*
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
~.~
Βάκης Λοΐζίδης,
Σωστό παιχνίδι,
Μανδραγόρας 2025
Στη δωδέκατη ποιητική συλλογή του ο Βάκης Λοϊζίδης συνεχίζει να αναπτύσσει μια γραφή άμεση και απλή, κινούμενη λες από την αυθορμησία της εντύπωσης αποτυπωμένης σε ένα λεπτό κειμενικό σώμα. Αυτή η γραφή διαθέτει την απτότητα του βλέμματος και την οικειότητα του βιώματος, εντάσσοντας τον αναγνώστη σε μια βατή και προσηνή επικοινωνία με τον κόσμο του, χωρίς όμως πάντα να αποφεύγει τους κινδύνους που εγκυμονεί η απλότητα, να εκπέσει σε κοινόχρηστο λόγο ή να μη μπορέσει να προσλάβει εκείνη την μεστότητα του λίγου και πυκνού.
Ο ίδιος υπεραμύνεται αυτής της επιλογής του, ασκώντας παράλληλα κριτική και στην πεποιημένη λογιοσύνη ή στον εξεζητημένο φόρτο που πνίγει την ποίηση με προγραμματικές προθέσεις. Παράδειγμα στο ποίημα «Δεν»:
[…]
Δεν σας διαβάζουμε γιατί έχετε διδακτορικό.
Το αψεγάδιαστο της γραφής σας
δεν είναι το παν
ακόμα κι αν το μέτρο κυλά
σαν γάργαρο νερό.
Ως συνθέτες θραυσμάτων
είστε συμπαθητικοί.
Οι συνθέσεις σας
είναι όντως φιλόδοξες
μα καθόλου απτές
σ’ έναν κόσμο που αιμορραγεί.
Εμείς συνηθίσαμε
να βρίσκουμε την πυκνότητα
σε κουβέντες καθημερινές.
Η κλάψα για το τέλος του κόσμου
δεν βοηθά. […]
Το δικό του πιστεύω για το ποίημα είναι «[…] να μην κουτουλούν οι στίχοι/ ο ένας πάνω στον άλλο/ να μην πνίγουν τον αναγνώστη/ τα νοήματα/ να μην έρπουν παντού διακείμενα/ να μπορεί ένα ρυάκι/ να το διαπεράσει/ να μοιάζει διαμπερές/ να ψιθυρίζει/ αυτό που δεν λέει [….]». Η κριτική του, που είναι και μια λιγότερο ή περισσότερο διακριτική μορφή πολεμικής, επεκτείνεται και στις λογοτεχνικές μόδες που έχουν προ πολλού ενσκήψει και στα καθ’ ημάς, όπως οι υπερβολές των συνταγογραφημένων gender studies εφαρμοσμένων στην ποίηση. Γι’ αυτό και σε άλλο ποίημα διαβάζουμε: «Με κούρασαν τα γυναικεία θέματα./Πιο πολύ με κούρασαν/ οι αναλύσεις των ποιημάτων/ με γυναικεία θέματα·/ όχι πως τα ποιήματα/ με τ’ ανύπαρκτα ανδρικά θέματα/ μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο». Τέτοιες τοποθετήσεις, εκτός του ότι απαντούν ίσως σε «εκσυγχρονιστικές» αιτιάσεις εναντίον της ποίησής του, θέτουν με ποιητικούς όρους το άλυτο ζήτημα με το οποίο καταπιάνονται λογοτέχνες και θεωρητικοί της λογοτεχνίας, αυτό της διαπάλης των απόψεων για το πώς πρέπει να γράφεται η λογοτεχνία, ποιες τάσεις αφορούν και κατά πόσον οι ζυμώσεις που μοχλεύουν οι καιροί ανταποκρίνονται στην ανάγκη του ανανεωμένου λόγου ή οι συρμοί της θεωρητικής ορθοδοξίας ποδηγετούν το λογοτεχνικό πεδίο, παράγοντας βεβιασμένες συμμορφώσεις σε ό,τι κάθε φορά χρίζεται ως σύγχρονο, όταν η θεωρία και η εκάστοτε καλλιτεχνική νόρμα λειτουργούν ως εξουσιαστικοί λόγοι.
Η αιχμή γίνεται πιο οξεία όταν σχολιάζει τα στερεοτυπικά ιδεογραφήματα περί Κύπρου από παλαιότερους και νεότερους, Κυπρίους και μη, όπως στο «Θαύμα» που παραπέμπει ευθέως στη γνωστή σεφερική επίσκεψη και θέση:
Αυτοί που φύγαν σίγουροι
πως εδώ λειτουργεί το θαύμα
έφτασαν με ανέσεις διπλωμάτη
έδωσαν βάση στα λόγια των αστών
γεύτηκαν και του πουλιού το γάλα
φωτογράφησαν συνθήματα
ερμήνευσαν σκαλίσματα
είχαν εικαστικά ματιά
κι έναν τρόπο να μας εμπνέουν.
Εμάς εδώ
ακόμα το έθνος μας παιδεύει.
Σε αυτό και στο επόμενο ποίημα («Αντιφώνηση») η κριτική για τον μεγαλοϊδεατισμό «στον μονόδρομο/ της πατριωσύνης» συνυφαίνεται με την επίκριση για την πνευματική διαχείριση του τραυματικού παρελθόντος της Κύπρου, στοχασμός που επικοινωνεί και με τον προβληματισμό για τις μεταλλάξεις της ληστρικής προόδου στη χώρα, όπως στο «Λευκωσιάτικο», όπου η περιήγηση στην πρωινή πόλη καταλήγει εύστοχα, ως εξής:
Βρίσκω επαρκείς λόγους να μετονομαστεί
η λεωφόρος Μακαρίου σε λεωφόρο Ιακαράνδης
ή καλύτερα Τζακαράντας.
Οι επενδυτές ξετρυπώνουν ευκαιρίες
από το ετοιμόρροπο πρόσωπο της πόλης.
Δεν αναμένει άλλα τραγικά ποιήματα η Λευκωσία.
Πείστηκε πως λειτουργούν ιαματικά τα σιντριβάνια.
Η ιστορία του νησιού, όπως στους περισσότερους Κύπριους ποιητές, βιώνεται ως μια υπαρξιακή εκκρεμότητα της κυπριακής κοινωνίας που επηρεάζει καίρια τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό, δημιουργώντας μια τεταμένη ισορροπία ανάμεσα στην εμμένουσα μνήμη και τον εγκλωβισμό, όπως υπαινίσσεται διακριτικά το ολιγόστιχο «Λυμένο όπλο». Η εισβολή και η διχοτόμηση, για να μην πάμε μακρύτερα στο περιπετειώδες παρελθόν της χώρας, μοιάζουν να είναι η αφετηριακή, καταστατική συνθήκη της σύγχρονης κυπριακής ποίησης, όρος αναπόφευκτος για τον τρόπο που αρθρώνεται η ατομική και καλλιτεχνική ταυτότητα :
Δεν θα μπορέσουμε
να ξαναγράψουμε την ιστορία.
Καμιά οικογένεια δεν θα δεχτεί
να έχει έναν ήρωα λιγότερο.
Πάντα θα περιφέρεται
ένα λυμένο όπλο ανάμεσά μας.
Απέναντι σε όσους επιζητούν «τον εγκιβωτισμό της συγκίνησης/ στον κόσμο των ιδεών/ τη σκοτεινότητα ως αρετή», ο ίδιος επιλέγει μια γραφή που είναι συνέπεια μιας στάσης ζωής, να στέκεται στα αθόρυβα μεγάλα γεγονότα της προσωπικής και όχι μόνο ιστορίας.
«Η ντουλάπα με τα ερωτηματικά»
Ποιος διάβασε
τις αναμνήσεις για τον Λένιν
και ποιος τον Δον Κιχώτη;
Ποιος τρύπωσε ανάμεσά τους
μια γραμματική;
Ποιου τα ποιήματα
αντέχουν τόσο βάρος;
Πότε τελείωσε ο δρόμος
για τα φθαρμένα μπεζ παπούτσια;
Γιατί απέσυραν
τα πράσινα καδράκια;
Τι σπινθηρίζει και τι τελειώνει
στην παλιά ντουλάπα;
Εδώ, όπως και σε αρκετά άλλα ποιήματα της συλλογής, πρώτη ύλη είναι ο προσωπικός στοχασμός για τη ζωή και την τέχνη, η οικογενειακή ιστορία, το πένθος για τους απόντες αγαπημένους, τα ταξίδια στον κόσμο, με ένα λόγο που ζητά να μνημειώσει το εφήμερο και μια ροή σκέψης που εκτυλίσσεται κουβεντιαστά. Σε αυτή την περιδιάβαση κινητήρια δύναμη είναι η βιταλιστική διάθεση, η κατάφαση στη ζωή, στο «πανηγύρι της πραγματικότητας» κατά το στίχο του Χριστόφορου Λιοντάκη που ενσωματώνει σε ένα κείμενο, θέση που με το ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής αναφαίνεται γλαφυρά:
Πάτα γερά στις μικρές μας χαρές.
Μια μέρα θα μας μετακινήσουν
εκεί που δεν υπολογίζουμε.
Κλείσε την πόρτα στο τέλος του κόσμου.
Δεν γεννηθήκαμε ηττημένοι
δώσε στο μέλλον φωνή
η μνήμη δεν είναι το μόνο μας σπίτι
είμαστε ζωντανοί.
Η βατή επιφάνεια του ποιήματος συμπορεύεται με τη διαύγεια του νοήματος και αυτό συχνά οδηγεί σε ολιγόστιχες καίριες πυκνώσεις όπως στο μικρό «Λευκό», αλλά σε αρκετές περιπτώσεις λείπει εκείνη η επεξεργασία που θα έκανε τον λόγο πιο ευθύβολο και αιχμηρό. Έτσι παρεισφρέουν στίχοι αμβλείς που δεν οξύνουν την ένταση, αλλά είτε οδηγούν σε ένα αναμενόμενο τέλος ή χαμηλώνουν τον ορίζοντα της προσδοκίας του αναγνώστη. Παράδειγμα το «Εκκεντρικός πνεύμονας»:
Όταν εξηγούσε το περίπλοκο
έφερνε ως παράδειγμα το δάσος.
Όταν εξηγούσε το τρυφερό
έφερνε ως παράδειγμα
μια λεπτομέρεια στο δάσος.
Όταν εξηγούσε το καταφύγιο
έφερνε ως παράδειγμα
το ξέφωτο στο δάσος.
Κι όταν εξήγησε τι θα πει ζούγκλα
πάλι κάτι από το δάσος
έφερε ως παράδειγμα.
Εκκεντρικός πνεύμονας
ή ερμηνευτικό λεξικό της ζωής
το δάσος.
Εδώ λείπει η εστίαση στη σημαίνουσα λεπτομέρεια που αντικαθίσταται με φράσεις του τύπου «πάλι κάτι από το δάσος». Ενώ η σύλληψη είναι ενδιαφέρουσα και η επαναληπτική δομή λειτουργεί ως ο ρυθμικός άξονας της κατασκευής, η ένταση υποστέλλεται μέσα στη λεκτική αοριστία. Στα δυνατά σημεία της ποίησής του δεν συγκαταλέγεται η γλωσσική φαντασία αλλά η ήπια σκηνοθεσία καταστάσεων που συντάσσουν το υλικό τους από την καθημερινή κουβέντα και την ανθρώπινη εμπειρία και ανάγονται φυσικά στη λοξή θέα της ποίησης, ανατρέποντας το προφανές με την έκπληξη του βαθιά ιδωμένου. Σε αυτά τα σημεία ευτυχεί το ποίημα, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι πρέπει να είναι αμελητέα η μέριμνα για μια πιο παιδεμένη μετουσίωση.
*
*
*
