Νίκος Καζαντζάκης, Χριστός

*

τοῦ Γιώργου Παπανδρέου

Σὰν τὴ γλυκιά κατέβηκε ἁμαρτία
σιγὰ στὴ γῆς ἡ νύχτα ἀλαφροπόδα,
κι ἡ βραδινή σηκώθη μελωδία.
Κάπου σὲ κήπους μακρινοὺς δυὸ ρόδα
τρεμόπαιξαν καὶ μύρισε τὸ ἀγέρι·
κι αγάλια ἡ ἀσημοκάρφω οὐράνια ρόδα
μὲ τοῦ Θεοῦ κουνήθη τὸ ἅγιο χέρι·
τὰ σύμπαντα σαλέψα ὑποταγμένα
καὶ γελαστό τὸ πρῶτο ἐφάνη ἀστέρι.
Ἡ γῆς ἡ μάνα ἀχνογελάει παρθένα
στοῦ νυχταρσενικοῦ Θεοῦ τὸ χάδι
κι ἀνατριχιάζουν τὰ χλωρὰ σπαρμένα.
Καὶ κάθεται ὁ Χριστὸς μπρὸς στὸ πηγάδι
τῆς ἐρημιᾶς, σκυφτός, καὶ συλλογᾶται·
τὴ γυμνοστήθα νιὰ μὲς στὸ σκοτάδι
ἀκόμα τὴ γρικάει νὰ τοῦ δηγᾶται
γιὰ τοὺς πολλούς της ἄντρες, καὶ μὲ τρόμο
τὰ στήθια της, τὰ χείλια της θυμᾶται.
«Ἄχ, θὰ χαθεῖ στῆς ἀτιμιᾶς τὸ δρόμο!
Ὅλους νὰ μπόρουν, Θέ μου, τοὺς περάτες
ν ἀνοίξω τῆς Παράδεισος, τὸ νόμο
νὰ τὸν γλυκάνω πιά, κι ἀπὸ τὶς στράτες
ὅλες, καλές, κακές, νὰ ̓ρθοῦν, Πατέρα,
νὰ μποῦν στὸ ἀρχοντικό σου ὅλοι οἱ διαβάτες!»
Τὰ μάτια του κοιτάζουν τὴν ἑσπέρα
σὰν πέρδικα μὲ κόκκινα ποδάρια
νὰ σειέται, νὰ λυγίζεται, κι ὣς πέρα
ν’ ἀνάβουν χνουδωτὰ μὲς στὰ χορτάρια,
σκουλήκια ἐρωτεμένα, οἱ λαμπηδόνες.
Στὸ ψαροχώρι ἀνάτειλαν λυχνάρια,
ὥρα γλυκιά, τῆς μέρας τοὺς ἀγῶνες
τ’ ἀντρόγυνα ξεχνοῦν, καὶ στὰ περβόλια
πλαντοῦν οἱ κοπελιὲς καὶ λυοῦν τὶς ζῶνες.
Σωπάσαν τὰ τσοπάνικα φιαμπόλια,
γλαυκή ἡ σιγή κι ἡ νύχτα ἀχνὴ διανεύει·
μὰ ἀκόμα ξέκρινε ὁ Χριστὸς τὴν μπόλια
τῆς γυναικὸς στὸ νοῦ του νὰ σαλεύει,
και βούρκωσε ἡ ματιά, θαρρεῖς στὸ δείλι
γιὰ πάντα ἀπελπισμένο ἀχνοπαλεύει
πικρὸ πολὺ τοῦ μισεμοῦ μαντίλι.
Μυστήριο εὐωδιαστό, γιομάτο χνούδι,
στήθια, λαγόνια καὶ λαιμὸς κι ἀχείλι,
τῆς γυναικὸς τὸ σκοτεινό λουλούδι·
τρομάζει ὁ νιός, νογάει γλυκιὰ κομμάρα
στὰ μπράτσα, στὰ μεριὰ καὶ στὸ μελούδι.
«Θέ μου» βογκάει «λυπήσου τὴ λαχτάρα
τοῦ ἀντρός, καὶ τὶς γυναῖκες ἄσ’ τες ὅλες,
μὲ τούτη ἐδῶ τὴν κοπελιά μπροστάρα,
καμαρωτὲς νὰ μποῦν στὶς θεῖες περβόλες,
βαμμένες, νιολουσμένες, μυρωδάτες·
ποῦ πιὰ θὰ βρεῖς πιὸ φουντωμένες βιόλες!»
Στοῦ νιοῦ τὰ σπλάχνα ἀνοιοῦν φαρδιές, ροδάτες
οἱ πόρτες τῆς Παράδεισος καὶ μπαίνουν
τσούρμα λεβεντονιοὶ καὶ μαυρομάτες·
γελοῦν πιωμένοι, τραγουδοῦν καὶ ραίνουν
τοὺς ἄγριους ἀσκητὲς μὲ λεμονάθι.
Πατέρας ἔγινε ὁ Θεός, καὶ γιαίνουν
οἱ χάρες του τοῦ ἀνθρώπου ὅλα τὰ πάθη·
γελᾶ ὁ θυμός, γελάει κι ὁ νοῦς, φουντώνει
καὶ βγάζει ἀνθό, κρίνο λευκό, τὸ ἀγκάθι.
Στοῦ πηγαδιοῦ τὸ ἀφρόχειλο ἀπιθώνει
τὸ χέρι ὁ νιὸς κι ἀκούει συνεπαρμένος
νὰ κελαηδάει στὴ χλιὰ νυχτιὰ τὸ ἀηδόνι.
«Θέ μου Πατέρα» κράζει ἀνταρεμένος
«καλός, γλυκὸς στὸν κόσμο φανερώσου·
γιὰ τὸ χατίρι τοῦ ἀηδονιοῦ, τὸ γένος
τὸ φτερωτὸ ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὸν πηλό σου,
κι ἀγιοῦπες καὶ βαλμάδες καὶ κοράκια,
ὅλο νὰ μπεῖ μὲς στὴν Παράδεισό σου!»
Ἀλάργα ἕνα τσακάλι στὰ χαντάκια
γρικήθη τοῦ χωριοῦ στριγγὰ νὰ κλαίει·
θὰ ἐπείναε καὶ θὰ σκάλιζε τ’ αυλάκια
νά ’βρει κι αὐτὸ νὰ φάει ἀπ’ τοῦ Θεοῦ τὰ ἐλέη.
«Καὶ τὸ τσακάλι, Θέ μου, μὴν ξεχάσεις»
με τρόμο ὁ νιός μὲς στὸ σκοτάδι λέει
«στὶς πλούσιες τὶς αὐλές σου νὰ τὸ μπάσεις·
κι ὁμάδι λύκους, λιόντες, ἀλεποῦδες,
κι ἄχ, ὅλα τὰ βαριὰ θεριὰ τῆς πλάσης!
Ἀγγέλοι νὰ χορεύουν μὲ μαϊμοῦδες,
καὶ νὰ γιομώσουν τ’ ἄγρια γένια πάλι
τῶν ἀσκητῶν γαλάζιες πεταλοῦδες.
Κι ἡ μαύρη ὀχιὰ χρυσὴ στολὴ νὰ βάλει,
νὰ σεριανάει κι αὐτὴ μὲ τὴν οὐρά της
στὸν οὐρανό, συναστεριὰ μεγάλη.
Πλατιά ἡ καρδιά, Πατέρα, καὶ βαθιά της
ὅλα χωράει καὶ συχωράει καὶ θέλει·
κι ὅλα, ἀγαθὰ καὶ πονηρά, παιδιά της.»
Γλυκιά, ἀνοιξιάτα ἡ νύχτα ἐτούτη, μέλι
κι ἀνέβαιναν, κατέβαιναν καὶ σμίγαν
γῆς κι οὐρανό χνουδάτα σμάρια ἀγγέλοι.
Μὲς στὴν αὐλὴ τῆς φιλαντροῦς ἀνοίγαν
γιασεμοκλώνια τρυφερά, κι ἀγάλια
τὸ νοῦ ὡς ἀηδόνι σερνικό τυλίγαν.
Πλαντοῦσε ὁ νιός, ἀβάσταχτη ἀναγάλλια
τὸ σπλάχνο του ὅλο καὶ τὸ νοῦ ἐπλημμύρα
κι ἄπλωσε ὀρθὸς στὴ νύχτα τὴν ἀγκάλια.
Στάθη σπαθὶ στὴν κεφαλή του ἡ Μοίρα,
κι ἀνατριχίλα ξαφνικιὰ τὸν διάβη·
πρώτη φορά θαρρεῖς τὴ γῆς συντήρα,
πρώτη φορὰ ἀστραπὴ μιὰ φλόγα
μπλάβη τὰ χείλια, τὰ μελίγγια, τὰ μαλλιά του,
φωτιὰ τῆς γῆς παλικαρίσια, ἀνάβει.
Νογάει βαθιὰ στὴν πήλινη καρδιά του
κούνια μικρὴ καὶ γυναικὸς πεθύμια
καὶ μυρωδιά πολύ γλυκιὰ χωμάτου.
«Συχώρεσέ μου, Θέ μου, τὴ βλαστήμια·
μὰ ὁλοῦθε ἀνηφοροῦν μὲς στὴν καρδιά μου
οἱ πεθυμιές, οἱ μυρωδιές, τ’ ἀγρίμια,
καὶ γίνουνται οὐρανὸς τὰ σωθικά μου.
Ἄσε τὸ λόγο μου νὰ πῶ, Πατέρα:
μὴν εἶναι ἡ γῆ ἡ Παράδεισο ἐδῶ χάμου;»
Λαχνίζει ὀρθὸς τὸν εὐωδάτο ἀγέρα
κι ἀναρωτάει, τ ̓ ἁγνὰ κουνώντας χέρια
μὰ ἄγρια, βουβὴ τὸν τύλιγε φοβέρα.
«Πατέρα, πὲς τὸ Ναί, κι ἡ γῆς ἀκέρια,
καλή, κακή, γλυκιά, πικρή, θ’ ἁγιάσει!
Λάμπει κι αὐτὴ σὰν ἄστρο μὲς στ’ ἀστέρια,
πηδάει κι αὐτὴ στὸ μέγα χοροστάσι,
τοῦ ἀπέραντου στηθιοῦ σου καρδιοχτύπι!
Ἄχ, γέλασέ της, Κύριε, νὰ γελάσει·
χάδεψέ τη, χαρὰ νὰ γίνει ἡ λύπη.
Νοῦ καὶ καρδιά, ψυχὴ δὲν ἔχει τάχα,
πουλιὰ κι ἀνθούς κι ἀγάπη, τί τῆς λείπει;
τὸ Ναί σου ποὺ θὰ πεῖς, τὸ Ναί μονάχα!»
Φωνάζει ὁ νιός, καὶ μὲ ἀνοιχτές αγκάλες
μὲ τὴ βουβή νυχτιά κονταρομάχα·
και ξάφνου ἀγαλινὸς μὲς στὶς μεγάλες
τὶς καλαμιὲς ἀφράτος θρὸς γρικήθη
καὶ μυρισμένη ἀνάσα ἀπό μασκάλες
κι ἀπὸ ἀνοιχτὰ ζεστὰ γυναίκεια στήθη.
Καὶ μιὰ φωνὴ μαριόλα, περιπαίχτρα,
στὰ δροσερά, πυκνά καλάμια ἐχύθη:
«Μὴ μοῦ κρατᾶς, παρθένο ἀγόρι μου, ἔχτρα·
τὸ ἀθάνατο νερὸ σοῦ φέρνω, φῶς μου·
κι ἂν φίλησα πολύ, δὲν εἶμαι ἡ φταίχτρα –
ἕνας Θεός φιλεῖ καὶ παίζει ἐντός μου.»
«Βοήθεια, Πατέρα! Βοήθεια, νὰ νικήσω
τὴν ὀμορφιά, τὴ μυρωδιὰ τοῦ κόσμου!»
Μὰ εὐτὺς ὁ νιὸς τὸ λόγο παίρνει πίσω:
«Ἄχ, πὲς τὸ Ναί, Πατέρα, καὶ στὴ γλύκα
τῆς γῆς νὰ πέσω δίχως ν’ ἁμαρτήσω!»
Γέλια, φωνές παιδιῶν στὰ σπλάχνα ἐγρίκα·
τὸ καρπερό, ζεστό τοῦ ἀνθρώπου χῶμα
τὸ ἀπάνθρωπο τὸ φῶς ἐντός του ἐνίκα.
Ζυγώνει ἀργά, κλεφτὰ τὸ μάργο σῶμα
τῆς γυναικὸς μὲ τὴν ἀφράτη ψίχα,
κι ὅλη ἡ ζωή, ποὺ διπλοζύγιαε ἀκόμα
τοῦ Λυτρωτῆ, κρεμάστη ἀπὸ μιὰν τρίχα.
Μιὰν ἀστραπή ’ναι ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου·
κι ὁ νιὸς ποὺ μὲς στὴ σάρκα ἐλιγοψύχα,
τὰ δακρυσμένα μάτια σήκωσε ὅπου
πολύ πικρή κι ἀθάνατη λαχτάρα
τὸν ἔρμο νοῦ τραβάει τοῦ στρατοκόπου.
Κι ὡς κοίταξε, ἄστρο, μὲ ἄλαλη τρομάρα
νὰ χύνεται θωράει κατάκορφά του,
δάκρυ χοντρὸ μὲς στὴ γλαυκὴν ἀντάρα
τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ κυλάει στὰ μάγουλά του.
Τρομάζει ὁ νιός, θρηνάει ὁ Θεός, τὸ νιώθει
στὴ σιγαλιὰ τ ̓ οὐρανικοῦ μαντάτου.
Τὴ μοίρα του στενάζοντας ἀμπώθει
στ’ ἀγκαθερὰ τοῦ λυτρωμοῦ του φρένα
ἄδετοι ἀνθοὶ μαδῆσαν ὅλοι οἱ πόθοι,
κι ἔγειρε ἀργὰ τὰ στήθια τὰ θλιμμένα·
σὰν ἀηδόνι ποὺ σὲ νυχτιὰ ἀνοιξιάτα
τὴν ὥρα ποὺ κελάηδα ἐπνίχτη, ὠιμένα!
στις μυρωδιὲς καὶ στ ̓ ἀνθισμένα βάτα.

(1937)
Πηγή: Νίκου Καζαντζάκη, Τερτσίνες, 1960

///

*

*