσεις και καταλήγουμε στα ίδια πάντα αδιέξοδα. Θέλουμε εξηγήσεις και κάθε φορά ορθώνεται μπροστά μας το Ανεξήγητο με όλα τα τυπικά και επίμονα ερωτήματά του.

Ίσως ο θάνατος να είναι η απάντηση, το πέρασμα σε έναν κόσμο πέρα απ’ τα φαινόμενα που να εξηγεί και να δικαιολογεί όλες τις ταπεινώσεις και τις δυστυχίες που περνάμε στο σύντομο αλλά πυκνό σε εμπειρίες και ερωτήματα επίγειο ταξίδι μας. Αλλά ακόμα κι αν ισχύει ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα πρέπει να περιμένουμε να εξαντληθεί το μέλλον μας και να φτάσουμε στην ώρα του θανάτου. Πώς, όμως, να διαχειριστούμε αυτή την αναμονή; Πώς να την γεμίσουμε; Τι νόημα έχει οποιαδήποτε μορφή κατάκτησης και δημιουργίας –επαγγελματικής ή καλλιτεχνικής– αφού το περιεχόμενό τους θα ακυρωθεί από τον βιολογικό μας θάνατο και την οριστική μας απουσία από το σκηνικό αυτού του κόσμου; Να αυτοκτονήσουμε θεωρώντας αυτή την πράξη ως μια επιλογή διαθέσιμη ώστε να φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στην επίλυση του γρίφου; Προσωπικά την απορρίπτω. Αγαπώ αυτή τη μάταιη ζωή, τις άγιες ώρες της απόλαυσης, τις συναντήσεις με τους γονείς μου, τους δρόμους και τα δέντρα της αγαπημένης μου πόλης, το λυτρωτικό άρωμα του καφέ, το σώμα των βιβλίων μέσα στα χέρια μου, το τρυφερό άγγιγμα από τα φώτα της νύχτας, την ανεξήγητη θαλπωρή που μου δίνει η αίσθηση ότι υπάρχω, ότι είμαι ακόμα στο σώμα μου, ότι είμαι ένα σώμα. Αγαπώ το παρόν, το κάθε παρόν και όταν ρίχνω κάποιες αναγκαίες ματιές στο μέλλον το μόνο που βλέπω να υπάρχει εκεί είναι η σιγουριά του θανάτου μου. Συχνά αναρωτιέμαι και προσπαθώ να φανταστώ τι θα μου συμβεί την στιγμή που η καρδιά και ο εγκέφαλος σταματήσουν να λειτουργούν. Θα νοιώθω ακόμα ότι είμαι εγώ; Θα νοιώθω κάτι από αυτό που ήμουν όσο ζούσα; Ή θα σβήσει ολοκληρωτικά η αίσθηση του εαυτού μου; Πόσο πιθανό είναι το σενάριο μιας οριστικής και αμετάκλητης ανυπαρξίας; Και πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο του αποχωρισμού της συνείδησής μου από το φυσικό μου σώμα και της μετάβασης σε ένα άλλο επίπεδο της ύπαρξης απαλλαγμένο από τους περιορισμούς της όρασης και των άλλων σωματικών μας αισθήσεων;

Δεν έχω λογικές και σίγουρες απαντήσεις. Ξέρω όμως με βεβαιότητα ότι η λογική είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι του ανθρώπινου εξοπλισμού και ότι εκτός από τις αισθήσεις υπάρχουν μέσα μας άλλοι, πιο συγκλονιστικοί τρόποι θέασης και σύνδεσης με το μυστήριο που μας περιβάλλει. Και είναι αυτή η σιγουριά που ανασύρει από την άβυσσο της φαντασίας μου λυτρωτικές και ζωογόνες ελπίδες: σκέφτομαι τη μάνα μου και τον πατέρα μου, σκέφτομαι ότι κάποτε θα συμβεί το ανεπανόρθωτο –πρώτα εκείνοι, μετά εγώ, μπορεί και το αντίστροφο– και με μια ασύλληπτη βαθύτητα πιστεύω ότι οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν ολοκληρωτικά και άδολα σ’ αυτή τη ζωή θα έχουν μια δεύτερη ευκαιρία να ξαναβρεθούν και πέρα απ’ τα φαινόμενα αυτού του κόσμου. Γιατί, αν η αγάπη δεν έχει νόημα τότε τίποτα δεν έχει νόημα. Μακάριοι αυτοί που αγαπούν και κλείνουν τα μάτια των αγαπημένων με την ελπίδα να ξαναβρεθούν. Μακάριοι και αυτοί που αγαπούν χωρίς ελπίδα και εξαντλούν την άπειρη αγάπη τους μέσα στον ορίζοντα αυτού του μάταιου και πονεμένου κόσμου.

*

*

*