* * *
Νοέμβρης· τα νησάκια μπαίνουν στον ορό
με μια γερή γροθιά πέφτουν σε νάρκη
μέχρι το Πάσχα (τύπου Ανάσταση θαρρώ…).
Κλειστές ταβέρνες, στοιχειωμένα πάρκινγκ,
ξεθωριασμένα διαφημιστικά εκδρομών,
χωριά ερημωμένα – άλλοτε αυτάρκη…
Οι επιχειρηματίες –οι πιο πολλοί– υπ’ ατμόν
φεύγουν, να διαχειμάσουνε και πάλι
στις πολιτείες των φώτων, των ευκαιριών
κι ύστερα με το λάπτοπ στη μασχάλη
και μ’ άπταιστη αγγλική θα ’ρθούν σε υποδοχή
ορδών με παρεό και με σανδάλι.
Νησιά πεντόβολα σε φαύλη χούφτα· ηχεί
φάλτσα το Άξιον Εστί εντέλει…
Νησιά πηχτά στη λασπουριά και στη βροχή
που ο ήλιος μισθωμένος ανατέλλει.
Νησάκια σκουλαρίκια στα κουφά αυτιά
χώρας μαιτρέσας μ’ ανοιχτά τα σκέλη
που ο εραστής της θα την κάνει μια χαψιά·
μόλις στραγγίξει η τελευταία σταγόνα
θα της περάσει όλο χάρη την τριχιά.
Νησιά, γυμνά παιδάκια τον χειμώνα.
ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
*
*
*
