*
Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)
γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ
///
Κεφάλαιο 4
Σ’ ἄλλ’ αίt’ πῃ
Ὡραιοτάτη ἡ γαλλοελληνική ὑποτακτική τοῦ τίτλου. Ἡ περικοπή τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη ἔχει ὡς ἑξῆς:
[…]
Il se dresse sur le carrefour en étrange statue
et il dit quelque chose, oui, écoutez:
Σά ’λέπει, ça λέπι?, Salle ἔpη, Sale ἕpei, Σ’ ἄλλ’ αίt ’πῃ,
Σ’ Αλέπι!,
Vous rappelle quelque ville ?
Τό Χαλέπι! Αὐτό δέν ὑπομνήσκει; Στό Χαλέπι πού πίνουν σαλέπι; Τό Σαλέπι! Τούς ὄρχεις τῆς ἀλεποῦς; Οἱ κόνδυλοι τοῦ ὑδροχαροῦς orchis mascula, ἀπό τό ὁποῖο παρασκευάζεται τό σαλέπι, ὁμοιάζουν μέ ὄρχεις· τούς χρησιμοποιοῦσαν, τωόντι, γιά τήν ἑτοιμασία ἐρωτικῶν φίλτρων. Ἀρχίζει τήν πρόταση μέ ἐπιφυλάξεις, ἐνδοιάζει, ρωτᾶ: Εἶναι αὐτό λέπι; Ça λέπι? Καί καταλήγει, πεπεισμένος περί τῆς ὀρθότητος, ἐκφράζοντας τό θαυμασμό του, στίζοντας τόν μέ θαυμαστικό, καταλήγει στόν προορισμό του: Σ’ Αλέπι! (Οὔτε ψιλεῖ οὔτε δασύνει). Ὡς ἐάν: ναί, αὐτό ἐκεῖ εἶναι! Στάθηκε στό σταυροδρόμι τῆς ζωῆς –il se dresse sur le carrefour– καί ἀποφάσισε νά τραβήξει γιά τό Σαλέπι! Οἱ μόνες φράσεις, ἐξ ὁλοκλήρου ἑλληνικές, εἶναι στήν ἀρχή καί στό τέλος τῆς πρότασης. Σά ’λέπει, εἶναι ἡ ἀφετηρία, ὅταν ἀρχίζει νά στοχάζεται, νά ἀμφιρρέπει, ὅταν δέν ἔχει ἀκόμα κατασταλάξει∙ ὅταν προσπαθεῖ νά θυμηθεῖ, ὅταν κάτι, quelque chose, λείπει∙ ἤ μήπως σαλεύει, σ’ ἀλέθει, σέ βλέπει, σέ λέπει (λέπω: ἀποφλοιώνω); Σ’ Αλέπι!, εἶναι ἡ λήξη, ὅταν ὁ κύβος ἐρρίφθη! Ἡ διαδρομή εἶναι γαλλοελληνική. Μεικτή. Salle ἔpη: ἡ αἴθουσα πού παίζονται τά ἔπη; Sale ἕpei: τό ἕpei ἐδῶ ἐπέχει θέση δασυνόμενου ρήματος∙ ὁ σιχαμερός (sale) καταγίνεται μέ quelque chose (ρ. ἕπω); Ἀκολουθεῖ (ἕπεται) ἡ λαμπρή μεικτή ὑποτακτική, ἡ «ἔγκλιση πού ἔχει ὅλους τούς χρόνους ἐκτός ἀπό τούς μελλοντικούς. Οἱ τελευταῖοι δέν ὑπάρχουν σ’ αὐτήν, ἐπειδή εἶναι ἡ ἔγκλιση πού ἀναφέρεται στό μέλλον» (Τσοπανάκης). Εἶναι τό μετέωρο βῆμα πρίν πατήσει σταθερά. Ἡ κίνηση τῆς ἐπιθυμίας πρός τό μέλλον, τό ἄς μέ τό ὁποῖο προωθεῖται καί θαρρεύεται∙ πράγματι, στόν ἀέρα ἀλλάζει, ἐννοεῖ autre chose, κατανοεῖ πώς ἔπρεπε ἄλλα-νά-εἶχε-πεῖ (subjonctif plus-que-parfait), πώς πρέπει νά στραφεῖ ἀλλοῦ, Σ’ ἄλλ’, ἄλλο νά πεῖ. Ὁ ὑποκάτω κείμενος στίχος τό ἀνακοινώνει: Σ’ Αλέπι. Ἐκεῖ εἶναι. Σᾶς θυμίζει κάποια πόλη;
Τό ἀπόσπασμα, πού μόλις παρέθεσα, τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη δέν εἶναι, ἄν καταλαβαίνω, οὔτε ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ποριώτης τό 1935 στό περιοδικό Νέα Γράμματα, οὔτε εἶναι ἐπιλογή ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ἄγγελος Καράκαλος τό 1957: Oeuvres Inedites de Michel Mitsakis. Εἶναι μήπως ἀπό αὐτά πού συγκέντρωσε ὁ Κατσίμπαλης; Δέν τό ξέρω. Ἄφηνε, βλέπετε, “χαρτάκια”… ὁ ποιητής. Προφανῶς, ὅμως, ἀνήκει στήν γαλλική ποιητική περίοδο τῆς τρέλας του. Τό 1943 ὁ γιατρός Ἄγγελος Καράκαλος βρῆκε σ’ ἕνα παλαιοπωλεῖο ἕνα ἀντίτυπο τῆς Ἰλιάδας. Τά περιθώρια τῶν σελίδων ἔγεμαν ἀπό σπαράγματα ποιημάτων γραμμένα στά γαλλικά. Τοῦ πῆρε χρόνια νά τά μεταγράψει καί νά ἀποδώσει τήν ταυτότητά τους στόν Μητσάκη. Τά ἐξέδωσε· παραδόθηκε, ὅμως, ἐκ νέου εἰς τήν κυκλοφορία ὁ Μητσάκης; Πρωτοκολλήθηκε ἐπιτέλους στά ἐπίσημα μητρῶα τῶν Βιβλίων; Ἐν τῶ παρόντι χρόνω, ἐκτός ἐμπορικῶν καταστίχων, ἀσυζήτητο, τό βιβλίο ἀνευρίσκεται μόνο στήν Γεννάδειο Βιβλιοθήκη: MGL 730.31. Στή θέση αὐτή θά τό βρείτε… Λογάριαζα, εἶναι ἀλήθεια, τό εἶχα σκοπό, ὅταν θά ἔφθανα σέ αὐτό τό τελευταῖο κεφαλαιάκι, ἀφιερωμένο στά γαλλικά ποιήματα, νά ἐπισκεφτῶ τή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Ἔψαξα, καί μόνο ἐκεῖ βρῆκα τό Oeuvres Inedites. Θά τήν ἐπισκεπτόμουν, κινούμενος μάλιστα ἀπό τή φιλοδοξία νά μεταφράσω δύο τρία ἀπό τά γαλλικά του ποιήματα. Θά εὕρισκαν εὐμενῆ ἀπήχηση…[1]
Μή εὐοδωθείς ὁ σκοπός, ἐνεφανίσθη ἐκ νέου, διατελοῦσα ἐν ἐκκρεμότητι, αὐτή ἡ ἀρρύθμιστη ἰδιοτροπία τῆς φύσεως πού ὀνομάζεται Παπαδιαμάντης. Σύγχρονος καί ἀγαπητός τοῦ Μητσάκη. Μά καλά, μονολογοῦσα, καταστρώνεις ὅλες αὐτές τίς πολυκέλαδες ἀναφορές στόν Δημαρᾶ καί στόν Μουλλᾶ ἀφήνοντας ἀνεπίσκεπτο τόν Παπαδιαμάντη; Δέν τό ξέρεις, τάχα μου, πώς αὐτός ὁ καλόγερος σαολίν, χωρίς νά κουνήσει τό μικρό του δαχτυλάκι, μόνο (ἤ οὔτε;) μέ τή σκέψη του, μόνο «μέ τό ἄκρον τοῦ κανθοῦ» του, τούς ξέκανε ὅλους τούς δημαράδες καί μουλλάδες; «Σοβαραί ὁμιλίαι» θά ξανακάνουμε πάλι;
Ὁ Παπαγιώργης τήρησε, ὄχι μόνο στή λογοτεχνία, μία συγκεκριμένη πνευματοκρατική στάση, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά ἐπιτελέσει τό σκοπό τοῦ βασανίτη λίθου. Εἶμαι χρεώστης, ἐξάλλου, ὅπως τόσοι ἄλλοι, στό αἴσθημα πραγματικότητας πού ὁ ἴδιος λογογραφούσε τόσο ἐπιδέξια. Μέ αὐτόν, τόν Παπαδιαμάντη τοῦ Παπαγιώργη, θά ὑποβάλλω εἰς κάποια δοκιμήν τήν κατανόηση πού ἔχω τῶν πραγμάτων. Ὁ Παπαγιώργης δέν ἔχει μιά θεωρία λογοτεχνίας νά διακοινώσει· αὐτό πού ἔχει εἶναι ὁ ψυχικός του δεσμός μέ τόν Παπαδιαμάντη. Δέν γνωρίζω ἄν ὁ Παπαδιαμάντης ἐπιρρωνύει, ἁπλῶς, μιάν κτηθεῖσα ἐν τῆ πράξει γνώση τοῦ Παπαγιώργη: τήν ἀξία τῆς ἐριζωμένης στήν ἐντοπιότητα, γι’ αὐτό καί χθόνιας, αὐτομάθειας. Ἤ ἄν, ἀντιθέτως, ὀψιμαθής, πρωτοανακαλύπτει μαζί μέ τόν Παπαδιαμάντη πώς τά πρός συντήρησιν, τά χρειώδη, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία καί γιά τήν ὁποιαδήποτε μορφή ἔκφρασης. Μᾶλλον ἀνανεώνει μιά παλαιά γνωριμία. Δέν παρέλειπε ἐξάλλου, ἐν παντί καιρῶ, νά ψέγει τήν ξεσκολισμένη γνώση, αὐτήν πού δέν βούτηξε ποτέ τήν πένα της στά βάσανα τῆς καρδιᾶς, τήν δανεική, κίβδηλη συνείδηση, τό ψευδές συγγραφικό ἐγώ καί νά ὑπολήπτεται, ἀντιθέτως, τή χθόνια ἐντοπιότητα, τήν ἐσωτερική ὅραση, τήν προσωπική ἀλήθεια, τό βάπτισμα πυρός στά τραύματα τοῦ χαρακτῆρος. Σέ αὐτή τή θέση, σεβόμενος τήν ἐξ οὐδενός ἐξωτερικοῦ σημείου καταγόμενη ἰδιοσυστασία, συνάντησε τόν ὁμόκεντρό του Παπαδιαμάντη. Τά διηγήματά του ὑποδεικνύει ὡς σημεῖα, τύπους, μιᾶς γνήσιας ἀνθρώπινης ἐκφραστικότητας, χωρίς ὅμως τό πνεῦμα τους νά προάγεται καί σέ διδακτικό κανόνα. Τόν Παπαδιαμάντη, λοιπόν, εἰς τοῦ ὁποίου τά διηγήματα καταφωρᾶται, ἄν μπορῶ νά χρησιμοποιήσω ἕνα κακόσημο ρῆμα, ἡ ὁποιαδήποτε λογοτεχνικότητα, αὐτόν ὁ Παπαγιώργης θά προσοικειώνεται ἀδιαλείπτως προκειμένου νά σταθμίσει τά λόγια του καί νά σοβαρολογήσει σχετικά μέ τά ἔργα τοῦ ἀνθρώπινου λόγου. Μάλιστα, ὅταν τόν εἰκονογραφεῖ: «Ἄπραγος, ὁ ἴδιος, γεροντομαθητής, γεροντοφοιτητής, χωρίς δική του οἰκογένεια, χωρίς τακτική ἐργασία, μπεκιάρης καί ἐνδεής»[2], δειγματίζει, αἰσθανόμενος συνάλληλος, καί κομμάτια ἀπό τό δικό του ἑαυτό. Ἡ ἄνευ προηγουμένου μεταφορική δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Παπαγιώργη, μέ τήν ὁποία ξεκλειδώνει, ἅμα τῆ ξεστομίσει, τήν καρδιά τοῦ ἀναγνώστη, καί μέ τήν ὁποία κατέρχεται στά τρίσβαθα τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, τόν προσάγει ἐνώπιόν μας ὡς ἕναν διδάσκαλο τῆς βαθύτητας. Ἐκ βάθρων ὑψοῦται ἡ κατακόρυφος. Γιά τόν Παπαγιώργη τό βίωμα εἶναι ἡ λυδία λίθος, ἡ ἀποκαλύπτουσα τήν ἰσχυρή φύση. Χρειάζεται, βεβαίως, ὁ συγγραφέας νά «ἀναβαπτίζεται στό οἰκεῖο ἦθος» καί στή βιωμένη ἀλήθεια, τό ἔργο ὅμως, κι αὐτή εἶναι ἡ οὐσία, δέν ἀνάγεται ποτέ στό βίωμα. Ἄλλο τό ἔργο, πνευματικά αὐτοδύναμο, κι ἄλλο ὁ ἄνθρωπος πού τό δημιούργησε. Ὑπάρχει, ἄραγε, ἀντίφαση μεταξύ τῶν ἐγκωμιαστικῶν πρός τό γνήσιο βίωμα λόγων (βλέπε, γιά παράδειγμα, τόν ἔπαινο πού ἀπευθύνει στή λογοτεχνική στροφή τοῦ Βιζυηνοῦ ἀπό τίς κακόζηλες, ἐξ Ἑσπερίας, ἐμπνεόμενες ποιητικές δημιουργίες πρός τά ἀψευδέστερα βιωματικά διηγήματά του) καί τῆς ἐξακριβωμένης ἀσχεσίας τοῦ πεποιημένου λογοτεχνικοῦ ἔργου πρός τά βιωματικά στοιχεῖα τοῦ συγγραφέα; Δηλαδή, ὅταν ὁμιλεῖ γιά τόν συγγραφέα ἐγκωμιάζει τή θερμοπηγή τῶν βιωμάτων του καί ὅταν ὁμιλεῖ γιά τό ἔργο του διακόπτει, ὅπως θά δοῦμε ἀμέσως, κάθε σχέση μαζί τους: Τό ἔργο συνιστᾶ αὐθυπέρβαση! Ἡ σχέση μεταξύ βιώματος καί ἔργου εἶναι συνεπῶς ἡ σχέση ἱκανῆς καί ἀναγκαίας συνθήκης;
Οἱ ἀκόλουθες, καλά σχεδιασμένες, ὥριμες σκέψεις τοῦ Παπαγιώργη περί λογοτεχνικοῦ ἔργου, εἰκονογραφοῦν ἄρδην τήν ἰδιωτική του λογοτεχνική «θεωρία»:
«Ἄν ὑπάρχει σπάνια ζαριά πού ἐπιτρέπει στό ἔργο νά ὑπάρξει πρέπει ἐξάπαντος νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τόν ἐμπειρικό κόσμο πού τήν ἐνέπνευσε, ἀπό τήν ἐποχή καί φυσικά ἀπό τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο πού τήν ἀποτόλμησε».[3]
Κοντολογίς, στέλνει στό διάολο τόσο τόν Ροΐδη ὅσο καί τόν Ἄγγελο Βλάχο. Διασπαθίζει ὡς ἄκαιρη καί παρέλκουσα τή μεταξύ τους διένεξη. Δέν εἶναι οὔτε ἡ ἐπιζήσασα, στό ταλέντο τοῦ ποιητῆ, ἑλληνικότητα, αὐτός ὁ ἄσβεστος σπινθήρ, οὔτε ἡ προσήκουσα ἐποχή του: «Τά μέσα μέ τά ὁποία ἐπιτυγχάνεται τό ἔκτακτο οὐδέποτε τό ἐξηγοῦν».[4] Ὁ Παπαγιώργης ἀπαρνεῖται διαρρήδην τόν ἐντόπιο διαφωτισμό, ἀποκαλεῖ στά Γελαστά ζῶα τόν Ροΐδη «πρωτοπαλλήκαρο τοῦ γαλλικοῦ πνεύματος» καί ἀποστέργει, ἐπίσης βαθύτατα, τήν ἀντίπαλη ἐπαγγελματική στέγη: αὐτήν πού βιοπορίζεται ἐμπνεόμενη ἀπό τήν θρησκειολογική παράδοση καί διαβλέπει λ.χ. στό ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη ἀποκλειστικά τούς δικούς της θριάμβους. «Ἡ πλάνη τῆς κριτικῆς», λέει ὁ Παπαγιώργης, « εἶναι ὅτι ταυτίζει τό ἔργο μέ τόν ἄνθρωπο».[5] Ἡ φράση του, ὅμως, πού περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη μᾶς διαφωτίζει γιά τή σχέση τοῦ προσωπικοῦ ὑποκειμενικοῦ βιώματος καί τοῦ λογοτεχνικοῦ ἔργου, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: «Ἦταν αὐτόκλητος [ὁ Παπαδιαμάντης] θεματοφύλακας μιᾶς κοινότητας καί ἐλάχιστα μέλος της».[6] Δηλαδή, ἡ ὁλοκληρία τῆς ζωῆς σέ ἀπολύτως κανένα βίωμα δέν ἐπιζεῖ· διασώζεται μόνο στή μορφή τῆς καλλιτεχνικῆς ἔκφρασης. Αὐτή ἡ σθεναρή ἄρνηση κάθε μορφῆς ἀναγωγῆς τῆς λογοτεχνικῆς ἀξίας στό βίωμα τοῦ συγγραφέα συνιστᾶ τήν ἀπαρασάλευτη πνευματοκρατική στάση τοῦ Παπαγιώργη. Τά δεδομένα τοῦ βίου εἶναι ἡ ἱκανή συνθήκη, ὄχι ὅμως καί ἡ ἀναγκαία. Τό ἔργο στέκει μόνο του, ἀναντάλλακτο μέ ὁτιδήποτε. Σέ κάθε ἔργο ἀντιστοιχεῖ ἕνα βίωμα, ὁποτεδήποτε ὅμως ὑπάρχει βίωμα, δέν ὑπάρχει καί ἔργο. Τό ἀνώτερο ἐπουδενί δέν ἀνάγεται στό κατώτερο. Ψέγει, προφανῶς, τόν ἀγαπητό του Κανέτι «… πού διακατέχεται ἀπό τό πάθος τῆς ἀναγωγῆς».[7] Σκέψου τήν κατακρήμνιση τοῦ καντιανοῦ μεγαλείου, τήν ἐπί τά χείρω μεταβολή τοῦ καθεστῶτος, πού συνεπιφέρει καί ἡ ἁπλούστερη ἀναγωγή. Ἡ ὑψηγορία τοῦ καντιανοῦ λόγου, τό ἴδιο τό πρᾶγμα καθεαυτό, ὑποβιβάστηκε σέ κάποια φουστάνια καί κρυμμένα αἰδοῖα.
Ἄς ὄψονται ὁ Νίτσε τοῦ Λυκόφωτος τῶν εἰδώλων (horrendum pudendum τῆς μεταφυσικῆς τό ἀποκάλεσε) καί οἱ θαυμάσιες ὁμιλίες τοῦ (ἀνυπόστατου μάλλον) Μποτύλ στήν Ἀργεντινή. Ποικίλες ὑλόφρονες θεωρίες νοσφίζονται κατόπιν τόν πεπτωκότα Κάντ. Μέ μιά ἀκτινογραφία, ἡ πνευματική κάρα γίνεται κρανιακή κάψα. Ποῖος πνευματοκράτης θά τό ἤθελε αὐτό; Ὁ «Μποτύλ», εἰκάζω, δέν ἐμφανίζεται μόνο μέ διάθεση λεπτοῦ σαρκασμοῦ ὅταν βεβαιώνει προοιμιακῶς τό ἀκροατήριό του πώς θεωρεῖ βλακώδη τόν ἰσχυρισμό[8] ὅτι τό ἔργο ἑνός φιλοσόφου θά μποροῦσε νά ἑρμηνευτεῖ μέ βάση τή ζωή του. Μᾶλλον τούς καθυσυχάζει γιά νά παραμείνουν στή θέση τους, ἀφοῦ στή συνέχεια ἀκριβῶς αὐτό κάνει: ἑρμηνεύει τό ἔργο τοῦ Καντ μέ βάση τή ζωή του. Εἰς μάτην ὅμως. Μακάρι νά μπορούσαμε νά ἑρμηνεύσουμε τή Γραμματική τοῦ Πρισκιανού, τοῦ Μαυριτανοῦ καθηγητή λατινικῶν στήν Κωνσταντινούπολη τοῦ 5ου αἰῶνος, στόν ὁποῖο ὁ Δάντης ἐπιφυλάσσει μιά θέση στήν Κόλαση, στόν ἕβδομο κύκλο τῶν Σοδομιτῶν, μέ βάση τόν βίο καί τήν πολιτεία του. Μέ συντριβή τῆς μορφῆς, δέν ξαναπιάνουμε στά χέρια μας τά συντρίμια τῆς βιωματικής ὕλης. Τό ἀντίθετο συνέβη: καίτοι μέθυσος, τρελός καί ἀποστάτης, ὁ Πρισκιανός ἀποσώθηκε ἀγνώριστος, μέ μορφική τελειότητα, στήν Γραμματική του. Στό ἔργο, λοιπόν, ἀνατίθεται ἡ διάσωση τοῦ βίου. Καί ὁ βίος διασώζεται ἀγνώριστος. Ἡ σκληρή πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου ἀντικειμενοποιεῖται στό προϊόν τῆς ἐργασίας του. Τίποτε ἄλλο δέν ἰσχύει. Αὐτή εἶναι ἡ φορά τῶν πραγμάτων. Εἶναι ὡς ἐάν τό σκοπούμενο ἀποτέλεσμα (ἔργο) νά (σέ) περνάει στήν ἄλλη πλευρά τοῦ παρόντος. Κάποιοι μένουν πίσω στόν ἀγῶνα αὐτόν…
Ὁ Παπαγιώργης ἐντόπισε αὐτοστιγμεί, κρίνοντάς τον δυσμενῶς, τόν ἰσχυρισμό τοῦ Κουτσουρέλη ὅτι ὁ μεγάλος Ἀλεξανδρινός ποιητής, ἀτάλαντος ἐξ ὑπαρχῆς, μετέβαλλε ἐν τέλει ἑαυτόν ἐγκαταλείποντας τίς μύχιες ἕξεις του, ὅτι ἀπέβαλε τήν πίστη στή προσωπική του φωνή καί παραδόθηκε στή ξένη ἐπιρροή.[9] Πρόκειται, ὅπως εἶναι φανερό, γιά τόν ἀκριβῶς ἀντίθετο ἰσχυρισμό. Ὁ Καβάφης τοῦ Κουτσουρέλη δέν βρῆκε τόν ρυθμό τῆς ἀνάσας ἐντός του, ἀλλά ἔξω του· ἐγκατέλειψε τήν ἀγαθή προαίρεση τοῦ πρότερου ἔντιμου βίου χάριν ἑνός στρατηγικότερου ποιητικοῦ ὑποκειμένου πού ἀπεργάζεται τό «ἐς ἀεί ἔργο». Ὅταν, μάλιστα, ἀντλεῖ ἀποκλειστικά ἀπό προσωπικά βιώματα, τά ἀποτελέσματα εἶναι κακά. Ὁ Καβάφης, ψεύτικος, χωρίς αὐθεντικό πρόσωπο, χωρίς παράδοση, μέ ἀγγλική παιδεία, εὔκολα μεταφράσιμος, πέτυχε (χάρις αὐτῶν)! Ὁ Βιζυηνός ἀντιθέτως τοῦ Παπαγιώργη (βλ. τά βιζυηνά γέλια) ἄλλαξε κάποια στιγμή χέρια. Παραχώρησε τή θέση του σέ ἄλλον, γνησιότερο ἑαυτό. Γιατρεύτηκε ἀπό τόν ἐπίπλαστο παλαιό καί ξανάγινε ἀπό Βιζυηνός ὁ Γιωργῆς τῆς Μιχαλούς, ἱκανή συνθήκη ἑνός ἐπικείμενου ἔργου. Τότε συνέγραψε, ὑποστηρίζει ὁ Παπαγιώργης, τά διηγήματά του.
Πάντως, ὁ Κωνσταντινουπολίτης Βασιλειάδης, πού ἐπισκεπτόταν συχνά τόν Βιζυηνό στό φρενοκομεῖο, μεταφέρει τήν εἴδηση πώς στούς περιπάτους τους συζητοῦσαν θέματα τῆς Ἑσπερίας. Ἀσκοῦσε κριτική, λ.χ., στή θεωρία τοῦ Ταίν, αὐτήν πού θεωροῦσε τόν ποιητή «καρπό μόνον [μιλᾶ ὁ Βιζυηνός διά στόματος Βασιλειάδη] τοῦ milieu ἐν ᾧ ζῆ. Ἆ!, ὁ ποιητής πρῶτον γεννᾶται, ἀλλ’ εἶτα διαμορφοῦται […] Εἶναι δέ γεννημένος ὡς τοιοῦτος ὁ ποιητής, κι ὄχι πλάσμα τῆς ἐποχῆς του».[10] Τρελός μέ δανεικό ἀκόμα μυαλό; Ἴσως ἁπλῶς νά νοσταλγοῦσε τήν παλαιότερη κοινωνική του συνείδηση καί ἀναγνώριση, νά ὁμιλοῦσε ἐμφορούμενος ἀπό τήν ἐπιθυμία νά ἐπιστρέψει στήν τύρβη τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, στήν παλαιά του σταδιοδρομία, καί γιά τό λόγο αὐτόν προσποιεῖται κάποιο ἐνδιαφέρον γιά τά θέματα τῆς κρατούσας γνώμης· καί πώς, ἄν ἔγραφε, πάλι στόν ὑποκάρδιο Ἐδουάρδο, θά ἀπέληγε. Κι ὅταν ὁ Βασιλειάδης τοῦ ἐπισημαίνει πώς ὁ ποιητής ἐμπνέεται ἀπό τήν ἐποχή του καί πώς…, τότε ὁ Βιζυηνός τοῦ ἀνταπαντᾶ: «Ἀλλ’ ὁ Σαίξπηρ; Πῶς διέπλασσεν ὁ Σαίξπηρ τούς θαυμασιωτέρους γυναικείους τύπους […]»;[11]
Ἄν στήν περίπτωση τῆς συναισθηματικῆς ποιήσεως τό «ὑποκείμενο τοῦ ποιητῆ ἐκπροσωπεῖ [ἐπάξια] τό ἀντικείμενο»[12], σέ ἐκείνη τῆς ἀφελοῦς ποιήσεως «κυριαρχεῖ ὁλότελα τό ἀντικείμενο». Τέτοιος ποιητής, ἀφελής, ἀπών ἀπό τό ἔργο του, ὑπῆρξε καί ὁ Σαίξπηρ κατά τόν Σίλερ. Στίς ἀγγλοσαξωνικές πανεπιστημιακές συζητήσεις τό ἐν λόγω ἀπόρημα ὀνομάζεται ἐνίοτε καί παράδοξο τοῦ Σαίξπηρ: δέν τόν βρίσκεις, δηλαδή, πουθενά γιά νά τοῦ παραδώσεις τό ἔργο του. Ἡ ἐντυπωσιακή ἀπροσωπία τοῦ Σαίξπηρ ἄλλοτε θεωρήθηκε ὡς ἔνδειξη ἑνός κρυμμένου ἐγωισμοῦ καί ἄλλοτε ὡς κορύφωση τῆς ἔμφυτης καθολικότητας τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας. Ὁ Παπαδιαμάντης δέν θά μποροῦσε νά γράψει τόν Δόν Κιχώτη. Λές καί ὑπῆρξε ποτέ του, σάν τόν Θερβάντες, αἰχμάλωτος στρατιώτης ριγμένος στό μπουντρούμι τοῦ Ἀλγερίου. Ὑπάρχει ἡ ροή τῶν βιωμάτων πού φθάνει μέχρι τό ἔργο, ἀλλά ὄχι τό ἀντίστροφο: Τά σονέτα τοῦ Σαίξπηρ, πού μιλοῦν σέ πρῶτο πρόσωπο, δέν θά μποροῦσαν, οὔτε αὐτά, νά διανοίξουν κάποιο δρόμο καί νά διοδεύσουν τόν ἀναγνώστη μέχρι τή θύρα τῆς οἰκίας τοῦ Σαίξπηρ. Τό ὑψηλό ἐπίπεδο μετουσίωσης κρυσταλώθηκε σέ μορφές στίς ὁποῖες δέν ἀνιχνεύεται διόλου ὁ ἀτομικός χαρακτῆρας. Ὁ Παπαγιώργης εἶναι γνωστό πώς δέν συμπάθησε ἰδιαίτερα τόν Σαίξπηρ. Δέν καταφέρθηκε, βεβαίως, ἐναντίον του ὅπως ὁ Τολστόι, ἀλλά, κατά πάσα πιθανότητα δέν τόν συναισθάνθηκε. Καί δέν εἶναι ὁ μόνος. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι θά συγκατένευε στήν ἀκόλουθη διαπορία ἑνός ἄλλου πνευματοκράτη, τοῦ Έμερσον:
«Μπορεῖ ὁ Σαίξπηρ νά μᾶς πεῖ πῶς γίνεται κανείς Σαίξπηρ; […] Ἄν μποροῦσε νά τό κάνει, τότε τό μυστικό τῆς ἔμπνευσης θά ἔπαυε νά ἔχει τή βαθεῖα καί ἀνερμήνευτη ἀξία του καί θά γινόταν ἕνα κοινό γεγονός κάτω ἀπό τό φῶς τῆς ἡμέρας».[13]
Μήπως ὁ ἴδιος ὁ Πόε, μέ τήν ὑποδειγματική ἀνάλυση πού κατέθεσε τοῦ Raven, μᾶς ἀποκάλυψε τό μυστικό; Παρομοίως, σύμφωνα μέ τόν Παπαγιώργη, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τό ἔργο αὐθυπερβαίνει τά δεδομένα τοῦ ὁποιουδήποτε βίου, δέν ὑπάρχει τρόπος νά ἐπιστρέψουμε ξανά στόν ἐργοποιό. Συνιστᾶ, ἄραγε, ἀντίφαση νά ὑπολήπτεσαι συνεχῶς τό βίωμα ὡς τό ἀπαραίτητο ὑλικό ἐντοπιότητας μιᾶς ἰσχυρῆς καί γνήσιας φύσης, ἀλλά ὅταν καταφθάνεις στό ἔργο νά κόβεις μαζί του κάθε δεσμό ὑπέρ μιᾶς ἀνεξήγητης πύκνωσης στό νόημα; Μάλλον… ὄχι. Τά πάθη καί τά βιώματα, πιστεύει ὁ Παπαγιώργης, σοβαρεύουν τή ζωή, κι ἄν δέν καταστρέψουν τόν ἄνθρωπό τους, τόν στρώνουν στή δουλειά. Τό ἔργο πού θά προκύψει μετέπειτα εἶναι πνευματικό γεγονός, ὁλοκληρία μή ἔχουσα αἰτιώδη ἐξάρτηση μέ τή διαδρομή τῶν βιωμάτων. Θέλει, ὁ Παπαγιώργης, τά πράγματα νά συμβαίνουν μέ αὐτή τή σειρά. Καί νά ὑπάρχουν καί τά δύο: τό γνήσιο βίωμα καί τό πνευματικό ἔργο. Ἄς σκεφτοῦμε τήν Αὐτοβιογραφία τοῦ Τόμας Μπέρνχαρντ: Ὑπάρχουν ἐκεῖ, δέν χρειάζεται νά ψάχνεις, καί τά δύο μαζί ἀξεχώριστα· τό πολυσέλιδο ἔργο καί τά χιλιοειπωμένα βιώματά του. Ἰδού τό βίωμα: «Στά διαλείμματα, τά παιδιά τῶν εὔπορων δάγκωναν πελώρια μῆλα καί χοντρές φέτες ψωμί μέ βούτυρο, ἐνῶ ἐμεῖς…».[14]
Ἄν ὁ μικρός Τόμας δέν ἐμποδιζόταν, κατ’ αὐτόν τόν τρόπο, δέν θά ἀπουσίαζε τότε κι αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Μπέρνχαρντ ἀπό τίς σκέψεις, πού τόσο χορτάζει νά τιμολογεῖ, τῆς Αὐτοβιογραφίας του; Σίγουρα ναί! Ὄχι, ὅμως, καί τό ἀντίστροφο: Δέν ἀρκεῖ νά ἐμποδιστῶ, δέν ἀρκεῖ νά στερηθῶ τά πελώρια ζουμερά μῆλα πού βλέπω νά δαγκώνουν οἱ ἄλλοι, γιά νά κάνει τήν ἐμφάνισή του τό ἔργο. Ἐν τοιαύτη περιπτώσει, ἡ γραμμένη σοφία ἄλλο δέν θά ἔκανε ἀπό τό νά κάθεται στό πλάι καί νά περιμένει νά πιάσει τίς μικρές πτήσεις μιᾶς ἐμποδισμένης ὕπαρξης. Οὔτε ἡ βιογραφική ἔκρηξη ἑνός νοσοῦντος δημιουργοῦ θά ἄνοιγε τίς πόρτες… Ἀκόμα καί σέ περιπτώσεις ὅπως ὁ Ταχτσῆς, τοῦ ἑνός καί μοναδικοῦ ἔργου, ὅπου δέν μιλᾶ γιά τόν κόσμο, ἀλλά γι’ αὐτόν τόν ἴδιο μέσω τοῦ κόσμου -μιά καί τό Τρίτο Στεφάνι εἶναι ἡ κεφαλαιοποίηση τοῦ εἶναι του– μένουμε ἔξω ἀπό τό μυστικό τῆς φυσιογνωμίας ἑνός ἔργου. Εἶναι φανερό ὅτι τό ἔργο εἶναι κάτι παραπάνω. Τί; Ὁ Παπαγιώργης ἀρκέστηκε μόνο νά πεῖ: Ὅτι τό ἔργο εἶναι ἔτι περισσότερο ἀπό τό ὑλικό του καί εὑρίσκεται ὑπεράνω αὐτοῦ.
Πέραν τούτου οὐδέν. Δέν θά προσθέταμε τίποτα καινούργιο, νομίζω, ἄν τό «περισσότερο» τό ὀνομάζαμε «θεία μανία» ἤ «ποιητικό οἶστρο». Θά λέγαμε τό ἴδιο πράγμα. Εἶναι ἀλήθεια, ὑπάρχουν ἄνθρωποι, καί συγγραφεῖς, πού ἐνημερώνουν τή ζωή τους ἀπό τό ἔργο τους! Ἡ ἐνημέρωση αὐτή εἶναι δευτερογενής, δέν θά μᾶς ἀπασχολήσει. Τί εἶναι ὅμως τό περισσότερο; Ὑπάρχουν ἔργα πού διαρκοῦν ὅσο διαρκεῖ καί τό ἀξίωμα τοῦ ὑποκειμένου πού τά δημιούργησε· ἄλλα πού διαρκοῦν ὅσο καί ἡ παιδεία ἐντός τῆς ὁποίας διασώζονται ὡς ὑποχρεωτικό ἀνάγνωσμα· ἄλλα πού ἐπιζοῦν ὡς θραύσματα μεμονωμένων βιογραφιῶν χωρίς ποτέ ἡ ἰσχύς τους νά ἀναζωπυρωθεῖ· καί ὑπάρχουν, ὑπάρχουν; καί ἐκεῖνα πού λάμπουν χωρίς νά ὀφείλουν τίποτε στίς περιστάσεις πού τά γέννησαν. Σέ τί διαφέρουν τά τελευταία; Ὡς τί λάμπουν; Ἄν λάμπουν ὑπό μορφή καθολικότητας, αὐτή δέν θά μποροῦσε νά εἶναι προϊόν συγκατάθεσης τῶν πολλῶν. Σέ τί συνίσταται τό ἐπιπλέον, λοιπόν; Τό λογοτέχνημα, ὡς ἐξαντικειμενίκευση, εἶναι ἡ προσπάθεια ὑπέρβασης μιᾶς ἐφήμερης ἀτομικότητας· ἡ φτωχή βιωματική ὕλη τῆς τελευταίας μορφώνεται σέ καλλιτέχνημα. Ὡστόσο, ἄν καί τό καλλιτέχνημα ἀποτελεῖται ἀπό βιωματική ὕλη, ἡ βιωματική ὕλη δέν φτιάχνει μόνη της ἔργα τοῦ ἔντεχνου λόγου. Χρειάζεται μιά ἰσχυρή μορφοπλαστική ἱκανότητα. Λίγοι τήν ἔχουν.
«I grandi poeti sono rari come i grandi amanti. Non bastano le velleitá, le furie e i sogni· ci vuole il meglio: i coglioni duri, che si chiama altresí l’ occhio olimpico».[15]
Στόν Παλαμᾶ, πού τό ὡραῖο δέν ἀποκόπηκε ποτέ πλήρως ἀπό τό καλό, ὑπάρχει αὐτό τό ὀλύμπιο βλέμμα. Τό συγγράφειν τοῦ Μητσάκη εἶναι ἀποκλειστικά ἔκφραση μιᾶς ἰδιοσυγκρασίας. Μήπως ἡ ἐρώτηση, τοιουτοτρόπως διατυπωμένη, εἶναι ἀτελέσφορη; Πῶς θά μιλήσω γιά τό ἐπιπλέον ἑνός ἔργου, γιά τό κριτήριό του, χωρίς νά μεταβῶ στή χώρα τῆς μεταφυσικῆς, στό ἀληθῶς λέγειν; Τόσην ὥρα ἔφερνα βόλτες, εἶναι ἀλήθεια, ἀναζητώντας τήν εὐκαιρία νά ὑποβάλω τή γνώμη πώς ἡ πνευματοκρατική στάση πιθανῶς ἄλλο δέν κάνει ἀπό τό νά κυκλοδρομεῖ καί νά ἀπομακρύβεται ἀπό τήν ἀκόλουθη αὐτονόητη πεζότητα:
«Κάθε ποίημα ὅταν παραδοθεῖ στήν οριστικότητα τῆς τυπογραφικῆς μορφῆς γίνεται πράγμα αὐθύπαρκτο· χειραφετημένο ἀπό τόν ποιητή».[16]
Ἁπλά πράγματα. Ἴσως τό περισσότερο δέν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπό αὐτό· ἀπό τήν μετέπειτα πορεία καί σταδιοδρομία ἑνός βιβλίου. Ἀπό τήν ἀνεξάρτητη ἀπό τό ἔργο, καταδική του πάντως, ἐπαύξησή του. Πιστεύω πώς τό ἐπιπλέον τοῦ ἔργου, ἐκτός τῶν ἄλλων πού δέν γνωρίζω, εἶναι καί προϊόν ἑνός σύνθετου ἀγωνίσματος μέ ὁρισμένη ἀθλοθεσία. Πρόκειται γιά καταβολή μεγάλων προσπαθειῶν, συνεχοῦς μόχθου καί τάνυσμα τῶν δυνάμεων. Γιά ὁρισμένους ἡ συμμετοχή τους σέ μεγάλα tournoi λαμβάνει τή μορφή τοῦ ὑπέρ πάντων ἀγῶνος: διεκδίκηση τοῦ ἔργου «ἐς ἀεί». Κοντολογίς, τό ἐπιπλέον περιέχει καί πολλή ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀφιερωμένη στήν μορφοπλαστική δύναμη, τήν ὁποία δέν ὑπάρχει λόγος νά τήν ἐγκαταλείψουμε εἰσερχόμενοι στόν κόσμο τοῦ πνεύματος. Ναί, ἡ ἐργασία δέν ἔχει πάντα ἔργο, ἀλλά τό ἔργο ἔχει πάντα ἐργασία. Καί ἡ ἐργασία εἶναι πάντα βιογραφική, ἀτομική, δίχως ἴχνος καθολικότητας. Καί ἡ ὁποιαδήποτε σωτηρία τοῦ ἐργαζόμενου δημιουργοῦ περνάει μέσα ἀπό ἔργο του. Τό μόνο πού ξέρουμε εἶναι ὅτι ὁ θαμώνας τῆς Δεξαμενῆς, μέ κάποιο τρόπο, ἐνεπλάκη ὁ ἴδιος στό ἔργο του· ματαίως θά ἀκολουθούσαμε τήν ὁλκό τοῦ συρόμενου ἑαυτοῦ του γιά νά τό βροῦμε· γι’ αὐτό καί ρίχνουμε αὐτές τίς κρυφές ματιές στήν ὄψη του, γιά νά δοῦμε ἄν ὄντως μοιάζει μέ τό ἔργο του. Ἡ σκέψη ἅπαξ καί διατυπωθεῖ, σώθηκε. Κι ἄν γυρίζει πίσω, εἶναι μόνο γιά νά ζητήσει ὁ ἱδρυτής της τή συγχώρηση μιᾶς ἄδικης ἐξόδου. Ἡ ἵδρυση ὅμως χάνεται μέσα στή βαρύτητα τῆς ἄγνωστης γιά τούς ἄλλους ἰδιοσυστασίας τοῦ κατόχου της. Μαντέματα μᾶς μένουν, ἐπιστρέφοντας συχνά πυκνά στή φωτογραφία τοῦ πίσω μέρους τοῦ ἐξωφύλλου. Ἡ φυσιογνωμική τῆς σκέψης καλά βαστεί. Δέν θά μποροῦσε αὐτό τό πρόσωπο πού βλέπω νά εἶναι ἄδετο μέ τή σκέψη πού διαβάζω. Διαβάζουμε μιά πρόταση (ἀσυνήθιστη, ἀπαράμιλλη, φημισμένη, ἰδιότροπη, κακή, χείριστη) καί αὐθωρεί πισωγυρίζουμε μέχρι τό ἐξώφυλλο γιά νά τή δοῦμε φωτογραφημένη. Ναί, λέμε, μάλλον αὐτό τό πρόσωπο τήν ἔγραψε. Σίγουρα ναί. Τό πρόσωπο εἶναι σάν τόν Πιερότο πού ζωγράφισε ὁ Βατώ. Δέν ξέρουμε ἄν εἶναι ἠλίθιος ἤ ἔξυπνος, βλαβερός ἤ ἄκακος. Δέν ξέρουμε τίποτα. Περιμένουμε νά μιλήσει ἤ νά γράψει κάτι, κάτι νά κάνει τέλος πάντων, γιά νά ἀναγνωρίσουμε μέ μιᾶς στό πρόσωπό του τή σκέψη του. Τό πρόσωπο εἶναι νεκρή φύση. Ναί, λέμε ἐκ τῶν ὑστέρων, αὐτή ἡ σκέψη δέν θά μποροῦσε νά εἶχε γεννηθεῖ παρά σέ τοῦτο τό κεφάλι.[17]
Μιά μικρή βιογραφία, κυρίως μιά φωτογραφία τοῦ κατόχου τῆς σκέψης, θά μᾶς βοηθοῦσε –ὑποτίθεται– νά διακρίνουμε στήν ἀνακοινώσιμη σκέψη μιά ὑποχώρηση στό σχέδιό της νά ἐξαντλήσει ἀνηλεῶς τό σύνολο τῆς πραγματικότητας. Δές τε τή φωτογραφία τοῦ Βέλτσου. Ἔχω ἀκριβῶς μπροστά μου τά Νέα. Ἀπό τίς πιό ὡραῖες. Ἡ κρανιακή του κάψα μέ μιά ἁπλή περιστροφή γίνεται πνευματική κάρα. Μάλλον εὐρυμέτωπος, ὀλίγον σουβλερομύτης μέ τετράγωνη τήν κάτω γνάθο. Μάτια ἐπίμονα, ἴσως ὑγρά, σίγουρα μπιρμπιλομάτης. Ἀγέρωχο ὕφος. Τό κάτω χεῖλος, ἔτσι πού προεξέχει λίγο τῆς σχισμῆς τῶν χειλέων, θαρρεῖς, ἄν τοῦ κρύψεις τά μάτια, πώς εἶναι φτιαγμένο γιά νά μασουλάει σπόρους. Τό πρόσωπο ὁλόκληρο, ὅμως, σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση πώς μόλις ἔχει ἐπιστρέψει ἀπό τήν ὁμιλία καί τηρεῖ πρόσκαιρη σιγήν. Ἀλλά δέν τοῦ πάει ἡ ασιγησία. Δέν εἶναι ἀβούητος. Τόν φαντάζομαι νά τραντάζεται μέ τίς χειρονομίες τῆς πείσμονος ὁμιλίας του γιά νά ἀποσυρθεῖ μετά ροδοπάρειος καί μέ τούς βοστρύχους του ἀναπεπταμένους στή θέση τῆς φωτογραφίας του: κανονικός ἀνδριάντας. Ὑποψιάζομαι πώς ἡ ὄψη του εἶναι συχνά ἐκείνη πού μέ μπάζει στό λόγο του. Πρῶτα πείθομαι λιγάκι προκαταβολικά κοιτώντας τον καί μετά τόν διαβάζω ἐπιβεβαιωτικά. Δέν ξέρεις ἄν γράφει ἔτσι ἐπειδή ἔχει αὐτή τή μουτσούνα ἤ ἄν τή μουτσούνα τήν ἀπέκτησε γράφοντας ἔτσι. Ἔχω τήν τάση νά προσωποληπτῶ ὑπέρ τοῦ αὐτοκέφαλου λόγου. Χωρίς, ἐπίσης, νά μπορῶ νά ἀποκλείσω ὅτι πρόκειται ἁπλῶς –το πιθανότερο– γιά μιά τυχαία κάψα τῆς φύσης.
Δές τε τήν καπνιστή φωτογραφία τοῦ Κωστή Παπαγιώργη, τή συγκινητική μέχρι δακρύων ἐκπροσώπηση τοῦ καλοῦ ἀπό τό παρουσιαστικό τοῦ Μπακιρτζῆ κτλ. Δές τε τήν φωτογραφία τοῦ Καλιόρη· κυρίως αὐτήν πού κοσμεῖ ὁλόκληρο (ἄν εἶναι δυνατόν!) τό ἐξώφυλλο τοῦ Ὅλα ἤ τίποτα: διοπτροφόρος, μέ συντηρητικό κοκάλινο σκελετό, περιποιημένο ὑπογένειο, μάλλον εὐρυμέτωπος καί βεβαίως εὔοφρυς. Καθώς ὁ φακός συνέλαβε μέ καλλιτεχνική πρόθεση ἐκ μικράς ἀποστάσεως τήν ὄψη τοῦ προσώπου του, ἡ ληφθεῖσα εἰκόνα γέμει ἀπό τήν εὐγενική του μορφή καί δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά διακρίνουμε μέ σαφήνεια καί τήν κόμη τῆς κεφαλῆς. Σίγουρα πάντως δέν εἶναι οὔτε πυκνόμαλλος οὔτε ἐν χρῷ κεκαρμένος, καίτοι εἶναι μάλλον φανερή μία τριχόρροια ἐπί τῆς κεφαλῆς. Οἱ ὀφθαλμοί, ἐλαφρῶς διηνοιγμένοι, καμμύοντες δηλαδή, δέν κοιτοῦν τόν φακό καί τόν ἀναγνώστη, ἀλλά μέ πλάγια τηλεσκοπική ἀντίληψη προσβλέπουν τρυφερά τόν ἐκεῖ ἔξω συγκεκριμένο πάσχοντα ἄνθρωπο. Ἅπαν τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου συνωθεῖται ἔξω ἀπό τήν διόπτρα του γυρεύοντας νά ἐπισημανθεῖ καί νά γραφεῖ. Εἶναι ἕνα ἐπιτυχημένο ἐξώφυλλο πού προοιωνίζεται λυσιτελώς τήν ὕλη τῶν ἐσώτερων σελίδων.
Ἄς μετακινηθοῦμε ἐπ’ ἐλάχιστον ἀπό τό παπαγιώργειο πρός τό μαρκίδειο σχῆμα.[18] Ὁ Ρῶμος Φιλύρας, ἔγραφε, ὡς οἰκότροφος τοῦ Ἱδρύματος κι αὐτός, τά ἑξῆς:
Τά δάκρυα τῶν κοκκάλων στίς νύχτες τοῦ αἰώνα
τά δάκρυα τοῦ μπουφέ μας, τό ξύλο πού τρώει
νυχτοήμερα σαράκι καί τρίζουν οἱ ἁρμοί του […].
Εἶναι λαμπρό! Ὁ Μάριος Μαρκίδης διακρίνει[19] τούς ποιητές σέ ἐκείνους πού δέν ἔχουν στιγμή ἀφυπηρετήσει ἀπό τήν μόνιμη ὑπαλληλία τους στήν ποιητική δημιουργία καί σέ ἐκείνους τούς παλιάτσους, τούς τεμπέληδες, πού ξεκουράζουν τούς θεατές στό μεσοδιάστημα, λίγο πρίν ἀπό τήν ἀκρόαση τῆς σπουδαιότητας. Σέ αὐτούς, πού τό ἔργο τους δέ συνιστᾶ παρά μιά παραφωνία «στόν ὁρίζοντα τῆς καθολικότητας».[20] Τό ἐν λόγω σχῆμα ἑστιάζει στήν ἀκατάβλητη ἀνθεκτικότητα, σέ συνθῆκες μάλιστα κοινωνικοῦ καύσωνα, μέ τήν ὁποία ὁ κρείττων ποιητής ὑπηρετεῖ τό καθολικό, ὀγκῶδες καί πολύπλευρο ἔργο του. Ὁ ἐλάσσων ποιητής ὑφίσταται τήν ἐξάντληση, σχολάζει, θέτει σέ διαθεσιμότητα, ἄλλην ἀπό ἐκείνη τοῦ ἀναληφθέντος ἔργου, τόν ἑαυτόν του. Καί εὐκαιρεῖ καί ἀδειάζει. Ὁ Μαρκίδης ἱεραρχεῖ, εἰκοτολογῶ, στήν κατηγορία μιά-τρύπα-στήν-κάλτσα[21], ἄς τήν ὀνομάσουμε ἔτσι, τούς Φιλύρα, Μητσάκη κ.ά. Ὁ Παπαδιαμάντης ξεμένει καί πάλι ἀρρύθμιστος. Τούς βρίσκει, ἐξάλλου, τούς μιά-τρύπα-στήν-κάλτσα, ἕτοιμους, καί μᾶς τούς δείχνει, δίχως ὅμως καί νά μᾶς ἐξηγεῖ πῶς βρέθηκαν ἐκεῖ. Πῶς παίρνει ὁ τάδε ( λ.χ. ὁ Παλαμᾶς) θέση δίπλα στήν κεφαλαιώδη σημασία καί ὁ δεῖνα στήν μικρά ποσότητα τῶν ὑπερήμερων γαλλικῶν ποιημάτων; «Κι ἄν δέν ἦταν στῆς γλώσσης μας τήν φύσιν, ἔπρεπε νά τήν ἐφεύρουν τή συνίζησι οἱ ποιηταί. Μέ αὐτή πλατύνεται ἡ κοίτη τοῦ ρυθμικοῦ ποταμοῦ καί τό ρεῦμα τῆς ἁρμονίας τρέχει ἀφθονώτερο».[22] Τοιουτοτρόπως ὁ Παλαμᾶς λυσιτελοῦσε ἀκαταπαύστως τά δικά του ποιήματα, τήν ὥρα πού ὁ Μητσάκης διατελοῦσε ἐν παροξυσμῶ, ματαιοσχολούμενος μέ τίς ξένες πρός αὐτόν συνιζήσεις τοῦ «κ. ποιητοῦ». Δέν κατόρθωσε νά τρέξει μέ τήν κοίτη τοῦ ποταμοῦ· τοῦ έλλειψαν οἱ ἔγκαιρες ἐνέργειες. Σέ τυχαία κομμάτια χαρτιοῦ ἐναπόθεσε τό ἔργο του. Ἦταν ἕνα γρήγορο πέρασμα, ἀπό τή ζωή καί τίς σελίδες.
Ποιός γράφει τώρα βιβλίο ὁλόκληρο γι’ αὐτόν; Ἅπαξ λεγόμενος, γεμίζει τό κενό, τό μεσοδιάστημα, μεταξύ τυροῦ καί ἀχλαδιοῦ, en passant, παρενθέτως, γιά νά σκεπαστεῖ γρήγορα ἀπό τό πέπλο τῆς λήθης. Ὑπενθύμισε τήν ὕπαρξιν του, ἀπαντώμενος ἅπαξ μόνον, στή σελίδα 205 τοῦ Παπαγιώργη (Γελαστά ζῶα) καί στή σελίδα 102 τοῦ Κουτσουρέλη (Καβάφης). Ὁ Δ. Παπαρρηγόπουλος, πού συμμετεῖχε στόν Βουτσιναῖο τοῦ 1866 μέ τήν ποιητική συλλογή Στόρνοι, εἶχε, μᾶς λέει ὁ Ἴ. Δραγούμης, «τήν πρόθεσιν νά κατεργασθεῖ ἔργον ἐς ἀεί».[23] Αὐτή, βεβαίως, εἶναι ἡ κρίσιμος φράσις: «ἐς ἀεί». Εἶχε δηλαδή τήν πρόθεση νά ἀπαθανατισθεῖ μέσω ἑνός ἀξιομνημόνευτου ἔργου· νά μεταβάλει ἄρδην τή ζωή του, τήν ἐξ ὑπαρχῆς καταδικασμένη στή βαρύθυμη ἐπανάληψη τῆς ἐργασίας –ἐργασία ἐξασφαλίζουσα μόνον τήν ἀποφυγή τοῦ θανάτου–, νά τήν μεταστοιχειώσει σέ ἀξιομνημόνευτο βίο (: βιβλίο). Ἡ βούληση ἐπείγεται ἀπό τήν ἐπικρεμάμενη ἔλευση τοῦ θανάτου νά δημιουργήσει· ἀρχίζει νά ἐργάζεται: ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραφε στό καταχείμωνο, κατάχαμα στό δωμάτιό του. Διέβαινε τήν θνητότητά του. Ὁ Δ. Παπαρρηγόπουλος ἐργάστηκε καί βιοπορίστηκε μάλιστα τόσο σκληρά καί ἐξοντωτικά μέ σκοπό τό ἔργον ἐς ἀεί, ὥστε νά πεθάνει πολύ νέος, ἀπό ἐγκεφαλική ἀποπληξία, χωρίς νά ἀφήσει ἔργο «ἐς ἀεί». Φαίνεται, ἐπίσης, πώς πέρασε μιά βραδυά μέ τόν Ροΐδη, συζητώντας γιά τόν Βωδελαίρο, πάνω σ’ ἕνα ἀτμόπλοιο μέ κατεύθυνση τόν Πειραιά. Ὁ Ροΐδης ἐρχόταν ἀπό τή Χίο, αὐτός ἐπέστρεφε ἀπό τή Σμύρνη.
Σέ ποιά κλάση, ἄραγε, τοῦ μαρκίδειου σχήματος ἀνήκει αὐτός; Ἡ κατακλείδα τοῦ Παπαγιώργη στήν κριτική πού ἄσκησε στόν Κουτσουρέλη εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ὑπάρχουν ποιήματα μόνο, ὄχι ποίηση. Ἄν ὑπῆρχε κανόνας στή δημιουργία, τότε ἕνα βιβλίο κάποιου ἰδιοφυοῦς θά ἔφτανε γιά νά βροῦμε τό μυστικό. Ὡστόσο τό μυστικό δέν ὑπάρχει». Ἄς σημειωθεῖ πώς τό παπαγιώργειο σχῆμα, δηλαδή ὁ ἄνθρωπος πού δέν κατορθώνει νά χωρέσει μέσα στό ἔργο του, καί μένει ἀπ’ ἔξω, ἔχει πλήρη ἐφαρμογή καί στό ἔγκλημα: «Ὁ Σεΐχίδης διέπραξε πέντε ἀνθρωποκτονίες […] Τά ἐγκλήματα δείχνουν νά ξεπερνοῦν αὐτόν πού τά διέπραξε […] Χάος ἀνάμεσα στόν δράστη καί στά δρώμενα».[24] Ὁ Παπαγιώργης κόβει τό πέρασμα ἀπό τήν πράξη (ἔργο) στή συμπεριφορά (βιογραφία). Σίγουρα, ὅπως ὑπάρχει μιά ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, ὄχι μόνο τοῦ συρμοῦ, πού θά μᾶς ἐπέτρεπε ὑποτίθεται «τό πέρασμα ἀπό τό ἀδίκημα στόν τρόπο ὕπαρξης», ἡ ὁποία θά μᾶς ἔμπαζε λαθραία μέσα στό ἄτομο καί θά μᾶς παρεῖχε «τήν αἰτία, τό κίνητρο, τό αφετηριακό σημεῖο τοῦ ἀδικήματος, τό ἴδιο τό ἀξιόποινο ὑλικό»[25], πού θά μᾶς ἐπέτρεπε, πρωθύστερα ἔστω, τήν ἐπ’ αὐτοφώρω τρόπον τινά σύλληψη τοῦ δράστη καθώς θά μᾶς τόν ἔδειχνε μικρό νά «κόβει τά κεφάλια ἀπό τά λάχανα» καί νά «μοιάζει μέ τό ἔγκλημά του πρίν τό διαπράξει»[26], κατά παρόμοιο τρόπο ὑπάρχει καί μιά ψυχαναλυτική καί λογοτεχνική πραγματογνωμοσύνη πού μᾶς προμηθεύει μέ τίς κατάλληλες παιδικές ἤ ἄλλες σκηνές, δίκην σπαράγματος καί προεικάσματος, καί οἱ ὁποῖες συνιστοῦν τό «ἀνάλογον» τοῦ ἔργου. Οἱ περίφημες «πρώιμες ἐκδηλώσεις». «Ἀναλυτές μετατρέπουν τόν ὁποιοδήποτε δημιουργό σέ οἱονεί ἀναλυόμενο καί φέρουν στό φῶς τίς καθηλώσεις καί τίς ὑπερεγωτικές ἀναστολές…».[27]
Εἰς μάτην, ἡ ἐξατόμιση τοῦ ἔργου δέν εἶναι δυνατή. Ἡ ἐπίσκεψη στόν δημιουργό καί ἡ γνωριμία μέ τό ἔργο (του) εἶναι δύο διακριτές ἐνέργειες. Τό ἔργο δέν βρίσκεται διάχυτο στήν ὕπαρξη τοῦ δημιουργοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ ἱκανότητα μορφικῆς τελείωσης τοῦ βιωματικού ὑλικοῦ προϋποθέτει ἕνα ἄτομο πού διαθέτει δυνάμεις καί φέρεται μέ ὁρμή, πού πετσιάζει μέσα στό μικροκλίμα τῆς ιδιοσυγκρασιακῆς του εἰδίκευσης.
Ὁ Παπαδιαμάντης τοῦ Παπαγιώργη εἶναι κατάφορτος μέ νόημα. Κρίνει δυσμενῶς, συγκρίνοντάς την μέ τόν Ρασκόλνικωφ, τή Φραγκογιανού, ἀκριβῶς ἐπειδή στερεῖται συνείδησης καί νοήματος ἐσωτερικότητας. Πώς εἶναι δυνατόν νά μήν καταρρέει ἐνώπιον τῶν ὅσων διέπραξε καί νά παραδίδεται, ἀντιθέτως, στή δικαιοκρισία τῆς φύσης; Κι ὅμως, ἴσως νά εἶναι.[28] Ἴσως δέν ὀφείλεται στή βλακεία τῆς μικρῆς κοινότητας πού ἡ Φραγκογιανού συνεχίζει νά τρέχει στά βουνά ἀτσάκωτη, μέ τούς σπάγκους, ἀπό τά πρῶτα της νιάτα ἀκόμα, νά τήν κομποδένουν μέ ἐκείνη τήν θλιβερή μόνιμη ταυτότητα τῶν τοπικῶν ὑποθέσεων. Κι ὅτι, ἄν ἀντί γιά κορδελιάστρα, ἦταν μόδιστρος, θά κατέρρεε μέσα στήν πρωτότυπη γνωριμία μέ τόν ἑαυτό της. Οὔτε ὀφείλεται στή συνεχή ἀστασία πού συνεχίζει νά δολώνει τόν ἑαυτό της μέ τούς ἴδιους κοινόχρηστους παραδειγματισμούς. Ἴσως εἶναι σκέτη καί τίποτα ἄλλο. Ξεβιδωμένη σ’ ἕνα σκέτο ἐδῶ. Σβήνει σάν τό ὄνειρο, ἐξίτηλη, ἀσυνάρτητη μέ τή βαθύτερη οὐσία τοῦ πράγματος. Ἀπό τά ἄνευ νοήματος κόσμου λόγια τοῦ Παπαδιαμάντη ἐλαύνεται ἡ σύνολη κατατρεγμένη καί ἀλλοπαρμένη ἀνθρωπότητα. Σπεύδει ὁ ἴδιος σέ βοήθεια χωρίς νά νοηματοδοτεῖ! Ἄκου! Χωρίς κανένα ἀπολύτως νόημα. Σέ ὁλόκληρη τήν διηγηματογραφία του δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή φράση πού νά ἀποδίδει κάποιο νόημα στό κόσμο. Συντρέχει τούς ἄλλους, στερούμενος νοήματος! Ὅλα εἶναι ἔξω, χωρίς διβουλίες, αὐτεξουσιότητες, αὐτενέργειες καί ὅλες αὐτές τίς ἐσωτερικότητες, τίς συρρέουσες κρουνηδόν σέ συναρπαστικούς στοχασμούς. Τίποτα, μόνο ὁ συμμορφούμενος πρός τούς τύπους κόσμος (του).
Μόνος, χωρίς θέα, χωρίς τήν θέα τῶν ἄλλων, ὁ κόσμος γίνεται μπούζι. Ἀπό τήν ἄλλη, ἔρχεσαι, καί ὁ κόσμος εἶναι ἤδη κατειλημμένος. Ἰδού τό πρόβλημα τῆς ζωῆς. Ὅλες οἱ θέσεις εἶναι ἤδη κατειλημμένες. Οὐδείς ἐνδιαφέρεται γιά τίς κενές. Ὅλη ἡ ζωή εἶναι αὐτό: ἕνας σκληρός ἀγώνας διαγκωνισμοῦ μέ τά βαριά μαρμάρινα ἀγάλματα τῶν ποιητῶν. Οἱ κρείττονες καί οἱ ἥσσονες. Ὁ ἄνθρωπος πού μένει πιστός στήν ἀνάγκη του γιά ἀναγνώριση ὑποβάλλει, ἀναγκάζεται νά ὑποβάλλει, τον ἑαυτό του σέ δοκιμασίες πού ἐνέχουν τον κίνδυνο τῆς οἰκτρᾶς ἀποτυχίας· ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος νά πάθει κανείς ὅ,τι ἔπαθε ὁ Σοῦτσος ὅταν ἐπισκεπτόμενος τόν Σολωμό στήν Κέρκυρα καί ζητώντας ἀπό τόν βαλέ τοῦ ποιητῆ νά τόν ἀναγγείλει –« πεῖτε στόν κόντε ὅτι τόν ζητάει ὁ ποιητής Σοῦτσος»– ἔλαβε την ἀκόλουθη σκληρόκαρδη καί ἄστοργη ἀπάντηση: «Ὁ κόντε μοῦ εἶπε νά σᾶς πῶ ὅτι Σοῦτσος ποιητής δέν ὑπάρχει». Διότι ἐκτός ἀπό τους κρείττονες καί τούς ἥσσονες, ὑπάρχουν κι αὐτοί πού ἐξαντλοῦνται γρήγορα καί τελείως, χωρίς τίποτα πίσω τους νά ἀφήνουν. Κλίνω πρός μιά ὁρισμένη θεατρική τρόπον τινά στάση, ἐξεζητημένη καί προσποιητή, τήν ἀπουσία στάσης· κλίνω πρός τόν Θωμᾶ ντέ Κουΐνσυ, πού λεπτομέριμνος, ἐγκαταβιώνει γιά ἕνα διάστημα στό σκηνικό τῆς δολοφονίας. Κινεῖται ἀόρατος ἀνάμεσα στά θύματα καί στόν θύτη, εἰσχωρεῖ, ἀργά τή νύχτα, ἐντός τοῦ σπιτιοῦ καί ἀκούει τόν ἀνθρωποκτόνο τοῦ κάτω ὀρόφου καί τόν ἔνοικο σχοινοποιό τοῦ πάνω ὀρόφου, τούς ἀκούει νά ἀκοῦν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τά κλεφτοπατήματα καί νά ριγοῦν. Κανένα νόημα. Ἁπλῶς τήν αὐγή «οἱ σφυγμοί τῆς ζωῆς [θά] ἀρχίσ[ουν] καί πάλι νά χτυποῦν· [παρομοίως] καί ἡ ἀποκατάσταση τῶν δοσοληψιῶν τοῦ κόσμου».
Στίς ἀρχές τοῦ αἰώνα θά κατέβαινα γιά νά δῶ ἀπό κοντά τόν Παπαδιαμάντη στήν Δεξαμενή καί τόν Μητσάκη μέ τή ρεντιγκότα του στό Σύνταγμα. Μά τί κάνουν αὐτοί οἱ δύο; Νά δῶ τή σιλουέτα τους. Κτιστούς καί ἔνσωμους. Ὅλοι γνωρίζουν τή στάση τοῦ Παπαδιαμάντη στήν πασίγνωστη φωτογραφία. Ὄντως, ἔτσι καθόταν, βαθυστόχαστα, στή Δεξαμενή. Ἦταν, ἄραγε, ἀπό ἐκεῖνες τίς ἐκφράσεις πού μ’ ἕνα ἁπλό νεῦμα τοῦ ἄλλου ἐξαφανίζονται; Πρόσεχε τόν ἑαυτό του μήπως καί συμβεῖ κάτι ἔξω ἀπό αὐτόν, ἕτοιμος νά ἐγκαταλείψει τήν περιώνυμη ἔκφρασή του; Εἶναι δυνατόν νά ἔχεις σῶμα, ἀλλά νά ἀπέχεις ἀπό τίς ἀναγκαῖες σωμασκίες τοῦ πνεύματος; Τό ἔργο εἶναι ἡ ρώμη τοῦ χαρακτῆρος, ἡ σωμασκία του. Ὁ Μιχαήλ Μητσάκης ἦταν ψηλός, μελαψός, μέ ρεπούμπλικα. Γυμνασμένος. Τό ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό τοῦ προσώπου του, λέει ὁ Μιχ. Περάνθης, ἦταν τό «μούσι-σφήνα [πού] ἀναστρέφονταν τοξοειδῶς συναντώντας σχεδόν τή γαμψή ἄκρη τῆς μύτης». Κουβαλοῦσε πάντα μαζί του ἕνα λεπτό ραβδί καί τά δύο του χέρια τά κρατοῦσε πάντοτε πίσω καί προχωροῦσε ρυθμικῶς ταλαντευόμενος. Ὁλόγυμνος ὑποδέχτηκε τόν ράφτη του, στό κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ του, γιά νά τοῦ δηλώσει ἀπεριφράστως πώς δέν εἶχε δεκάρα τσακιστή. Ὁ ἑαυτός εἶναι οἱ ρόλοι του· εἶναι ὁλότελα στρατηγικός καί ρητορικός. Δέν ὑπάρχει πίσω ἀπό τούς ρόλους ἕνα ἄλλος, ἀψευδέστερος καί γνησιότερος ἑαυτός, τό ὁποῖον ἀναπιάνει κανείς μόνος του, καθισμένος παράμερα στή Δεξαμενή. «Δέν ὑπάρχει τίποτα πρίν τό δευτερεῦον». Ὁ Παπαδιαμάντης ἁπλῶς ἔγειρε τό κεφάλι στό πλάι, καμώθηκε τόν σοβαρό καί προσπάθησε μάταια στό γέρμα νά ξεχωρίσει μιά σπουδαιολογία. Φυτρώνουν γύρω μας τά λουδουλάκια, οἱ «πίκριες» καί οἱ «μονάξιες». Θέλουμε τό βάσανο νά γίνει ξάκουσμα, νά κοιμηθοῦμε ἀξιομακάριστοι μέσα στό σέμνωμα τῆς δοκιμασίας. Ἄνθρωποι τάσσονται ὡς πρόσφατοι καί ἐπιτόπιοι στή φιλοδοξία τῆς ἡλικία τους, ξαναπιάνοντας τά πανάρχαια θέματα, συναριθμοῦνται μαζί μέ τούς ἄλλους, πέφτουν μέ τά μοῦτρα στή δουλειά, προικίζουν τόν ἑαυτό τους μέ ἰδιοφυΐα. Δέν εἶναι ἡ ζωή ξυλογαϊδάρα γιά νά περάσεις ἀπό πάνω της καί νά προσγειωθεῖς εὐσταλής. Κι ἄν γεράσεις, καί δεῖς ὅτι δέν μπορεῖς νά μαρτυρήσεις τά πάντα γύρω ἀπό αὐτήν, τότε καλή εἶναι καί μιά ἱστορία μέ παλιά κτίσματα, θησαυρούς καί ἀντικείμενα προσωπικῆς ἀξίας. Δέν ὑπάρχει μυστικό· ἡ ὄρχησις τοῦ παρόντος ὑπάρχει μόνο. Τί ἔχει ἑτοιμασθεῖ; Τί θά μποροῦσε νά ἑτοιμασθεῖ κι ἐγώ νά εἶμαι μέσα;
………………
Ἕνα ἀμυσταγώγητο βούρλισμα μέ καθάρια ἀστυνομική πλοκή. Τί ἄλλο νά θέλουμε; Ραντεβού στό Σαλέπι. Ὅλοι ἐκεῖ. Ἐν σώματι.
///
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ἀπό τά γαλλικά ποιήματα, σέ ὡραία μετάφραση τοῦ Θ. Χατζόπουλου, ὑπενθυμίζω τούς στίχους: «θά σέ περιμένω μέ τό πόδι σταθερά/πάνω στό χώμα/καρφωμένο/πνεύμα ταραχῶδες, ἁρμονικό καί τρελλό».
[2] Κ. Παπαγιώργης, Γελαστά ζῶα, Καστανιώτης 2004, σ. 178
[3] Κ.Παπαγιώργη, Ἡ ἀντοχή τοῦ σκιαθίτη, πρόλογος στό Ἀ. Παπαδιαμάντη, Διηγήματα, Ἴνδικτος 2003, σ. 7
[4] Αὐτ., σ. 12
[5] Αὐτ., σ. 8
[6] Αὐτ., σ. 11
[7] Κ. Παπαγιώργης, Γελαστά ζῶα, ὅ.π., σ. 78
[8] Jean-Baptiste Botul, Ἡ σεξουαλική ζωή τοῦ Κάντ, μτφρ. Ἰ. Ἀβραμίδου Νεφέλη 2012 σ. 19
[9] Κ. Κουτσουρέλης, Κ.Π. Καβάφης, Μελάνι 2013, σ. 9
[10] Β. Ἀθανασόπουλος, Οἱ μύθοι τῆς ζωῆς καί τοῦ ἔργου τοῦ Γ. Βιζυηνοῦ, Καρδαμίτσα 1996, σ. 109
[11] Αὐτ., σ. 109
[12] Φρήντριχ Σίλλερ, Περί ἀφελοῦς καί συναισθηματικῆς ποιήσεως, ὅ.π., σ. 52
[13] Ralph Waldo Emerson, Δοκίμια, τόμ. Β’, μτφρ Χ. Λαμπίδης, Gutenberg 1994, σ. 236
[14] Thomas Bernhard, Αὐτοβιογραφία, μτφρ. Β. Τομανάς, Ἑξάντας 1995, σ. 545
[15] C. Pavese, Il mestiere di vivere, Einaudi 1952, σ. 53
[16] Δ. Νικολαρεΐζης, Δοκίμια κριτικῆς, Πλέθρον 1983, σ. 166
[17] «Ὡς θεσμός, ὁ συγγραφέας ἔχει πεθάνει: ὡς πρόσωπο μέ ἰδιωτική ζωή, μέ πάθη, μέ βιογραφία ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Ἀπογυμνωμένος δέν ἀσκεῖ πιά στό ἔργο του τήν τρομερή πατρότητα που[…] Ὅμως, μέσα στό κείμενο, κατά κάποιον τρόπο, ποθῶ τόν συγγραφέα: μοῦ χρειάζεται ἡ μορφή του (πού δέν εἶναι ἡ εἰκόνα του, οὔτε ἡ προβολή του)…» (Ρολάν Μπαρτ, Ἡ ἀπόλαυση τοῦ κειμένου, μτφρ. Φ. Χατζιδάκη-Γ. Κρητικός, Ράππα, 1973, σ. 46). Ἀντίστροφα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ πατρότητα, δηλαδή ἡ ἀξιόλογη καί θεαματική κατοχή τοῦ κειμένου, ἔχει χαθεῖ, ἡ προκοπή τοῦ γραπτοῦ ἐπιβάλλει τό κρέμασμα τοῦ ἱδρυτῆ του (σέ φωτογραφία). Ἡ εἰκόνα του, ἡ ὄψη του, τό σχῆμα του, ἐν τέλει τό εἶδος του, περιτυλίγει γενναιόψυχα, ὑποτίθεται, τή μάχη τοῦ κειμένου. Οἱ συγγραφεῖς ποζάρουν. Ἄν ἦταν κύριοι ἑνός πολύ σημαντικοῦ κειμένου, πάτρωνες χωρίς καμία ὑποστήριξη, δέν θά χρειαζόταν νά τό φωτοβολήσουν μέ τή φάτσα τους. Εἶναι ὅμως σπαράγματα μιᾶς χρονικῆς σύμπτωσης· γιά νά διαρκέσουν χρειάζεται νά ἀναβαπτισθοῦν στή φωτοσύνθεσή τους.
[18] Ὁ Μαρκίδης, οὔτε αὐτός βέβαια, πρότεινε κάποια λογοτεχνική θεωρία. «Μαρκίδειο σχῆμα» ἀποκαλοῦμε τίς δύο ἤ τρεῖς προτάσεις του πού βρήκαμε σέ κάποιο δοκίμιό του. Συμφωνεῖ πάντως κι αὐτός, λίγο νωρίτερα ἀπό τόν Ππγ, μέ τήν ἐπαυξημένη πραγματικότητα τοῦ ἔργου: «γιατί ἡ τέχνη σάν ὁλοκλήρωμα εἶναι κάτι πολύ παραπάνω ἀπό τά ἁπλά συστατικά της, ἀπό τήν ταξική κοινωνιομετρία τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ» (βλ. τήν Εἰσαγωγή στό Heinz Kohut, Ὁ θάνατος στή Βενετία, μτφρ. Μ. Μαρκίδης, Ἔρασμος 1976, σελ. 7). Καί δέν συμμερίζεται τή γνώμη πώς ὁ συγγραφέας «μεταφέρει τό προσωπικό του δράμα στόν πρωταγωνιστή του καί ἔτσι περισώζει τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του ἀπό τήν ἀφάνιση» (αὐτ., σελ. 9). Ἄς σημειωθεῖ πώς ἀκόμα κι ὁ Σάρτρ, πού φρονοῦσε πώς τά πάντα γύρω ἀπό μιά ζωή καί μιά ἐποχή μποροῦν εἰπωθοῦν, πώς ἡ σύνθεση τῶν δύο εἶναι δυνατή (ἔχει τή μέθοδο, τοῦ χρειάζεται μόνο ἡ πρόσβαση σέ ὅλα τά στοιχεῖα) καί ὁ ὁποῖος προσπάθησε μέ τό ἔργο του L’Idiot de la famille νά φθάσει σέ μιά τέλεια γνώση τοῦ ἀνθρώπου (φυσικά τό ἀποτέλεσμα ἦταν μιά grandiose ἀποτυχία), θεωρεῖ πώς τό ἔργο, σάν ὁλοκλήρωση τοῦ προσώπου, εἶναι πιό πλῆρες ἀπό τή ζωή», στηρίζεται σέ αὐτήν καί τήν φωτίζει, ἀλλά δέν βρίσκει τήν ἐξήγηση του μέσα της (βλ. Σάρτρ, Τό πρόβλημα τῆς μεθόδου, μτφρ. Λ. Θεοδωρακόπουλος, Ἑξάντας 2004, σελ. 176). Οἱ μεταφυσικές-οντολογικές γενικά ἀπαντήσεις σέ μεταφυσικές ἐρωτήσεις δέν μᾶς ἀπασχολοῦν (λ.χ. Μισέλ Γκερέν, Τί εἶναι ἔργο;).
[19] Μ. Μαρκίδης, Σαλός διά ποίησιν, Σημειώσεις Νο 52, Δεκ. 1999
[20] Αὐτ., σ. 24
[21] Αὐτ., σ. 25
[22] Κ. Παλαμᾶς, Χρονογραφήματα καί ἄρθρα. Σημειώματα ΙΙ, τόμ. 15, Μπίρης-Γκοβόστης, σ. 287
[23] Δ. Παπαρρηγόπουλος, Ποιήματα, Ἵδρυμα Κώστα καί Ἑλένη Οὐράνη, Ἀθήνα 2000, σ. 519
[24] Κ. Παπαγιώργης, Θεόφιλος Σεΐχίδης, στό Ὑπεραστικά, Καστανιώτης 2014, σ. 230
[25] Μισέλ Φουκώ, Οἱ μή κανονικοί, μτφρ. Σ. Σιαμανδούρας, Ἑστία 2011, σελ. 49
[26] Αὐτ., σελ. 58
[27] Βλάσης Σκολίδης, Ψύχωση καί δημιουργία στόν Γιαννούλη Χαλεπά, περιοδ. Ἡ ψυχανάλυση, τεῦχ. 6, 2009, σελ. 155-169
[28] Ὁ Ὀκτάβιος Μερλιέ, στήν πρώτη μελέτη πού δημοσιεύτηκε γιά τόν Παπαδιαμάντη, γράφει: «Ἡ Φραγκογιανοῦ ἦταν στήν πραγματικότητα μιά θαραλέα γριούλα, ἡ ὁποία προσφερόταν νά ἐξαφανίζει τά νόθα παιδιά» (Ὀκτάβιος Μερλιέ, Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί τό ἔργο του, μτφρ. Δ. Π. Ἀλικανιώτης, Δόμος 2016, σ. 85). Ὑπάρχει πολύ περισσότερο νόημα ἀπ’ ὅσο ἡ κουρασμένη ἀνθρώπινη πραγματικότητα θά μποροῦσε νά σηκώσει στούς ὤμους της, ἄν ἀποχωροῦσε.
*
*
*
