«Τρανή ζωή του τραγουδιού σε αδράχνω»: Σπήλιος Πασαγιάννης (1874-1909)

Σκίτσο που απεικονίζει τον ποιητή από το εξώφυλλο της Ελληνικής Δημιουργίας (τχ. 86, «Η Μάνη και οι λογοτέχνες της – Πασαγιάννηδες»).

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Διαβάζοντας τις Λυρικές παραλλαγές του Νίκου Γρυπάρη, δημοσιογράφου, ποιητή και εκδότη («είμαι ποιητής / δεν γράφω στίχους, μα σφιχτοδένω το φεγγάρι / με των αντίλαλων τους ήχους»), το αντάμωμα με ένα άλλο βιβλίο του, τα Νεοελληνικά φιλολογικά παραλειπόμενα, με οδήγησαν σε έναν ομόσταβλό του, τον Σπήλιο Πασαγιάννη, του οποίου η ζωή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως επίσης κι όσα ακολούθησαν μετά τον θάνατό του.

Πλανεμένη φωνή, που με ποτίζεις ήλιο,
εσένα ακούω μονάχα στον αιθέρα.
Τάμα πανέμορφο κρατούν
παρθένες στο κεφάλι,
με το υπερούσιο το κρασί
γιομάτες ωραιοσκάλιστες λαγήνες·
διάπλατα οι θύρες ανοιχτές
με τις θλιμμένες Μάνες,
που άσπρα ντυμένες καρτερούν
να με γαμπροστολίσουν.

Πρωτοπαρουσιάζεται στη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών, στην εφημερίδα Μούσαι της Ζακύνθου, την οποία εκδίδει ο Λεωνίδας Ζώης, με την «Πρωτομαγιά της Χτικιασμένης», ενώ στη Φιλολογική Ηχώ της Κωνσταντινούπολης δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα.

Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες.
Έλα να σμίξουμε γλυκά. Θυμήσου με και μένα,
που τόσα χρόνια ρέβουμαι στης ερημιάς τους πόνους.
Διάβηκαν χρόνια και καιροί οπού σου τρώει τα νιάτα
η άσπλαχνη η ξενιτιά με το τυράγνισμά της.
Το έρμο το κορμάκι σου στα ξένα παραδέρνει,
και στα πικρά τους βάσανα, και στις ανεμοζάλες,
θα μαραζώσει, θα καεί, θα σβήσει κολασμένο.
Τα ξένα δε σε γέρασαν; δε σ’ έφαγαν τα ξένα;
Φεύγα τα ξένα, κι είν’ οχιές, φίδια φαρμακωμένα,
και φαρμακώνουν και ρουφούν το αίμα σου καλέ μου.
Έλα, γιατί βαλάντωσα και ρέψε την καρδιά μου
αφ’ όντας ξενιτεύτηκες και πήγες σ’ άλλους τόπους.
Έλα να ιδείς το γιόκα μας λεβέντη, παλικάρι
από μωρό που τ’ άφησες και μίσεψες καλέ μου.
Έλα να ιδείς την όμορφη και λυγερή μας κόρη
που μ’ άφησες μικρή μικρή και τώρα θα την εύρεις
με τις πλεξούδες σαν οχιές, παρθένα βυζωμένη.
Έλα να ζήσουμε μαζί μες το νοικοκυριό μας
να ’χουμε τα χωράφια μας, να σπέρνουμε τα στάρια,
που άσκαφτα κι ανόργωτα είν’ τόσα χρόνια τώρα,
Να ’ρχετ’ ο θέρος με καλό, που ’ναι ξανθά τα στάχυα,
μαζί να τα θερίζουμε, μ’ ολόγλυκα τραγούδια,
Και να το τρώμε το ψωμί χωρίς πικρά φαρμάκια.
Να ’ρχετ’ ο τρύγος εύτυχος τ’ αμπέλι να τρυγάμε,
τα ζουμερά σταφύλια του κρασί να τα πατάμε;
Να ’χουμε στο κατώγι μας ολοχρονίς για πιόμα.
Να ’χουμε το λεβέντη μας, και τη χρυσή μας κόρη,
να τραγουδούν στο πλάι μας της νιότης τα τραγούδια,
να μας θυμίζουν τους καιρούς που διάβηκαν για πάντα,
να μας γλυκαίνουν την καρδιά με το χαμόγελό τους,
να μας χαρίζουνε ζωή, παρηγοριά κι ανάσα,
κι έτσι τα χρόνια να περνούν για μας ευτυχισμένα.
Χωρίς καημούς και βάσανα και πόνους και φαρμάκια.
Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες.

Το έργο του είναι σκορπισμένο στα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής Τέχνη, Αι Μούσαι, Παρνασσός, Ίρις των Αθηνών, Ζωή, κυρίως δε στον Νουμά, όπου δημοσίευσε σειρά διηγημάτων με τον τίτλο «Κουβέντες», εμπνευσμένα από την ζωή της Μάνης – η λαογραφία εξάλλου υπήρξε πηγή έμπνευσής του.

«Γονή, που αίμα βαστάς στις φλέβες σου δικό μου, κατάρα δε σου ρίχνω. Δεν έχω κι άλλο πλέο παιδί. Για μάντεψε, το αίμα ή το κρασί, για πινομή, στην ασημόκουπα θα πιω;… Είμαι πνεματικός και ανέμπορος· είμαι κορμί του τάφου…» —στα λόγια ετούτα ο πνεματικός έτρεμεν ολόστηνος.— «Η ραχοκοκαλιά μου γέρνει, δεν ορτώνεται… Κοιμάμαι και βραχνάς αίμα φλεβάζει και βουίζει… Πώς να το πάρω;… Σένα κατέχω για δικό και για διαφέντεψη… Κι αλί! Θυμάσαι, δόλια στρίγγλα, μας τονε σκοτώσανε χωσιά… μια τουφεκιά στις πλάτες… ξεψύχουνε και στα μάτια του τα δάκρυα μάς ελέγανε τον πόνο του… Τι αμίλητος επήε… Είμαι γέρος και πνεματικός… μου τρέμουνε τα χέρια…Τα μάτια δε χορταίνουν το σκοτάδι για να ιδώ… Οχτρό το θανατίσιμο μ’ ανάβλεμμα να φάουσι… Κι οχτρό δικό… ποιος το ’λπιζε… Ποιος το ’λεγε…»

*

*

Εκδίδει μονάχα ένα βιβλίο ποίησης, τη συλλογή Αντίλαλοι (1899), και του αποδίδεται ο τίτλος «Ο ποιητής του Ταϋγέτου». Οι Αντίλαλοι, γραμμένοι στη δημοτική γλώσσα και με επιρροές από την ποίηση του Σολωμού, –όπου, κατά τον Λίνο Πολίτη «αναζητά επίμονα καινούριους, πρωτοφανέρωτους εκφραστικούς τρόπους, στηριγμένος και στη νεότερη γνωριμία με τον δημοτικό στίχο… Η επίδρασή του είναι φανερή στον Απόστολο Μελαχρινό και στον Άγγελο Σικελιανό»–, τον έκαναν γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους της πρωτεύουσας και η ποίησή του δέχτηκε ευμενή κριτική και από τον Κωστή Παλαμά.

~.~

Γεννήθηκε στην Καστανιά Λακωνίας (σημ. ονομασία Καστόρι) το 1874, μαθήτευσε στο Γυμνασίο Κροκεών –το διήγημά του «Ο Πέτρακας» έχει άμεση σχέση με την περιοχή–, συνέχισε στο Γύθειο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία όμως εγκατέλειψε νωρίς, για να επιστρέψει στη γενέτειρά του και να περιπλανηθεί στα μανιάτικα χωριά για πέντε χρόνια σαν «ερημίτης και φιλόσοφος και πολυβασανισμένος ποιητής», κατά δήλωσή του. Διατήρησε επαφή με την πρωτεύουσα μέσω του αδερφού του που σπούδαζε Νομικά.

Απιδρομάει με σάλαγο στα γκρέμα ο καταρράχτης,
κι αχολογάει στις ρεματιές και ροβολάει στα πλάγια.
Βογκούν τα μοσκοέλατα, και τα ψηλά τα πεύκα
σαλεύουν φτάψηλες κορφές. Αχομουγκρίζει ο ρόχθος
βουβός και στοιχειογέννητος. Τα δάση αναβουίζουν
από τον ανεμόβορο, και κάπου το δρολάπι
θροβόλιασε βελανιδιά μεσούρανη και βρέμει
σα ρέκασμα αστροπέλεκα του σωριασμού η αντάρα
μέσα στου δάσου την ερμιά. Τα όρνια ανατρομάζουν
και παν στα καταμόνια τους. Πέραθε από τους κέδρους
ουρλιάζει λυκοκόπαδο, γιατί χιονιά μαντεύει,
και τα φτερά συμπούπουλα μαδούν κι ανεμοδέρνουν,
τον ξάνθον ήλιο κλαίγοντας οι μαυροκαλημάνες.
Το ρυάσιμο του τσακαλιού γροικιέται από τα πλάγια,
και τα κοράκια απόσπερα γυρνούν στα καταρράχια
από τους κάμπους και κραξιές στριγγές σκορπούν σα θρήνους.
Πυκνά και μαύρα νέφαλα ολογυρνούν στα δάση,
σαν ήσκιοι τρέχουν, σα στοιχειά στα δεντροτόπια φεύγουν,
και δράμουν δρακασπέδιστοι κι απίδρομοι αντρειομάχοι
και στριγγλοκόποι ανέγγιχτοι. Τα δέντρα αναβουίζουν.
Τ’ αστροπελέκια ανάερα σπαθιά χρυσοσταυρώνουν,
και σκίζουν τα αιθέρια με τις κεραύνιες φλόγες,
κι απλώνουν φως στη σκοτεινιά και χύνουν τη θειαφίλα.
Κι απάνω από τα κράκουρα περήφανος στην πλάση,
χαίροντας στ’ ανεμόβορο, το δρόλαπα αψηφώντας
αναφτεριάζει ο μοναχός ο βασιλιάς του αιθέρα,
κι αφήνει στρίγγλικες κραξιές, και στα ραϊδιά τροχάει
τα νύχια του, ο σταυραητός νεφαλοκαταλύτης,
με τα φτεροκλαγγίσματα και το νυχοδαρμό του.

Λέγεται πως την ονομασία «μαλλιαροί» την οφείλουν οι δημοτικιστές στους ποιητές αδελφούς, οι οποίοι περνώντας, νεαροί μακρυμάλληδες, από κεντρικό δρόμο των Αθηνών συνάντησαν τον πεζογράφο Γιάννη Κονδυλάκη, ο οποίος εκστόμισε τη φράση «περνά η μαλλιαρή φιλολογία», που έμελλε να χαρακτηρίσει το κίνημα των δημοτικιστών, στο οποίο ανήκαν τα δύο αδέλφια.

Ο ξυλοκόπος στη δροσιά του πεύκου ξαπλωμένος
για τη βοσκούλα τραγουδάει, που μες τα δάση τρέχει·
κι ο σύντροφός του σκαλιστό δουλεύει ένα κανάτι
κέδρινο, μοσκομύριστο, να δώσει της καλής του.
Μες τα στερεμοπόταμα οι βατραχάδες σκούζουν
και στις ξερές νεροσυρμές. Από τους κάμπους γύρω
του ήλιου τα λιαρίσματα τις αντηλιάδες στέλνουν.
Ως που να πάρει τρεις οργιές, να ξεμεσουρανίσει,
να δροσερέψουν τα βουνά κι όλα τα καμποτόπια,
κι οι λαγκαδιές κι οι ρεματιές τ’ αγέρι να σουρώσουν,
και το ξανθό ηλιοστάλαμα να γείρει, ν’ αλαφρώσει.
Να ισκιώσουν πέρα τα γκρεμά, να πέσουν τα λιοβόρια,
να ξανασάνουν και τα ζα, κι οι δουλευτάδες πάλι
να δροσιστούνε, κι οι βοσκοί τ’ αρνιά τους να σκαρίσουν,
και να σκορπίσουν τις φωνές, τους σάλαγους στα πλάγια.
Οι βοϊδολάτες σκάρισαν, κι αράθυμα τα βόιδα
με μουγκρητά χαρούμενα ταράζουνε τα πλάγια.
Μακριά φωνή κι αντίλαλη, κυματιστή χωνεύει,
και κάποια πέφτει τουφεκιά του κυνηγού στο λόγκο.
Από τ’ αλώνια ο σάλαγος, που αλωνιστάδες κάνουν
για ν’ αλωνίζουν τ’ άλογα, σμιχτός, συρτός απλώνει·
Και πέρα από το πέραμα φτάνει στριγγιά η φωνή του
βοσκού, που θέλει απ’ το χωριό κάτι για να του πάνε
στη στάνη, και τ’ αντίφωνο στα πλάγια την ξεσέρνει,
κι αχολογάει τρικυμιστή και σβήνει και χωνεύει.
Στις βρύσες τότε οι κοπελιές με τα κανατερά τους
βγαίνουν και φέρνουν το νερό το κρύο με τραγούδια,
οταν κι ο ήλιος ράθυμος γέρνει να βασιλέψει.

Ακολούθως, φοίτησε στη Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου. Έδωσε εξετάσεις μαζί με τον Σκίπη, που τον παρουσιάζει «σωστόν Απόλλωνα, με πικραμένο χαμόγελο, αιθέριο, λες πως δεν πατούσε στη γη και πως η πατρίδα του, ήταν αλλού, πολύ μακριά, πολύ ψηλά, όπου βιαζόταν να ξαναγυρίσει, και περνούσε χωρίς να σταματά πουθενά, αδιαφορώντας για την εξασφάλιση της ζωής του». Έναν χρόνο πριν την έκδοση των Τσιγγανοθεών του Σκίπη, ο Πασαγιάννης πεθαίνει και ο συγγραφέας τοποθετεί ένα ποίημα του φίλου του, με θέμα την πατρίδα και τον γυρισμό, ως προμετωπίδα στο δράμα του, ενώ κατόπιν προσλήφθηκε στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου από τον θίασο του οποίου αποχώρησε ύστερα από λίγο καιρό.

*

*

Είχε παντρευτεί την Ελένη, αδελφή του Άγγελου Σικελιανού: «[…] Ο Σικελιανός, η αδερφή του Ελένη και ο Σπήλιος Πασαγιάννης επιχείρησαν να σταθούν στο θέατρο χωρίς να το καταφέρουν και οι κίνδυνοι που τους απειλούσαν από αυτή την αβεβαιότητα δεν άργησαν να φανούν. Η Ελένη έφυγε κι άρχισε να ζει μια πλανητική ζωή στα ξένα…», έγραφε ο Μάρκος Αυγέρης, ενώ ο Μελάς αναφέρει ότι η  επιρροή του Σπήλιου στον Σικελιανό ήταν μεγάλη, κι ίσως και κομμάτια κειμένων του Σικελιανού να είναι από παρατημένα χειρόγραφα ή ιδέες του Σπήλιου στο σπίτι των Σικελιανών. Νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1905, είχαν ταξιδέψει όλοι μαζί στον Ταΰγετο, στο δάσος της Βασιλικής, όπου έμειναν σαράντα ημέρες μέσα σε μια καλύβα πλεγμένη από κλαδιά ελάτων. «Ύστερα μεις δεν γεννηθήκαμε για να γυρίζουμε στα Κολιμπέτσια και τα τέτοια να γυρεύουμε ψήφους. Άλλοι για τέτοια. Οι ποέτες όχι… Αέρα καθάριο ν’ αναπνέουμε. Νερό του ιδανικού αθάνατο να μας ποτίζει. Με τιμιότη να φάμε το ψωμί μας και με περηφάνεια, που πρέπει στην ύπαρξή μας».

Οι νεροφίδες λιάζονται κι αργόσειστες γλυστράνε.
Τα λευκοτόπια σαν ψυχὲς τα φύλλα αναφτεριάζουν,
κ’ οι πικροδάφνες κ’ οι λυγιὲς μυροκοπούν τ’ αγέρι,
που κατεβάζουν οι συρμὲς και χύνουν οι κορφούλες.
Και στις σγουρές μοσκοετιὲς και στα  νεροκαλάμια,
κι ανάγυρα στις σφενταμιὲς και στις πλατιὲς πλατάνες
αρχίζει τον κελαδισμὸν η άσπρη η ποταμίδα.
Κι απὸ το στριγγλοπέρασμα απλώνεται τραγούδι
κάποιου διαβάτη και βουβό στην ποταμιά χωνεύει.

Για να αναζητήσει τη σύζυγό του αλλά και την επιχειρηματική του τύχη, έκανε ταξίδια στο εξωτερικό στην Ιταλία και το Παρίσι. «ήτανε τόσο σκιαγμένος από τη ζωή, που φοβότουν και τον ίσκιο του», έγραφε και πάλι ο Σκίπης.

Μετά την γαλλική πρωτεύουσα πηγαίνει στην Γερμανία, έπειτα πάλι πίσω στο νησί και κάποια στιγμή έφυγε και για την Αμερική, όπου δούλεψε σε καπνεργοστάσιο. «Κουράστηκα σε τούτη τη χώρα την αποπνίχτρα κάθε καλού κι ευγενικού, ο χάλυβας, το σίδηρο και τ’ ατσαλένια μπράτσα με τρομάζουνε και με τυραγνάνε», έγραφε, μέχρι που κάποτε κλονίστηκε κι άλλο η υγεία του. «Είχε στην φλέβα τον σπόρο του χαμού» όπως λέει ο ίδιος στον «Αγελαδάρη» του, οπότε και επέστρεψε στα πάτρια ύστερα από έξι μήνες.

Το 1907 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα, έπειτα πάλι στην Αθήνα, άρρωστος ήδη, και κλείστηκε από έλλειψη οικονομικών πόρων σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο στο τέρμα της οδού Ζωοδόχου Πηγής, κι αργότερα στον Υμηττό, στο σπίτι του Ελληνολάτρη Δούγκαν, που στην πραγματικότητα ήταν ένα γιαπί δίχως τοίχους, όπου πάνω του είχε απλώσει ένα αντίσκηνο.

Με τα ηλιοβασιλέματα νεκροθυμιά και κλάμα
άπλωσε η ώρα στην ερμιά και μούχρωσαν τα δάσα,
κι από τα μοσκοέλατα σμαραγδοστάζουν δάκρυα.
Σαβανοφέγγει αχνόχρυσος στα δεντροτόπια ο ήλιος,
κι οι ευωδιές λιγόθυμες στις λιβανάτες ώρες
θυμιαίνουν στ’ αερίσματα. Στα φύλλα ανατριχίλα
τα δροσοφόρια εξέχυσαν κι ανάσυρτα σαλεύουν.
Από τα δέντρα τα πουλιά στερνολαλιές αφήνουν
και σβήνουν μες τ’ απόσπερο. Η σιγαλιά κι η νέκρα
δακρυολογούν στα πέριορα σαν ξεψυχάει κι η μέρα.
Ήσκιοι τα πλάγια απόσκιωσαν. Από τα δάσα γύρω
βγαίνει βαθύ αναβούισμα· κι αφ’ τ’ άραχνο το δύσμα
ολόστερνες ηλιοφεγγιές τα δεντροκόρφια βάφουν.
Το φως αχνό κι αψηφωτό ψυχαραγάει στο δάσο
και σβήνει μες τις φυλλουριές και στις ιτιές νεκρώνει.
Τα φύλλα πέφτουν άψυχα με θρήνο· και τ’ αγέρι
μ’ άρρυθμο τα θρηνολογάει και σύγκρυο μοιρολόι
κι από τα μοσκοέλατα χρυσοσταλάζουν δάκρυα
με τα ηλιοβασιλέματα, προς την παθιάραν ώρα,
Που κλαιν τ’ απόσκια και βουβά κλαίνε τα δάσα, κλαίνε.

Καταλήγει, τέλος, στην Ζάκυνθο, όπου χτυπημένος από τη φυματίωση πέθανε στις 6 Δεκεμβρίου του 1909 και σε ηλικία 35 ετών.

Σπιτάκι, που λογάκια ακούν της καλαμιάς σου οι θρήνοι
σαν στο αγέρι ξωτικά μιλά θλιμμένο δείλι,
μ’  έβγαλε πάλι το στρατί σε ερημούλα κρήνη,
στη θήρα σου που εμίλησαν τ’ αγαπημένα χείλη

Θάφτηκε στο Ακρωτήρι, στο εκκλησάκι της Τριμάρτυρος, μα ο θάνατός του υπήρξε η αιτία να πυροδοτηθούν –πέρα από αγαπητικά συναισθήματα–λογοτεχνικοί καυγάδες, οι οποίοι κράτησαν σε εγρήγορση τους στιχοπλόκους του νησιού.

Ο Λεωνίδας Ζώης, όχι μόνο του είχε αφιερώσει ολόκληρο τεύχος στις Μούσες, αλλά του έγραψε και ποίημα:

Πείτε μου κύματ’ αμμουδιές, πουλιά, βουνά και δάση
θυμάστε –τώρα γρήγορα– και ποιος θα τον ξεχάσει
ένα λεβέντη ποιητή και νιο καμαρωμένο,
που λες και είχε στην καρδιά πόνο πικρό κρυμμένο…

αναγγέλλοντας συνάμα και μια τιμητική εκδήλωση-μνημόσυνο για τον ποιητή: «…σας είναι γνωστόν ότι προ ολίγων μηνών απέθανεν εις την ποιητικήν νήσον μας και ετάφη υπό τα φιλόξενα χώματά της ένας κουρασμένος ψάλτης του καλού και του ωραίου, ένας μαθητής του μεγάλου Σολωμού μας, ο ξανθός τραγουδιστής Σπήλιος Πασαγιάννης».

Ο Λορέντζος Μαβίλης, σε γράμμα προς τον αδερφό του ποιητή, Κωστή, εκφράζει τη συμπαράστασή του για τον χαμό του αδερφού του με λόγια συγκινητικά:

«[…] είχαμε κι άλλη φορά πάψη για χρόνια να γραφώμαστε κι έπειτα ήρθαν οι καλές μέρες της εδώ ζωής μας. Έτσι ήμουνα παραβέβαιος, θα ξανάρχονταν και τώρα καινούριες χαρές να ξανθοστολίσουν τη ζήση μας με πρώτη αφορμή… Ο πόνος αυτός θα μου μείνει αγκάθι στα φυλοκάρδια μου. Ο νέος δεν μου ’χε δείξει παρά καλοσύνη και αγάπη κι αυτό το χρέος μου θα μείνει πάντα αξέχαστο.»

Το φιλολογικό μνημόσυνο του Πασαγιάννη έγινε στο Δημοτικό Θέατρο Ζακύνθου, στις 6 του Iούνη 1910, με κύριο ομιλητή τον γιατρό και σατιρικό ποιητή Γιάννη Τσιλιμίγκρα.

Αμέσως μόλις τελείωσε η εκδήλωση στο θέατρο, ο Αντρέας Μαρτζώκης, δόκιμος και αυτός ποιητής, ίσως επειδή θεώρησε υπερβολικές όλες αυτές τις εκδηλώσεις για τον Σπήλιο Πασαγιάννη, κυκλοφόρησε το σατιρικό  επίγραμμα: «Χαράστον που στη Ζάκυνθο του τύχει να πεθάνει / και ζωντανός αγαπηθεί απ’ το γιατρό το Γιάννη / με μία Ελεγειακή στο θέατρο κωμωδία / θα του χαρίσει τη ζωή και την Αθανασία», αποδεσμεύοντας ποιητικά απωθημένα, γεννώντας κι άλλα σατιρικά επιγράμματα-απαντήσεις, όπως αυτά του διοργανωτή Γιάννη Τσιλιμίγκρα:

Ενθάδε κείται εκειός ο ποιητής
που  δίχως κωμωδίες ποτέ να φτιάσει,
εμπόρεσε, με Μούσα σοβαρή,
να κάμει όλο τον κόσμο να γελάσει.

*

Κανείς δεν ξέρει ποιητής αν ίσως στη θανή του
πολιτικό μνημόσυνο γενεί για την ψυχή του.
Για σε θα γίνει σίγουρα απ’ ούλα τα κοπέλλια
για τα πολλά που κάμανε τσ’ απαγγελίες σου γέλια.

*

Αφ’ τη στιγμή που είδαν το φως τα έργα σου τα μύρια
οι δαχτυλιές επάψανε αφ’ τ’ αποχωρητήρια.
Κι’ έτσι ο καθένας σήμερα με γούστο καθαρίζεται
μ’ όσες Εμπνεύσεις, φίλε μου, η Μούσα σου σοφίζεται…

Μεταθανάτια, ο αδερφός του προσπάθησε να μαζέψει το νεανικό έργο του και να το εκδώσει, ωστόσο η λύπη του μεγάλωνε, καθώς αφενός θεωρούσε ότι ο Σπήλιος όσο ζούσε αδικήθηκε από το λογοτεχνικό σινάφι και αφετέρου για τον επιλήσμονα τρόπο που ο νεκρός αντιμετωπίστηκε απ’ τους ομοτέχνους του. Έτσι, ήρθε σε ρήξη –μέσω επιστολών που δημοσιεύθηκαν στον τύπο της εποχής– με λογοτέχνες, ακόμη και με τον Παλαμά, συγκρούσεις που μόνο αρνητικά επέδρασαν στη φήμη του αδερφού του. Μόλις το 1965 ο Βαλέτας εξέδωσε έναν τόμο με τα Άπαντά του, παρόλο που είχαν προσπαθήσει κάποιοι ομότεχνοι και φίλοι του.

Από ταξείδι αλαργινό και η μοναξιά ένα δείλι
στα φύκια στην ακρογιαλιά μας έφερε άνθη αχνά
στην άκρη αφροί εψιθύριζαν σε αγαπημένα χείλη
και η θάλασσα εκαλούσε μας στη νεκροσιγαλιά.

Άλλοτε εκεί τα θρηνερά πανάκια απ’ το καράβι
μας έταζαν το μισεμό του αγύριστου γιαλού
και πότε η άνοιξι έφτασε και όθε το κύμα παύει
άνοιξε η γη σε ανθούς λευκούς και τα φιλιά του αφρού.

Και κάποτε που επήραμε το πλάνο μονοπάτι
–αραξοβόλι στην ερμιά η δάκρινη ομορφιά–
μόνο το αγέρι ευωδιαστό –κρυφόστρατε διαβάτη–
έπνεε νάνε απάντεχη κι ολέρμη συντροφιά.

Κ’ ήρθαν οι καλοκαιρινές εσπέρες στο ακρογιάλι
κ’ ήρθε η βαρκούλα κι άραξε στην ήσυχη αμουδιά,
μόλις η θλίψη που έγηρε στ’ άσπρα νερά κι αγάλι
το θλιβερό κελαδισμό μας έστελνε η βραδειά.

Αλλά η αυγή μας έφερε στον άμοιρο χειμώνα
και η στράτα μας στην ερημιά εσύναξε αλαφρό
το φύλλο από τα δάση μας και από τον καλαμιώνα
λαχτάρα, που η ψυχούλα σου ποθούσε έναν καιρό.

 


Πηγές-Αναφορές:
Πασαγιάννης Σπήλιος, «Τα ξένα», Φιλολογική Ηχώ Γ΄, 17 (25/5/1896).
Πασαγιάννης Σπήλιος, Αντίλαλοι, Αθήνα, Έκδοση της Τέχνης, 1899 (β΄ έκδ. συμπλ.: Αντίλαλοι – Δακρυνή – Γελαδάρης, [επιμ.: Κώστας Πασαγιάννης] Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1920· γ΄ έκδ. Δημητράκου, 1927).
Παπαγιάννης Σπήλιος, «Ακρογιαλιά», Νουμάς (25/1/1904).
Πασαγιάννης Σπήλιος, «Κουβέντες» [απόσπασμα από το διήγημα «Το δίκιο»], Ο Νουμάς 152 (12/6/1905).
Παπαγιάννης Σπήλιος, Άι Μούσαι 404 (15/1/1910)· 413-414 (1/6/1910)· 416  (1/7/1910)·.
Πασαγιάννης Σπήλιος, Ποιήματα – Πεζογραφήματα – Μεταφράσματα – Γράμματα, (επιμ.: Γ. Βαλέτας), Πηγή, 1965.
Αυγέρης Μάρκος, Ἀγγελος Σικελιανός-κριτική μελέτη, Αθήνα, Θεμέλιο, 1966.
Γρυπάρης Νίκος, «Ανέκδοτα σατιρικά επιγράμματα»: Γιάννης Τσιλιμιγκρας, Άπαντα, (επιμ.: Δημοσθένης Ζαδες), Αθήνα 1973.
Γρυπάρης Νίκος, Νεοελληνικά φιλολογικά παραλειπόμενα, Αθήνα 1977.
Κακούρου-Χρόνη Γεωργία, Καθημερινή (1995).
Κάσσης Κυριάκος Δ., Διακόσιοι Μανιάτες Λογογράφοι, Αθήνα 1998.
Ζώης Λεωνίδας Χ., Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τόμ. Α΄, 1963.
Σκοπετέα Σ., «Πασαγιάνννηδες», Ελληνική Δημιουργία 86 (1951).
Σκίπης Σωτήρης, Ποιητικά θέματα, σσ. 131-132 και 308.
Φλεμοτόμος Διονύσης, «Οι Κώστας και Σπήλιος Πασαγιάννης και η σχέση τους με τα Ιόνια νησιά»· Πυλαρινός Θεοδόσης, «Ομιλία για τον Σπήλιο Πασαγιάννη», Εσπερίδα Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων (3/3/2018).
*
*