«Όλοι ρουφάμε θάνατον»: Ο ποιητής Άνθος Πωγωνίτης (1910-1976)

Σκίτσο του Άνθου Πωγωνίτη από τον ζωγράφο Πολύκλειτο Ρέγκο

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Ηπειρώτης ποιητής Άνθος Πωγωνίτης, κατά κόσμον Βασίλης Καραφύλλης, γεννήθηκε το 1910 στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου, ένα μικρό χωριό ανάμεσα στην Βήσσανη και το Βασιλικό. «Μιας κι’ έφτασες στης Βήσσιανης τον πλάτανο αδελφέ μου, / αχό ψαλμού να μπόραγα χαιρετισμό να στείλω, / Στον ίσκιο και τα κλώνια του με τα φτερά τ’ ανέμου».

«Να κοιτάς κατάματα τη γη που σε γέννησε / Ας έχουν πεθάνει εκείνοι που θαύμαζες / θα γεννηθούν αυτοί που θα φέρουν / το μεγάλο δώρο στα παιδιά», προέτρεπε, αφού σαφή επιρροή αποτελούσε και το κήρυγμα του Αγίου Κοσμά («οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί γιατί δεν θάχουν αγάπη στα δέντρα»), που πέρασε από το Βασιλικό δύο φορές για να διδάξει και να προφητεύσει, ενώ συχνά καυχιέται: «Τα καλύτερα ελληνικά μιλιούνται στο Πωγώνι, έχει η κάθε λέξη τη δική της μουσική στο χορό της Πασχαλιάς».

Γεννημένος στην Ήπειρο ήταν λογικό να κοινωνήσει το δημοτικό τραγούδι («Κουλέ με το κλαρίνο σου κρυφές χαρές μου πρώτες») και την παράδοση. Για εκείνον, η λεβεντιά ήταν λέξη ιερή· την χρησιμοποίησε τόσο στην πορεία της ζωής του όσο και στη λογοτεχνική του δημιουργία.

Εγώ κι η λαλητάρα μου ψυχή που αντικρύσαμε
πικρό μαχαίρι δίκοπο στης μοίρας το παιχνίδι
σα σε τυφώνα το κορμί ολόρθο το κρατήσαμε
και τη βουνίσια λεβεντιά να μη μας φύγει

*

*

Εμφανίστηκε στα γράμματα με την ποιητική συλλογή Τα κολασμένα Σεραφείμ το 1937.

Όλα χαμός, κι αλοίμονο, μια στάχτη ο κόσμος παγερή
που στη ψυχή μου πλάστηκεν απέραντος σας θάμα,
κι η γης μιαν ακυβέρνητη σφαίρα στα χάη ζοφερή
να ξετυλίγη αδιάκοπα τ’ ανθρώπινό μας δράμα.
Με τ’ απλανή τα μάτια μου βλέπω τα σύννεφα βουβός
όγκοι να σέρνωνται βαρειά στ’ απείρου την αγκάλη
σαν ειδυλλίων επίλογοι κι ως είμ’ αταίριαστα χλωμός
κρατώ στις δύο παλάμες μου τ’ αστόχαστο κεφάλι.

Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησαν Οι σκελετοί των ονείρων («κι είναι, σαν πένθιμες, πομπές, σε φρίκη σκελετών / οι λογισμοί στο πέλαγο τ’ ανώφελου χαμού τους»). Το 1947 το βιβλίο Καρτερώντας τον Ήλιο («πρέπει μια λύση να δοθή στη σκοτεινή μας τη ψυχή…»), οι Περιπτώσεις του 1959, συνέχισε με τις Γραμμές σε καθρέπτη το 1964, τις Οπτικές γωνίες το 1972, και την Πικρή σύνθεση το 1978, συλλογή που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, με επιμέλεια του φίλου του ποιητή και συναγωνιστή Στέργιου Βαλιούλη. Γράφει ο ίδιος ο ποιητής στον πρόλογο της συλλογής:

Σ’ αυτήν την εποχή της κατανάλωσης και του μηχανικού πολιτισμού, που δεν έχει καμιά σχέση με την ψυχή των ανθρώπων, η ποίηση είναι μια πολυτέλεια που περνάει απαρατήρητη. Οι ποιητές, αν υπάρχουν τέτοιοι ή θα είναι μπροστάρια με οξύ πνεύμα και καρδιά δοσμένη στον λαό τους ή θα είναι παραφωνία καταδικασμένη. Η ποίησις είναι τραγούδι και πόθος των Λαών.

~.~

Σαν όνειρο έχουν περάσει τα πάντα
και η ζωή και οι πόθοι
Τυλίγω τον τελευταίο καιρό
σα νήμα ευτελές και θυμάμαι
Θυμάμαι…

*

*

Ο ποιητής επηρεάζεται και από τον πόνο της ξενιτιάς («Γεννίδια του Βασιλικού σαν τα όργανα ηχήσαν / και μπήκατ’ όλες στο χορό… / Τα πόδια σας κεντούσανε στη γη χαλί από νότες / Τον ήχο να γροικήσουμε και μεις εδώ στα ξένα / αχ και ναρχόμαστε ξανά / Στου Πωγωνίου τα χώματα τα τόσα αγαπημένα / που μόνο η σκέψη μας γυρνά»), μιας και άφησε το χωριό του, παιδί ακόμα («δεν ξέρω τι με πλάνεψε κι ήρθα μικρός απ’ το χωριό / εδώ στην κοσμοθάλασσα πώχει καημούς ομάδι»), μετοικώντας στην Θεσσαλονίκη όπου δούλεψε ως αρτεργάτης.

Όλοι τον ξέραν το φτωχό τον Κωνσταντή στην αγορά
που πάντα είχε στον ώμο του μια κούφα με φραντζόλες,
απ’ την αυγή ως το σούρουπο κι αργότερα καμιά φορά
όλο γυρνούσε αδιάκοπα να τις πουλήση όλες.

Απ’ το μεράκι πώχασε και τη γυναίκα του στερνά
στο καπελειό τ’ απόβραδα τα κοπανούσ’ ορθάτα.
Θες τα βουβά παράπονα που τον φλογίζαν να ξεχνά
ή να θυμιέται πώσβυσαν σαν όνειρο τα νειάτα.

Είχε συχνά στα βλέφαρα μια βουρκωμένη συννεφιά
με κρυσταλλένια δάκρυα τα μάγουλα να ραίνη
κάποιες νυχτιές στο φτωχικό, πούχε τον πόνο συντροφιά
κι είχε στα στήθια μια καρδιά βαριά και ματωμένη.

Όμως προχτές η θύελλα κι η ταραγμένη χειμωνιά
στο πάρκο το δημοτικό, στην κεντρική πλατεία
με σάβανο κατάλευκον αργά τον τύλιξε η χιονιά
‒ και χάθηκε η πραμμάτια του και πάει κι η πελατεία.

Οι εφημερίδες γράψανε την επομένη «εκ ψύξεως» πως
—κι ένας πλανόδιος πωλητής— βρέθηκε στο δρόμο
από δυο τρεις περαστικούς ο Κωνσταντής νεκρός
ως είχε πάντα για να ζη την κούφα του στον ώμο.

Ο Γιώργος Βαφόπουλος στις Σελίδες αυτοβιογραφίας του γράφει:

Κοντά μας, ήταν και λειτουργούσε τον καιρό εκείνο ένας φούρνος. Ο φούρνος του Ηπειρώτη Θωμά Καραφύλλη. Βοηθό του, δεξί του χέρι, ζυμωτή, ψητά, διανομέα στα σπίτια, είχε τον γιό του Βασίλη, 20 χρονώ παλικάρι. Αυτός ο γιος εντυπωσίαζε με τη ζωηράδα του, τα πειράγματα του προπαντός στις πελάτισσες νεαρές δεσποινιδούλες. Τα ήθη όμως της εποχής δεν σήκωναν τέτοια καμώματα. Κι ο αλευρωμένος νεαρός Καζανόβας, ένιωσε την ανάγκη να αποκτήσει ένα πιστόλι.

Το πιστόλι τελικά του το έδωσε το ζεύγος Γιώργου και Ανθούλας με αντάλλαγμα το καθημερινό μισό καρβέλι για έναν ολόκληρο μήνα.

Ο Γιώργος Βαφόπουλος επίσης αναθυμάται:

Μια μέρα μαζί με το καρβέλι μου ’δωσε κι ένα χαρτί. Ήταν ένα ποίημα, γεμάτο ασυνταξίες, ανορθόγραφο, πρωτόλειο στην υφή, γεμάτο όμως από αίσθημα… Του τα διόρθωνα κι εκείνος που πήρε κιόλας το φιλολογικό ψευδώνυμο Πωγωνίτης, άρχισε να φέρνει βόλτες τα καπηλειά της Θεσσαλονίκης και να απαγγέλλει τα επιτεύγματά του. Χαλούσε ο κόσμος όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν. Ενθουσιασμένοι οι πελάτες τον κερνούσαν κι ο Βασιλάκης έγινε τύπος, ταχτικός θαμώνας στα “Κούτσουρα” του Δαλαμάγκα, έκανε τη ζωή του Βιγιόν, σε πολλά όμοιός του. Αυτό γινόταν κάθε βράδυ, τα ξενύχτια-ξενύχτια, τα ζυμάρια-ζυμάρια, όργιο οι συνθήκες για την καραδοκούσα φυματίωση…

~.~

Όλοι ρουφάμε θάνατον απ’ τα ποτήρια τα θολά
όταν η μέρα ξεψυχάει σ’ ένα θλιμμένο βράδυ,
κι ο μανιασμένος ο βοριάς ξέκλωνα φύλλα ως κυλά
στο δρόμο, κι όλα χάνονται στο παγερό σκοτάδι.

Εμείς σκιές πετρώνουμε στους καναπέδες καθιστοί
κι όταν τα χείλη μας φιλούν των ποτηριών τα χείλη
ακούς βραχνά —εβίβα γεια— κάθε κακό να ξεχαστή
και τρεμοσβεί στα μάτια μας η λάμπα σαν καντήλι…

Μα όταν υψώνουν το στερνό κρασί τα χέρια ευλαβικά
ως τα χλωμά τα χείλη μας πώχουν λυγμούς πνιγμένους
ομάδι ρίγη αισθάνουμαι και μουρμουρίζω τραγικά
‒ Τι να μας έχη ζωντανούς στο καπελιό θαμμένους.

Οργανώνεται σε εργατικά σωματεία —για ένα διάστημα ήταν πρόεδρος του Συλλόγου Αρτεργατών Θεσσαλονίκης— και γράφει σε χρονογράφημά του με τίτλο Στον βόγκο της μηχανής: «Η κάθε γωνιά στ’ αργαστήρι μας κρατάει και μια σκέψη μας και η κάθε μηχανή γέννησε κι έναν συνδικαλιστή αδελφό μας και αίμα μας».

Σε πλάσαν βόγκοι μηχανών κι ιδρώτες π’ αυλακώνουν,
των εργατών τα σώματα, πόχουν ατσάλια χέρια.
Η φτώχεια με τη στέρηση, που τις ψυχές ματώνουν
και του Σικάγου οι υφαντουργοί μ’ απόφασιν ακαίρια.

Σε πλάσαν στάλες αρμυρές δακρύων κι αγωνίες
μέσα στους τόπους της δουλειάς στου κόσμου τ’ αργαστήρι,
των ορυχείων τα βαθειά σκοτάδια, οι τρικυμίες
κι οι πόνοι μας οι ανθρώπινοι που οι μόχθοι έχουν σπείρει…

Παράλληλα, γίνεται υπέρμαχος του φεμινισμού και κάθε αγώνα υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Έτσι καθώς επέρασεν εχτές το βράδυ σαν οκνή
κάποια κυρία αρχοντικιά σε μυρουδιές πνιγμένη,
οι φίλοι το σχολίασαν κι είπαν πως μοιάζει με ουρί
και κούκλα στολισμένη.

Στη γούνα πως χορεύουνε χιλιάδες φράγκα ελληνικά
κι ένα απ’ τα δαχτυλίδια της έχει μεγάλη αξία,
κι εβγήκε το συμπέρασμα πως είναι μια περιωπής
ξεχωριστή κυρία.

Όμως εγώ στοχαστικά, μες σε καλύβες φτωχικές
χλωμές γυναίκες κι άτονες δοσμένες στην αφάνεια
να καρτερούν τ’ απόσπερνα τους δουλευτάδες να φανούν
με δίχως περηφάνια…

Για τον ποιητή της εργατιάς κάθε γυναίκα είναι κυρία. Η φίλη του, η σπουδαία ποιήτρια Χρυσάνθη Ζιτσαία, είναι αποκαλυπτική στον διαλέκτη Στέργιο Βαλιούλη: «Γυναίκες αγάπησε πολλές φορές και δεν έκανε διάκριση σε πρόσωπα, χαρακτήρα, μόρφωση, καταγωγή, κοινωνική θέση. Μοναδικό του κριτήριο η ομορφιά».

Διαφορετική γνώμη, βέβαια, είχε για τους θηλυπρεπείς της οδού Ιπποδρομίου, που τους αποκαλούσε «κουσουριάρηδες». Μάλιστα, στο βιβλίο του Νίκου Τέντα, αναφέρεται πως «σε πολλά υποσχόμενο νεαρό ποιητή, έδωσε τη συμβουλή να σταματήσει το πεζοδρόμιο και να κρατήσει κάτι απ’ την αντρική του λεβεντιά, εκείνος όμως δεν τον άκουσε, έγινε μεγάλος συγγραφέας, μιας κοινωνίας που αρέσκεται να ντύνεται τη λέπρα και το κουσούρι να γίνεται καμάρι».

Όσο κυριαρχεί ο «πολιτισμός»
αυξάνει των ερπετών η αξιοπρέπεια
Φυσικόν γνώρισμα η ανωμαλία
Η Λέσβος και η Αλεξάνδρεια
διαμαρτύρονται.

*

*

Ο πόλεμος του 1940 όπως και ο μετέπειτα Εμφύλιος, επηρεάζουν σαφώς τον ποιητή που γράφει το ποίημα «Η θύελλα των σκλάβων» («Άνοιξη μοιάζει ο αιώνας μας μεσ’ στους αιώνες, που πηχτό / σκοτάδι χύναν στις καρδιές του κόσμου κι’ άγριο μίσος. / Της λευτεριάς το μήνυμα τώρα αγκαλιάζει όλη τη γη […]»), κι αργότερα, όταν τα μεγάλα γεγονότα της εποχής διαδέχονται το ένα τ’ άλλο, —αρχικά η Δικτατορία—, γράφει ο Βαλιούλης: «Το καπνοπωλείο της οδού Δ. Παπαθανασίου, με τον καιρό είχε γίνει πνευματικό τέμενος —ο ποιητής προσπαθεί να συμπληρώσει την πενιχρή σύνταξη αρτεργάτη ως καφετζής— όπου απαγγέλλονταν έργα νέων και παλιών ποιητών ή γινόταν κριτικές παρουσιάσεις […] δεν περνούσε μέρα που να μην είχε κάποιος μας κάποιο κείμενο σχετικό με τον καημό της ελευθερίας που είχαμε στερηθεί. Ο Πωγωνίτης στο στοιχείο του…». Ύστερα, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο: «η ιστορία πλένει τα ρούχα της / και είπαμε να φορέσουμε καινούρια. Και βρέχει / βρέχει σφαίρες για την ψυχή μας».

*

*

Αν δεν πέθαινες.
Ένας ήρωας θα μας έλειπε.
Μια μορφή στη μνήμη της νιότης
και μια απουσία.

Οι δρόμοι της Αθήνας και του κόσμου
τους ομοίους σου θα καρτερούν.
Εικοσιένα, Δώδεκα, Σαράντα.
Αίματα, θυσίες, σκελετοί.
Μικρή μας πατρίδα, Μητέρα Ελλάδα.

*

*

Ο ποιητής, χτυπημένος από τη φυματίωση πεθαίνει στο σανατόριο “Μέλισσια” της Πεντέλης τον Δεκέμβρη του 1976 σε ηλικία 66 ετών.

Σε μιας πεντάρας χαρτί
θα γράψω πέθανες
ευδαίμων και εξαίρετος

Κρατούσες μισό τσιγάρο
και την ιστορία του κόσμου
‒ πολιτισμός κι ανθρωπιά

Σε μετέφερε το κάρρο του Δήμου
και σ’ έθαψε η κοινωνία
στην αγκάλη της.

Μην είσαι αγνώμων
εκεί που θα πας θα εκθέσης το έργο της Σοφίας

Μην είσαι πάντα ποιητής.

___________________

ΠΗΓΕΣ – ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Νίκος Τέντας, Άνθος Πωγωνίτης: Ο ηπειρώτης εργάτης- ποιητής, Ερωδιός, 2004.
«Ανία», Τα κολασμένα Σεραφείμ, 1977.
«Προδομένοι», Οι σκελετοί των ονείρων, 1939.
«Γράμμα σε νεκρούς φίλους», Νέα Πορεία, τόμ. 5, τχ. 56-57 (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1959), σ. 375.

*

*

*