Αλβανικό Μέτωπο, φωτογραφία αρχείου. Κατά πάσα πιθανότητα, ο πατέρας.
*
του ΓΙΩΡΓΟΥ Σ. ΤΟΣΚΑ
~.~
«Δεν ήταν, λοιπόν, τόσο απλό
ούτε τόσο απαλό το τέλος.»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Το δικό μας αίμα
Οι ιστορίες όλων των ανθρώπων έχουν παράλληλες –καμμιά φορά και αντιπαράλληλες αλλά με την ίδια κατεύθυνση– φορές. Πόσο αντέχει κανείς να ξύνει τις πληγές του; Όσο ζει; Υπάρχουν όμως στιγμές που οι μνήμες φέρνουν μπρος μας ακούσματα και ιστορίες αληθινές, γραμμένες θραυσματικά σε υποσυνείδητα ενίοτε μισοσβησμένα, άλλοτε ως βάλσαμο κι άλλοτε ως σφάχτες. Με μιαν αλήθεια όμως βιωμένη στο λόγο. Με την απόσταση που ο χρόνος και οι γεωγραφικές συντεταγμένες το επιτρέπουν. Και με τη διαθλαστική ματιά των επιγόνων.
Ο πατέρας και παππούς των παιδιών μας, από δώδεκα χρονών –αρχές του ’30– στέλνεται μόνος σε συγγενείς στην Αθήνα, βγάζει το Γυμνάσιο και καταφέρνει να σπουδάσει μηχανικός αεροσκαφών στην Αεροπορία. Μια φορά σε μια δοκιμαστική πτήση με διπλάνο, καθόταν στο πίσω κάθισμα. Είχε όμως ξεχάσει να δέσει τη ζώνη του. Ο πιλότος κάνει ξαφνικά «loop», αναστροφή, αλλά ο νέος τότε μηχανικός κρατιέται.
Το βράδυ της 6ης Ιουνίου του 1933 φρουρούσε ως νεαρός υπαξιωματικός της αεροπορίας στην λεωφόρο Κηφησίας. Κάπου κοντά άκουσε τον –ευτυχώς άστοχο– πυροβολισμό με στόχο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Δυο χρόνια αργότερα έλαβε μέρος στο αποτυχημένο κίνημα των τότε βενιζελικών κι αριστερών αξιωματικών κι αποστρατεύεται.
Ο πόλεμος του ’40 τον βρίσκει επιλοχία του πεζικού στα βουνά της Χειμάρρας. Συνέχεια στην πρώτη γραμμή. Εκεί που, όπως διηγήθηκε, οι φωτογράφοι δεν τολμούσαν να φθάσουν. Ο ίδιος λέει –είπε– ότι έζησε γιατί τραυματίστηκε. Δεν θ’άντεχε άλλο. Και πάλι κατά τύχη επέζησε.
Όταν στο ύψωμα επάνω σκοτώθηκε ο χειριστής του οπλοπολυβόλου, το πήρε εκείνος. Μέχρι που μια ιταλική ριπή γάζωσε την χλαίνη και τον βρίσκει στο πόδι κοντά στο γόνατο. Η σφαίρα πέρασε το πόδι αφήνοντας διαμπερές τραύμα. Ήταν ήδη σούρουπο, έπεσε σιγά-σιγά το βράδυ. Σύρθηκε κάτω από έναν θάμνο, τυλίχτηκε στην κομματιασμένη χλαίνη του και λούφαξε με την πληγή του αιμάσουσα. Πώς πέρασε η παγωμένη νύχτα, μόνο εκείνες οι ψυχές το ξέρουν. Το πρωί περνά ένας ημιονηγός του Ερυθρού Σταυρού με το μουλάρι του. Βλέπει ένα ρυάκι αίμα να κατρακυλά από τον θάμνο. Κοιτάζει από κάτω, τον βλέπει. Στο μουλάρι κουβαλούσε έναν βαριά τραυματισμένο Ιταλό αξιωματικό. Παρότι οι αξιωματικοί –ακόμα κι οι εχθροί– προηγούνταν, τον πετά και παίρνει τον πατέρα. Γύρω από τον λόφο –μαθαίνει αργότερα– κοίτονται δεκάδες σκοτωμένοι Ιταλοί. Ήταν ανήμερα της γιορτής του, 27 Δεκεμβρίου, όταν τραυματίστηκε.
«Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού… έπρεπε να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χειμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο»
επιβεβαιώνει ο Οδυσσέας Ελύτης. [1] Στη στροφορμή μιας σφαίρας που διαπερνά τη σάρκα, ξετυλίγεται το κουβάρι του πολέμου.
~.~
Η συνάντηση με φίλους Ιταλούς είναι πάντα σφιγμένη. Είναι μήπως παιδιά, εγγόνια, συγγενείς εκείνου που χάθηκε από μιαν απόφαση στιγμής του ημιονηγού, για να έρθουμε εμείς αργότερα στον κόσμο; Πώς να τους κοιτάξει κανείς στα μάτια; Τον φίλο συγγραφέα Μάριο Μπέττι; Κι αυτός μικρό του πολέμου παιδί, τρώγοντας κάστανα επέζησε στην όμορφη σήμερα Λούκα της Τοσκάνης. Θύματα του φασισμού κι αυτοί.
Κι αν υπάρχουν και στην αποδώ όχθη, στη Γερμανία, άλλες ιστορίες… Ένας ενενηντάχρονος Γερμανός –τότε δεκατεσσάρων ετών έφηβος– μου διηγήθηκε την έξοδό τους μετά τον πόλεμο το ’45 από το Στεττίν της πρώην πρωσικής αυτοκρατορίας. Τα νέα σύνορα της Πολωνίας χαράχθηκαν στη Γιάλτα και οι γερμανικοί πληθυσμοί υποχρεώθηκαν ν’αφήσουν τα σπίτια τους. Προχωρούσαν με συνοδεία ρώσων στρατιωτών όταν ξαφνικά σηκώθηκε κάποια αναταραχή, θόρυβος, ανησυχία για κάτι. Οι Ρώσοι όπλισαν κι ένας έβγαλε την περόνη της χειροβομβίδας που κρατούσε. Η ανησυχία όμως δεν οφειλόταν σε κάτι επικίνδυνο, γρήγορα καταλάγιασε. Ο σοβιετικός στρατιώτης ήταν στη μέση της συνοδείας και δεν είχε πού να πετάξει τη χειροβομβίδα. Για να μη σκοτωθούν παιδιά και γυναίκες, διπλώνεται πάνω της και γίνεται κομμάτια ο ίδιος. Θραύσματα ανθρωπιάς!
Στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, στεγαζόμενο στη Ζωσιμαία Σχολή όπου μεταφέρθηκε, μένει ο πατέρας μέχρι να αναρρώσει. Ήταν ανήμερα το Πάσχα 20 Απριλίου του 1941, όταν τον επισκέπτεται ο συγχωριανός, δευτεροξάδερφος και φίλος, ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας. «Έλα, του λέει, βρε Στέφανε πάμε μια μικρή βόλτα να κάνουμε ένα τσιγάρο». Αυτός αρνείται. Απαγορεύεται η έξοδος από το Νοσοκομείο. Έτσι και τον πιάσουν θα έχει συνέπειες. Και μάλιστα εν καιρώ πολέμου. Με τα χίλια ζόρια δέχεται να βγει για λίγο. Σε αυτό το «λίγο», οι Γερμανοί βομβαρδίζουν το Στρατιωτικό Νοσοκομείο, αγνοώντας τη σημαία του Ερυθρού Σταυρού. Ποιος ξέρει αν θα ζούσε πάλι. Σκοτώθηκε τότε ανάμεσα σε πολλούς άλλους και ο καθηγητής της Ιατρικής Ξενοφών Κοντιάδης. Εκείνη την ώρα χειρουργούσε.
Το μέτωπο, τα μέτωπα του πολέμου πέφτουν. Μένει ένας μόνο δρόμος. Με τα πόδια, με μουλάρι ξανά πάνω στα βουνά της Ηπείρου. Η μάνα του, ο πατέρας του κάπου εκεί. Ο μεγαλύτερος αδερφός, ο δάσκαλος, κάπου παραπέρα. Οι πέντε αδερφές κι αυτές εδώ κι εκεί. Μένει ένας δρόμος. Ή δύο. Διαλέγει τον έναν. Ήθελε ν’αποτάξει το «αριστερό» παρελθόν του; Αυτό νόμισε καλύτερο; Ή αυτό έτυχε εκείνες τις μέρες, ώρες. Πήγε με τον ΕΔΕΣ, στον Ζέρβα. Από την αρχή. Στον Γοργοπόταμο ήταν εκεί.
Η ιστορία για την ανατίναξη της στρατηγικής για την τροφοδοσία του Ρόμελ στην Αφρική γέφυρας, έρχεται μέσα από άμεσες διηγήσεις συντελεστών της. Εκτός από τον πατέρα, από τον καταδρομέα-σαμποτέρ Θέμη Μαρίνο, πριν από κάποια χρόνια, προτού αποκτήσει κι αυτός τον λευκό του σταυρό. Παλιότερα είχα ξεναγηθεί από τον Δ. Δημητρίου –τον Νικηφόρο του ΕΛΑΣ– στον Γοργοπόταμο. Τα διηγήθηκε αλλιώς, πάντως τους άκουσα. Τι έμεινε; Ό,τι αφήνει η μνήμη. Κι η ζωή. Ή ό,τι επιτρέπουμε εμείς να στήνεται εμπρός μας.
~.~
Ο πατέρας ενός Ινδού φίλου, του Κορνήλιου, με μητέρα Γερμανίδα, ήταν πρώην αρχηγός του ινδικού στρατού. Είχε ως νέος εκπαιδευτή και αδελφικό φίλο τον ειδικό στα εκρηκτικά σαμποτέρ στον Γοργοπόταμο και μετέπειτα αντιστράτηγο, Ίντερ Γκιλλ. Σ΄ένα βιβλίο με την ιστορία του ινδικού στρατού, στα αγγλικά, ιστορούνταν με φωτογραφίες η μάχη και η ανατίναξη της γέφυρας. Έτσι μικραίνει κάποιες φορές ο κόσμος και γίνεται οικοίος.
Το πώς πορεύτηκαν οι αντιστασιακοί έχει γραφεί, έτσι ή αλλιώς. Κάποτε στα χωριά των Τζουμέρκων, μπήκανε οι γυναίκες ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ: «Σταματήστε!», φώναξαν ένθεν κακείθεν, «θα σκοτωθούμε συναμεταξύ μας». Να ήταν άραγε απέναντι στον πατέρα ο θείος Βασίλης, ο αδερφός του; Ή ο θείος ο Γιάννης με την αδερφή του πατέρα τη θεία Γιαννούλα; Και μπορεί να υπάρξει σ‘αυτή την κραυγή, η λογική των άνισων ή ίσων αποστάσεων;
«Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιός και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος». [2]
Ο θείος Βασίλης, δάσκαλος, ήταν ένας πράος και γλυκός άνθρωπος. Ποτέ δεν είπε κάτι για τον πατέρα ή για εκείνα τα χρόνια. Ακόμα και στις διώξεις του στη Δικτατορία, παρέμεινε με το χαμόγελο στα χείλη. Το ίδιο όπως κι η κόρη του, η λαογράφος μας, η Χρυσούλα. Αντίθετα ο θείος ο Γιάννης –άντρας της αδερφής του– ήταν πικραμένος. Μου ανέφερε κάποτε ως παράπονο για τον πατέρα, πώς μπόρεσε αυτός, ένας διαμορφωμένος προπολεμικά αριστερός κι έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Ο πατέρας πάλι, μου εξιστόρησε πώς έσωσε τον θείο Γιάννη φορώντας του εγγλέζικη στολή και περνώντας τον μέσα από τον Θεσσαλικό κάμπο μ’ ένα αγγλικό τζιπ. Οι φρικαλεότητες και οι σφαγές δεν ήταν βέβαια γι΄αυτούς. Ό,τι αφήνει η μνήμη; Ή ότι αντέχει ο καθένας να σκαλίσει από τις εκατέρωθεν πληγές. Ένας συνεχής μετεωρισμός στης Ιστορίας την κόψη.
~.~
Το πατρικό σπίτι του παππού στα ηπειρώτικα βουνά, μια ήταν κρυσφήγετο, αρχηγείο του ΕΔΕΣ, την άλλη του ΕΛΑΣ. Μια μαρτυρία αγωνιστή λέει, πως όταν ο Άρης Βελουχιώτης ανέβαινε στη Χόσεψη, έμενε εκεί. Κάηκε δυο φορές από τους Γερμανούς.
«Και φωνή θύρας ούτε ακούστηκε, παρεχτός την ώρα που ’γερνε μες τις φλόγες τις ύστερες να καεί. Επειδή αυτός ο λαός μου η θύρα…». [3]
Ο παππούς, ως ταχυδρόμος είχε μια κασέλλα με γραμματόσημα, «Ερμήδες» και άλλα που κάηκαν. Ίσως γι‘αυτό έγινε ο πατέρας αργότερα συλλέκτης γραμματοσήμων, τα οποία έχασαν με την τελευταία κρίση την όποια αξία τους.
Μια φορά τόλμησα τη νεανική απορία: «Πατέρα, περπάτησες όλα τα βουνά από την Πίνδο ως τ’ Άγραφα, δυο χρόνια σύνδεσμος και μεταφραστής με τον Κρις Μόντυ Γουντχάουζ και με τον αρχαιολόγο Νίκολας Χάμοντ. Γιατί δεν κράτησες μια επαφή;». Πολύ αργότερα κατάλαβα τι σημαίνει να ζεις σε αυτόν τον ταξικά και οικονομικά άνισα δομημένο κόσμο –όπως αυτός διαχρονικά διαμορφώνεται. Ο πατέρας ήταν ένα χωριατόπαιδο. Μορφωμένο, αλλά χωριατόπαιδο. Δεν ήταν Άγγλος, ούτε λόρδος. Ευτυχώς, τουλάχιστον για εμάς!
Αγωνίστηκε μεταπολεμικά, όπως όλη εκείνη η γενιά του πολέμου να σταθεί, να βιοποριστεί στα τότε –και έκτοτε– διχασμένα χρόνια. Δεν εγγράφηκε ως τραυματίας πολέμου για να έχει δικαίωμα να εργαστεί κανονικά, να θρέψει τα παιδιά του και να πάρει σύνταξη αργότερα. Αγνοήθηκε από τον Ζέρβα και τους χαμερπείς μετέπειτα πολιτικούς, δεν επανήλθε ως αξιωματικός στην Αεροπορία. Δεν ήταν πάντα κι ολότελα «δικός τους». Μέσα από ποιες πτώσεις πρέπει να περάσει κανείς για να σταθεί όρθιος; Κι ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.
~.~
Τα χωριά στις ιταλικές Άλπεις είναι γεμάτα από μνημεία πεσόντων. Στο Ντόνγκο στη λίμνη Κόμο, εκεί που άνθησε η ιταλική αντίσταση και συνελήφθηκε ο Μουσολίνι, υπάρχει ένα μικρό μουσείο για τους εκεί αγωνιστές και για το τέλος του δικτάτορα. Λέγεται «Μουσείο του Τέλους του Πολέμου» και συλλέγει τις μαρτυρίες από τον αγώνα για τη δημοκρατία και την ψυχή των ντόπιων. Κάποιος από αυτούς εξιστορεί πώς τον έστειλαν οι Γερμανοί σε καταναγκαστική εργασία πρώτα στην Αθήνα και από εκεί σε εργοστάσια της Γερμανίας. Εκεί σ’ αυτό το μουσείο που αγωνίζεται να υπάρξει κόντρα στην ηθελημένη υποχρηματοδότηση της κεντρικής διοίκησης, μαζεύονται στην επέτειο της εκτέλεσης του δικτάτορα οι νέοι μελανοχίτωνες κι υψώνουν ξανά την απειλή της δεξιάς παλάμης.
Όπως έγραφε ο τυφλός αγωνιστής της γαλλικής εθνικής αντίστασης, επιζήσας του στρατοπέδου του Μπούχενβαλντ, δίπλα στην πόλη του Γκαίτε –πώς τόλμησαν δα κι αυτό…– την Βαϊμάρη και φίλος μεταπολεμικά του Αλμπέρ Καμύ, ο Ζακ Λυσεράν [4]:
«Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι ένα ιστορικό κακό που περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη εποχή και μια συγκεκριμένη χώρα, μια γερμανική μάστιγα. Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι ένας πανταχού παρών βάκιλος, μια ενδημική ασθένεια της ανθρωπότητας. Αρκεί να πετάξουμε μερικά ματσάκια φόβου στον άνεμο για να θερίσουμε την επόμενη εποχή μια σοδειά προδοσίας και βασανιστηρίων».
Από τον Τόσκα τον Σουλιώτη στ’ αρματολίκι των Γρεβενών ως τον Στέφανο, πέντε γενιές, η Ιστορία σπάνια μοιράζει στεφάνους δόξης. Με μια εγχείριση στομάχου, ένα πέσιμο και σπάσιμο λεκάνης, ένα βηματοδότη που συνέχιζε σε πείσμα να δίνει παλμούς μετά θάνατον, έρχεται ένα τέλος. Οριστικό. Κι ύστερα σ΄ εκείνα τα φριχτά της πόλης τα «κοιμητήρια», όχι μνημούρια αλλά μεζαρλίκια που τους νεκρούς προσβάλλουν. Πήρε μετά την εκταφή η μάνα τα οστά, τα έβαλε στον οικογενειακό τάφο της θείας της. Χάθηκαν, λέει, μετά την ανακαίνισή του. Το κενοτάφιο είναι η μοίρα των φτωχών. Ή μήπως όλων μας;
ΜΙΑΚΛΙΝΗΚΕΝΗΦΕΡΕΤΑΙΕΣΤΡΩΜΕΝΗΤΩΝΑΦΑΝΩΝ
Αλήθεια, στην ίδια έγερση προσμένοντες; Σ΄ένα μοναστήρι στο Άγιον Όρος, είχαν τακτοποιημένα όλα μαζί δίπλα στους τάφους, τα οστά των προαπελθέντων αδελφών ημών, μοναχών. Πάνω, πάνω σε μια σανίδα τις κεφαλές, τα καυκαλάκια, στα κάτω ράφια με τάξη τα υπόλοιπα, λεκάνες, κνήμες, πήχεις, κυρίως τα επιμήκη. Όπως μου εξήγησε ο νεαρός τότε ιερεύς συνοδός μου, κατά την Δευτέρα Παρουσία όλα αυτά θα ενωθούν πάλι στην προτέρα τους μορφή. Είχα βέβαια την απορία πώς θα βρεθούν τα σωστά μεταξύ τους, του ιδίου μοναχού, αλλά δεν τόλμησα τον αντίλογο.
Δεν θα ήταν όμως βλασφημία να ξαναενωθούν αλλιώς, ως λείψανα παλιών άστρων, [5]
μαζί με των ηρώων του ’21, των πεσόντων του ’40, μαζί με τα δικά μας, έτσι ώστε να δώσουν ένα βελτιωμένο συνδυασμό. Εν ετέρα μορφή!
Οι αγωνιστές του πολέμου του ’40 χόρευαν τον τσάμικο ακροπατώντας ελάχιστα στη γη. Στον αέρα. Όπως στη μάχη. Τώρα, εμείς στην γοτθική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αφήνουμε ως μνημόσυνο την ψυχή μας ν΄ανεβεί κοντά τους, μέσα από το τσέμπαλο, στο «Wohltemperiertes Clavier II» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ, μέσα από μια φωτεινή δέσμη-φούγκα ενός δυτικού βιτρώ. Λίγα μέτρα πιο κάτω ο έγκλειστος ποιητής ονειρεύεται τη δική του Ελλάδα [6]:
Στους ταξιδιώτες όμως, σ’ αυτόν
που απ’ αγάπη στη ζωή, με μέτρο πάντως
τα βήματά του πειθαρχούν, ανθίζουν
ωραιότερες οι στράτες, όπου γης
Η ζωή μας: Το ιστορικό γίγνεσθαι να διαπερνά και να διαμορφώνει την οικογενειακή υφή ως πεπρωμένο. Κι αντίστροφα, από το μερικό στο ολικό, απ’ τον αραιότερο στον πυκνότερο αέρα. Έτσι πλουτίζεται η ανάσα μας και συνεχίζουμε το ταξίδι. Ακόμα κι αν τα βήματά μας δεν υπακούουν πάντα, στο όποιο μέτρο.
Αυτό που αφήνουμε πίσω δεν είναι στάχτη, η σποδός μας. Είναι μια σκιά. Πόσο μακρύς μπορεί νά ’ναι ο ίσκιος μας; Ποιος θα τον φωτογραφίσει, θα τον καταγράψει; Αλλά φωτογραφίζονται τα φαντάσματα; Κι η Ιστορία τους; Ή μένει απλά σαν επίγευση σε αυτούς που ακόμα η σκέψη τους όρθια επιμένει;
///
[1] Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ανάγνωσμα Πρώτο: Η πορεία προς το μέτωπο.
[2-3] Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ανάγνωσμα Πέμπτο: Η αυλή των προβάτων.
[4] Jacques Lusseyran, Et la lumière fut, Gallimard-Folio 2016.
[5] Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ανάγνωσμα Έκτο: Προφητικόν.
[6] Φρήντριχ Χαίλντερλιν, «Ελλάδα», από το Ποιήματα, μετάφραση Συμεών Σταμπουλού, Στιγμή 2013, σ. 202. Εδώ η μετάφραση ελαφρώς τροποποιημένη από τον υπογράφοντα.
Σημ. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Τύμπινγκεν, γνωστή ως Stiftskirche (1470), βρίσκεται κοντά στον πύργο του Χαίλντερλιν δίπλα στον ποταμό Νέκαρ.
*
*
*
