Οι Άγιοι Θεόδωροι της πλατείας Κλαυθμώνος στην Αθήνα, σε χαρακτικό του John Pentland Mahaffy, 1890 (πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).
~.~
ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #18
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ
«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.
~.~
Το τάμα του Καλόμαλου
Πάνω από σαράντα εκκλησίες υπολογίζεται ότι κτίστηκαν στην Αθήνα κατά τα χρόνια της ακμής του μεσαιωνικού Βυζαντίου, από τον 10ο αιώνα έως το 1204 —χρόνια μεγάλης άνθησης και της ίδιας της πόλης. Τα κτίσματα αυτά ήταν άριστα δείγματα της αρχιτεκτονικής της εποχής τους, με τις ανθρώπινες αναλογίες τους, τη σαφή γεωμετρία, τη ζεστή εναλλαγή πέτρας και τούβλου στο εξωτερικό, το ρυθμικό παιχνίδι των τόξων και τις πολλαπλές στέγες που οδηγούν πυραμιδωτά προς τον τρούλο της κορυφής. Σήμερα σώζονται περίπου δέκα, καθώς ο χρόνος και οι ιστορικές περιπέτειες έλαβαν γενναίο μερίδιο από αυτό το κεφάλαιο της αθηναϊκής κληρονομιάς.
Εύλογα θα διερωτηθεί κανείς, γιατί χρειάζονταν τόσες πολλές εκκλησίες σε μια μικρή περιφερειακή πόλη, ο πληθυσμός της οποίας εκτιμάται ότι δεν ξεπερνούσε μερικές χιλιάδες ψυχών. Την απάντηση θα έδιναν γραπτά κείμενα της εποχής ή οι επιγραφές που υπήρχαν στα ίδια τα κτίσματα· ωστόσο, δεν έχει σωθεί σχεδόν τίποτα τέτοιο. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι οι αθηναϊκοί ναοί ήταν στην πλειονότητά τους ιδιωτικοί, ιδρυμένοι από ευκατάστατες οικογένειες που τους συντηρούσαν και τους χρησιμοποιούσαν ως τόπο ταφής. Αυτό υποδεικνύουν μεταξύ άλλων οι βυζαντινές επωνυμίες που διατηρούν ορισμένοι, οι οποίες μάλλον προέρχονται από οικογενειακά ονόματα των ιδρυτών τους: Παναγία Καπνικαρέα, Άγιος Νικόλαος Ραγκαβάς, Σωτήρα του Κοτάκη κ.ά.
Μία μόνο εκκλησία της εποχής, μας εξηγεί με αμεσότητα ποιός, πότε και γιατί την έκτισε, χάρις στην κτιτορική επιγραφή η οποία σώζεται στην πρόσοψή της. Οι Άγιοι Θεόδωροι στην πλατεία Κλαυθμώνος, απαστράπτοντες μετά τις τελευταίες εργασίες αποκατάστασης, αποτελούν μία νησίδα του βυζαντινού παρελθόντος της Αθήνας μέσα στην καρδιά του ιστορικού της κέντρου. Πρόκειται για ένα από τα πιο σπουδαία μνημεία της εποχής του, δείγμα της τοπικής αρχιτεκτονικής σχολής που αναπτύχθηκε στη νότια Ελλάδα μετά τα μέσα του 10ου αιώνα. Οι εξωτερικές του όψεις διακοσμούνται πλούσια με κεραμικές πλάκες που παριστάνουν ζώα αλλά και μία εκδοχή αραβικών γραμμάτων, τα λεγόμενα «κουφικά», που έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή την ίδια εποχή.
Επάνω από την είσοδο των Αγίων Θεοδώρων, διαβάζει κανείς τη μαρμάρινη κτιτορική επιγραφή, ένα επίγραμμα οκτώ στίχων σε δωδεκασύλλαβο μέτρο, με προσεκτικά χαραγμένα κεφαλαία γράμματα· την επιγραφή αυτή συμπληρώνει μία μικρότερη, σε ξεχωριστή πλάκα, με το έτος ίδρυσης του ναού:
☩ Τὸν πρὶν παλαιὸν ὄντα σου ναόν, μάρτυς,
καὶ μικρὸν καὶ πήλινον καὶ σαθρὸν λίαν
ἀνήγειρε Νικόλαος σὸς οἰκέτης
ὁ Καλόμαλος σπαθαροκανδιδάτος
ὃς εὗρέν σε προστάτην παιδόθεν μέγαν
βοηθὸν καὶ πρόμαχον πολλῶν κινδύνων
ὃν καὶ πρέσβευε τοῦ ἄνω τυχεῖν κλήρου
λαβόντα τὴν ἄφεσιν τῶν ἐσφαλμένων·
μηνὶ Σεπτεμβρίῳ, ἰνδικτιῶνος γ΄, ἔτους ͵σφνη΄
Σύμφωνα με το επίγραμμα, κτίτωρ του ναού ήταν ο στρατιωτικός αξιωματούχος Νικόλαος Καλόμαλος και η οικοδόμησή του ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 6558 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 1049 μετά Χριστόν (χρονολογία που παλαιότερα είχε αμφισβητηθεί εξαιτίας μίας αναντιστοιχίας στον αριθμό της ινδικτιώνος). Το επίγραμμα διεκτραγωδεί στην αρχή την προηγούμενη κατάσταση του ναού, που χαρακτηρίζεται παλαιός, μικρός, «πήλινος» και «σαθρός λίαν». Αυτή η παράθεση αρνητικών επιθέτων, αποσκοπεί στο να αναδείξει τη λαμπρότητα της νέας εκκλησίας, που είχε προ οφθαλμών ο κάθε προσκυνητής της, και να αναδείξει έτσι τη σημασία της προσφοράς του κτίτορα. Ο Καλόμαλος ζητά ευθέως στο τέλος του επιγράμματος να ανταμειφθεί για το έργο του, λαμβάνοντας την άφεση των αμαρτιών που θα του χαρίσει μια θέση στον Παράδεισο — «τοῦ ἄνω τυχεῖν κλήρου». Αυτό το υλικό «δοῦναι» και πνευματικό «λαβεῖν» αποτελεί κοινό τόπο σε πλήθος αφιερωτικών επιγραφών, ήδη από τους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου, και διέπει βέβαια τη σχέση του ανθρώπου με το θείον από πολύ παλαιότερα.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο αποδέκτης της δωρεάς και της επίκλησης του Καλόμαλου, στον οποίο θα ήταν αφιερωμένος ο ναός, δεν κατονομάζεται στην επιγραφή αλλά προσφωνείται μόνον ως «μάρτυς». Ο δωρητής τονίζει την προσωπική σχέση που από παιδί είχε μαζί του —«προστάτην παιδόθεν μέγαν βοηθὸν καὶ πρόμαχον πολλῶν κινδύνων»— με έμφαση στους κινδύνους, πράγμα αναμενόμενο για έναν στρατιωτικό. Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι θα ήταν μία ανδρική μορφή, και με βάση τη στρατιωτική ιδιότητα του Καλόμαλου και την ονομασία του ναού, όπως παραδόθηκε στις μέρες μας, θα επρόκειτο μάλλον για τον έναν από τους δύο στρατιωτικούς αγίους Θεοδώρους, τον Στρατηλάτη ή τον Τήρωνα. Οι συνονόματοι μάρτυρες, που απεικονίζονταν με τις πανοπλίες τους πότε πεζοί και πότε έφιπποι, ήταν μία από τις πιο δημοφιλείς συζυγίες αγίων στον βυζαντινό κόσμο, ώστε να καταστούν αξεχώριστοι. Έτσι, στον ναό που έκτισε ο Καλόμαλος για τον προστάτη του Θεόδωρο, προστέθηκε με τα χρόνια και ο δεύτερος, ώστε το τάμα του να απευθύνεται πλέον και στους δύο.
*
Η επιγραφή του Νικόλαου Καλόμαλου στην πρόσοψη του ναού, μετά την πρόσφατη συντήρησή της από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλεως Αθηνών.
*
Η επιγραφή των Αγίων Θεοδώρων δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1774 από τον Άγγλο περιηγητή Richard Chandler στο έργο του Inscriptiones antiquae: pleraeque nondum editae: in Asia minori et Graecia, praesertim Athenis collectae. Εδώ ακολουθούμε την πιο πρόσφατη κριτική έκδοσή της, του Andreas Rhoby (Byzantinische Εpigramme auf Stein, Βιέννη 2014, αρ. GR15), χωρίς τα επιγραφικά σύμβολα. Για τις μόλις ολοκληρωθείσες εργασίες αποκατάστασης του ναού από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλεως Αθηνών, παρέχονται αναλυτικές πληροφορίες εδώ: https://efaathculture.gr/agioi-theodoroi-athinon/
*
*
*

