Περσέπολη, 1971
*
Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης
Περσέπολη: το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο των Αχαιμενιδών, μία από τις περίλαμπρες πρωτεύουσές τους. Ο τόπος όπου εορταζόταν με θριαμβική και αυτοκρατορική λαμπρότητα ο ερχομός της άνοιξης και του Νέου Έτους (Νοουρούζ). Η Περσέπολη, για την ακρίβεια ό,τι έχει απομείνει από αυτήν μέχρι σήμερα, αποτελεί το επιβλητικότερο μνημείο της Αχαιμενιδικής περιόδου του Ιράν. Ταυτόχρονα και τον κύριο προορισμό των περισσότερων επισκεπτών στην χώρα. Είναι τόσο ισχυροί οι συμβολισμοί που ανακαλεί και συμπυκνώνει ώστε εκεί δεξιώθηκε κι ο σάχης τους υψηλούς προσκεκλημένους του (1971) για τον εορτασμό των 2500 χρόνων ίδρυσης της περσικής αυτοκρατορίας από τον Κύρο τον Μέγα. Σε μια δεξίωση εξωφρενικά επιδεικτικής χλιδής, που κόστισε αστρονομικά ποσά, άδειασε τα κρατικά ταμεία και συνέβαλε στην πτώση του ίδιου του σάχη. Αυτά όμως συνέβησαν αργότερα. Εδώ έχω κατά νου δυο ταξιδιώτες που περιτριγύρισαν την ένδοξη αχαιμενιδική πόλη, πριν την πτώση του σάχη.
Ο Πατρινός αρχιτέκτονας και πολυταξιδεμένος συγγραφέας Ι. Βασιλείου, επισκέφτηκε τον χώρο, ελάχιστους μήνες μετά την περιλάλητη δεξίωση, και την εμπειρία του αυτή τη δημοσίευσε στο αφιερωματικό τεύχος για το Ιράν της Νέας Εστίας, στις 15 Ιουνίου 1972 («Μια μέρα στην Περσέπολη»). Οι πρόσφατες μνήμες κι οι εντυπώσεις από την δεξίωση επανέρχονται στην αφήγησή του. Γράφοντας για τον εορτασμό του νέου έτους επί Αχαιμενιδών και την προσέλευση των υποτελών ηγεμόνων και σατραπών της αυτοκρατορίας, σημειώνει:
«Όσο βρίσκονταν στην Περσέπολη, έμεναν σε πολυτελείς σκηνές έξω από το χώρο των ανακτόρων. Ίσως στην ίδια θέση που είχε στήσει ο Σάχης της Περσίας τις σκηνές για τους βασιλιάδες όλου του κόσμου, όταν τους κάλεσε στις γιορτές για τα 2500 χρόνια της αυτοκρατορίας».
Περιγράφοντας τον χώρο, τα μνημεία και την ιστορία, καθώς και την πυρπόληση από τον Αλέξανδρο, κάνει μία αξιοπρόσεκτη παρατήρηση:
«Στα ανάκτορα του Ξέρξη, γύρω από την αίθουσα του θρόνου με τις πολλές κολώνες, διάφοροι άλλοι χώροι. Πίσω απ’ αυτούς πλήθος δωμάτια με σειρές για το Αντερούν, το βασιλικό χαρέμι. Βλέποντας κάνεις τόσα πολλά δωμάτια για το χαρέμι, σκέφτεται πόσες όμορφες γυναίκες πέρασαν εκεί όλη τη ζωή τους, περιμένοντας πότε θα ευδοκήσει να τις καλέσει ο βασιλιάς… Κι όμως στα τόσα ανάγλυφα που βλέπεις σ’ όλη στην Περσέπολη δεν υπάρχει ούτε μιά γυναικεία μορφή. Όλα παριστάνουν άνδρες. Οι περισσότεροι είναι ντυμένοι με μακριούς χιτώνες κ’ έχουν χαμηλό κυλινδρικό καπέλο στο κεφάλι. Θυμίζουν κάπως τους μοναχούς με τα ράσα στο Άγιον Όρος και την απαγόρευση να πατήσει εκεί γυναίκα. Πόση διαφορά από τους ναούς του Ανγκόρ με τις όμορφες ουράνιες νύμφες, τις μισόγυμνες απσάρες, σ’ όλους τους τοίχους τους».
*
*
Κλείνοντας τις εντυπώσεις του από την Περσέπολη, μιλά για το δειλινό που φώτισε τα ερείπια της πόλης κι η σκέψη του πάλι τρέχει στην πρόσφατη δεξίωση του Σάχη:
«Η καλύτερη ώρα στην Περσέπολη είναι τα δειλινά, όταν ο ήλιος, βυσσινιά σφαίρα με φλόγες ολόγυρα, εστιάζει στη δύση. Ένα μαγικό ονειρεμένο φως πλημμυρίζει όλο το περιβάλλον. Η Περσέπολη μεταμορφώνεται σε παραμυθένια πολιτεία. Όλες οι παλιές πέτρες, όλοι οι τοίχοι, οι κολώνες, τα ερείπια, γίνονται με μιας χρυσαφένια. Τα βουνά παίρνουν αέρινες μενεξεδένιες αποχρώσεις. Όλα ομορφαίνουν αυτή την ώρα. Ακόμα και οι σκηνές που είχε στήσει ο Σάχης για τις γιορτές… Μπορεί, σε μια τέτοια ώρα να πήρε ο Σάχης την απόφαση να γίνουν με τόση πολυτέλεια οι σκηνές, όπου θα έμεναν, μονάχα δύο μερόνυχτα, οι καλεσμένοι βασιλιάδες. Μπορεί, όταν τους δεχόταν στις πάνινες αυτές οι σκηνές, που είναι ζήτημα αν θα διατηρηθούν λίγα χρόνια, να είχε την ψευδαίσθηση πως είχε γίνει ενσάρκωση του Δαρείου. Πως ήταν ο ίδιος ο Δαρείος, ο Βασιλιάς των Βασιλιάδων, που πριν από είκοσι πέντε αιώνες δεχόταν κάθε πρωτοχρονιά τους βασιλιάδες στα μεγαλειώδη Απάδανα, τη γιγάντια αίθουσα του θρόνου με τις πανύψηλες πέτρινες κολώνες».
Μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα, συνηθιζόταν σε περιφανείς αρχαιολογικούς τόπους και μνημεία να χαράσσουν τα ονόματά τους ώστε να απαθανατίσουν την παροδική τους επίσκεψη διάφοροι, επιφανείς είτε κι αφανείς, επισκέπτες τους. Αυτό που έκτοτε θεωρήθηκε ανεπίτρεπτος βανδαλισμός και εκκοσμικευμένη ιεροσυλία, βεβήλωση, μέχρι τότε εθεωρείτο σχεδόν ευλαβική και υποχρεωτική απομνημόνευση, απομνημείωση μάλλον θα ’λεγα, του ονόματος του επισκέπτη στον σημαίνοντα χώρο και τόπο. Οιονεί περίβλεπτος υπογραφή σε περίοπτο ανά τους αιώνες βιβλίο επισκεπτών. Οι μαρτυρίες και τα σχετικά γκραφίτι άφθονα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έτσι και στην Περσέπολη. Ήδη έχουν καταγραφεί κάμποσα ονόματα για μια περίοδο τεσσάρων περίπου αιώνων.
*
*
Υπάρχει όμως και μια μνεία που μάλλον δείχνει πως δεν έχουν καταγραφεί όλα τα σχετικά εγχάρακτα ονόματα. Ένας επίσημος Έλληνας επισκέπτης της Περσέπολης άφησε το δικό του χνάρι κατά το ταξίδι του, το 1937. Αλλά ας ακούσουμε τον ίδιο.
«Οι Πέρσαι ισχυρίζονται, ότι ο Μακεδών κατακτητής διετέλει εις κατάστασιν μέθης όταν διέταξε τους στρατιώτας του να θέσουν πυρ εις την πόλιν, η οποία εκοσμείτο και από τα μεγαλοπρεπέστερα ανάκτορα του κόσμου, τα οποία είχε κτίσει ο Δαρείος και συνεπλήρωσαν οι διάδοχοί του. Οπωσδήποτε το γεγονός αυτό το φέρουν βαρέως οι Πέρσαι ακόμη και σήμερον. Μίαν ημέραν που περιειργαζόμην τα ερείπια των ανακτόρων, με πλησίασεν ένας μορφωμένος όσον και φανατικός Πέρσης, όστις είχε πληροφορηθή ποίος ήμην και με ηρώτησε εις άπταιστον αγγλικήν:
―Διατί εσείς οι Έλληνες εκαύσατε την πρωτεύουσάν μας;
―Διατί και σεις οι Πέρσαι επί Ξέρξου εκαύσατε τον ναόν της Παλλάδος Αθηνάς! του απήντησα. Η συνομιλία όμως με τον περίεργον Πέρσην διεκόπη εις το σημείον αυτό, διότι επροτίμησε να σιωπήση και να απομακρυνθή…
Επί των ερειπίων οι εκάστοτε περιηγηταί, Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι κλπ., είχον χαράξει τα ονόματά των και μόνον ελληνική υπογραφή δεν υπήρχεν. Ηρεύνησα παντού χωρίς να συναντήσω ουδένα ίχνος. Ούτε εν ψηφίον του ελληνικού αλφαβήτου. Διατί, άρα γε, εσκέφθην. Μήπως οι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν ενέκρινον την καταστροφήν τής πόλεως αυτής; Και, όμως, ήτο μία περιφανής νίκη του Μακεδόνος στρατηγού, η οποία περιποιούσε τιμήν εις την Ελλάδα. Τα ερείπια αυτά, τα οποία εδημιουργήθησαν από ελληνικάς χείρας, αποτελούν ένα μνημείον της δυνάμεως και της ισχύος του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Δι’ αυτόν τον λόγον την ιδίαν νύκτα παρέλαβον μαζί μου μίαν σμίλην και μίαν σφύραν και εισήλθον εις την περιοχήν των ερειπίων. Εκάθησα εις ένα τεράστιον κίονα και εχάραξα μετά προσοχής το όνομά μου, δια να υπάρχη εκεί όπου προ τόσων αιώνων τα ελληνικά στρατεύματα έγραψαν τόσας σελίδας ηρωϊσμού και δόξης…».
Όπως είναι εμφανές, το ενδιαφέρον του ταξιδιώτη μας, στη μιάμιση σελίδα για την επίσκεψη στην Περσέπολη, επικεντρώνεται στην πυρπόληση της πόλης από τον Αλέξανδρο και την προσπάθεια αιτιολόγησης αυτής της πράξης. Σχεδόν το πήρε προσωπικά… και πατριωτικά. Γι’ αυτό καλέμι και σφυρί προκειμένου να διασώσει εγχάρακτο το όνομά του, και δια τούτου την τιμή της ένδοξης ελληνικής ―προ αιώνων πολλών― παρουσίας. (Η αναφορά του για τα ερείπια ως δημιουργήματα ελληνικών χεριών προφανώς είναι αποτέλεσμα λανθασμένων πληροφοριών).
Ο ταξιδιώτης αυτός ήταν ο πρίγκηπας Πέτρος, υιός του πρίγκηπος Γεωργίου και της Μαρίας Βοναπάρτη, και ο οποίος βρισκόταν καθ’ οδόν από την Αθήνα προς το Θιβέτ. Απ’ Αθηνών εις Καλκούτταν (1941) επιγράφει τις εντυπώσεις και τις αναμνήσεις του από εκείνο το μακρύ κι ενδιαφέρον οδικό ταξίδι στην τότε βόρειο Ινδία κι από κει προς τη νότια, προκειμένου ως ανθρωπολόγος να ερευνήσει το φαινόμενο της πολυανδρίας. Περί αυτού όμως, αλλά και για τις υπόλοιπες μέρες του ταξιδιού του στο Ιράν, και τις αναπάντεχες συναντήσεις που είχε με πάμπολλους Έλληνες διάσπαρτους σ’ όλη τη χώρα, κάποτε άλλοτε.
Ο πρίγκηπας Πέτρος πάντως επισκέφθηκε και τους βασιλικούς τάφους παραδίπλα, όπως και τις Πασαργάδες, σαράντα χιλιόμετρα πιο πάνω, και θαύμασε και τον τάφο του Κύρου του Μεγάλου. Την επιγραφή με το όνομά του ούτε την έχω αντικρίσει μα κι ούτε έχω δει να μνημονεύεται σε κάποια από τις σχετικές ερευνητικές δημοσιεύσεις. Φαίνεται πως η σύντονη προσπάθεια απομνημείωσης της παρουσίας του, μετά από τόσα χρόνια λανθάνει ακόμη αφανής.
*
*
*



