*
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ
ΠΑΤΡΩΝΗ ΣΤΗΝ ΚΑΦΕΤΕΡΙΑ
Δεν έχω τί να κάνω εδώ
Που κάθοντ’ όλα τα εγώ
Πίνουν καφέδες και ποτά
Κι όλο κοιτούν στα κινητά.
Γελούν γιατί δεν θα ’χουν στόμα
Όταν σε λίγο γίνουν χώμα.
Η μεν βυζάκια σαν κουμπιά
Κ’ η δε μαστούς οχτώ κιλά.
Όποιαν ο δόλιος κι αν διαλέξω
Με τη χειρότερη θα μπλέξω.
Μ’ έφερ’ εδώ η μάνα Φύση
Σ’ αυτό που τ’ ονομάσαν ζήση.
Μα ποιος τη Φύση έχει φέρει;
Ούτε αυτή, ούτ’ άλλος ξέρει.
///
ΠΟΣΟ ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ
Τη γλύκα εκείνη τ’ αηδονιού στου Απρίλη τον νυμφώνα,
τον γκιώνη, αχ, τον κότσυφα, τον κούκο, την τρυγόνα.
Τον σάλαγο του δυνατού αέρα στο δρυμώνα,
και την ανάσα των ψυχών βαθιά μες στον πευκώνα.
Αχ ναι, κι εκείνη τη σιωπή στη νύχτα του χειμώνα
που κάνει ολοκάθαρη των άστρων την εικόνα.
///
Μ’ ΑΡΕΣΕΙ Η ΟΔΗΓΗΣΗ
Μ’ αρέσει η οδήγηση, Αγρίνιο – Ραΐνα
κι αυτή την ευφροσύνη μου ρουφά κάθε μου ίνα.
Που στης ασφάλτου τις στροφές ως κένταυρος χορεύω
Λόφους ωραίους σαν περνώ, γέφυρες, δέντρα πλήθος,
μικρές κοιλάδες με βοσκές και ζώα που λατρεύω.
Κάθε πηγή και ιστορικό, κάθε κουφάλα μύθος.
Και Στα Στενά όταν θα βγω, θυμούμαι τον Κωστούλα
Που σκότωσαν σαν πέρναγε καβάλα σε μια μούλα.
Την ηδονή του σκοτωμού γυρεύοντας ο άλλος
Κολοκοτρώνης ένοιωθε κι ακόμα πιο μεγάλος.
Ο Καπελάκης, που φονιάς, έξω απ’ τη μαφία
Ήταν, και είχε καφενέ, μπρος απ’ την εκκλησία.
Τον Λία Ζιάκκα σκότωσε και δυο απ’ τους Μπανέους,
κι ο στόμαχός του έδειχνε πως έφαγε γενναίους
ωσάν ετούτους κάμποσους. Ταχύτητες αλλάζω
και μπρος στην αγροικία μου, το punto μου αράζω.
///
ΔΥΟ ΦΑΝΑΤΙΚΟΙ ΤΟΥ ΠΟΔΟΓΥΡΟΥ
ΣΤΗ ΑΥΛΗ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ
Φίλος τον φίλο ρώτησε «—Τί νοιώθεις σαν περνούνε
μπρος μας αυτές που αντίς εμάς στο κινητό κοιτούνε;».
«—Κοίτα», ο άλλος απαντά, «στη Χούντα με καλούσαν
κάθε βδομάδα, αλλ’ εκεί, ποτέ δεν με χτυπούσαν…
Με «προειδοποιούσανε» κι όλο στο λάου λάου…
ξέρεις στο τμήμα τους εκεί, Πρίγκηπος Νικολάου.
Και ήμουν βλέπεις τυχερός, τα γκλομπς είχα γλυτώσει
των ΕΣΑτζήδων κι έλεγα, κάποτε θα τελειώσει
όλο ετούτο το κακό, ο τρόμος κ’ η βλακεία
και θα γευτώ ο έρημος λίγη δημοκρατία.
Ναι, γλύτωσα από τα γκλομπς, μα η ζωή τί φέρνει
με τον καιρό ρε φίλε μου και πώς τα καταφέρνει;
Εντέλει όσα νόμιζα πως έχουμε γλυτώσει
κάποτε μ’ άλληνε μορφή αυτή θα μας τα δώσει.
Να τώρα ανελέητα νοιώθω να με χτυπούνε
με γκλομπς αυτές οι όμορφες που αδιάφορες περνούνε
μπρος μας εδώ. Χτυπούν σκληρά και φεύγουν δίχως τύψη
αν και βιαίως μας βουτούν στην πιο μεγάλη θλίψη».
Κι ο φίλος: «—Φίλε, βιάζομαι, πότε θα χειμωνιάσει,
όλες τους πάλι να ντυθούν, το κρύο να σκεπάσει
τα κάλλη τους. Για δες εδώ, σα ναν’ υπνωτισμένες
βαδίζουν και στο κινητό είν’ αφοσιωμένες».
«—Ζώντας στο ψέμα ολοχρονίς, βγήκαν από τη φύση
Κι ο άρρωστος πολιτισμός τις έχει αποκοιμίσει.
Μόν’ οι ορδές του Τσέγκις Χαν, φίλε, θα τις ξυπνούσαν
που με σφαγές και βιασμούς πάντοτε προχωρούσαν».
///
ΚΥΝΙΚΟΝ
Ξέρω πως είσαι σκελετός. Κι αυτό κατόρθωμα
Είναι του Άρχοντος Κυρίου και Θεού, όπως τον λένε.
Αχ ομορφιά μου, αχ καλή μου. Τί βλακεία.
Μα εγώ κοιτάζω τις ολόγυμνες εδώ φωτογραφίες σου
κι άγρια πάντοτε τραβάω μαλακία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
///
*
*
*
