Ο θρήνος της Μαρίας

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Η δημοτικότητα του Θρήνου της Μαρίας (Planctus Mariae) μαρτυρείται από μια εξαιρετικά πλούσια χειρόγραφη, εκδοτική και μεταφραστική παράδοση. Πέρα από τα εκατοντάδες χειρόγραφα του έργου τα οποία διασώζονται σε ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες, το κείμενο γνώρισε τουλάχιστον 29 εκδόσεις από το 1467 έως το 1568. Ταυτόχρονα, κατά τον 14ο και 15ο αιώνα εμφανίζονται πολλές μεταφράσεις του, και μάλιστα σε πολλές γλώσσες: τα Αγγλικά, τα Αγγλονορμανδικά, τα Γαλλικά, τα Ολλανδικά, τα Ιταλικά και τα Οξιτανικά. Επιπροσθέτως, εκτενή τμήματα του έργου παραφράστηκαν ή μεταφέρθηκαν αυτούσια σε πολυάριθμα κείμενα της ευρύτερης «γραμματείας του Πάθους», όχι μόνον στα λατινικά, μα και στην καθομιλουμένη. Με άλλα λόγια, ο Θρήνος στάθηκε ένα από τα δημοφιλέστερα κείμενα του ύστερου Μεσαίωνα, κι η δημοτικότητά του συνεχίστηκε αμείωτη κατά την Αναγέννηση.

Ο τίτλος του έργου παραδίδεται σε διάφορες παραλλαγές ενώ, κατά μια σύμβαση συνήθη στη χριστιανική γραμματεία, η σύνταξή του αποδόθηκε ψευδώς σε συγγραφείς μεγαλύτερου κύρους. Ως δημιουργός του φερόταν κατεξοχήν ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ, μα το κείμενο αποδόθηκε επίσης στον Άνσελμο, ακόμα και στον Αυγουστίνο. Περί τα μέσα του 20ου αιώνα ταυτοποιήθηκε με βεβαιότητα ο πραγματικός συντάκτης. Πρόκειται για τον Ογέριο (†1214), αββά της κιστερκιανής μονής του Λοκέντιο, το ίδιο το όνομα του οποίου επίσης παραδίδεται σε διάφορες παραλλαγές: Ogerius, Oglerius, Oglerus και Occlesius. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα των Ομιλιών προς Έπαινο της Αγίας Θεοτόκου.

Για τον μεσαιωνικό μοναστικό νου, ιδίως της ώριμης και ύστερης περιόδου, η αφήγηση του Πάθους στα ευαγγέλια φάνταζε κοντολογιογραμμένη. Αναπτύχθηκε μια ευρύτατη λατρευτική γραμματεία αφηγηματικής, θεατρικής ή ποιητικής ανάπτυξης και παρατεταμένου στοχασμού επί των επεισοδίων του Πάθους η οποία, με όχημα τον ευσεβή συναισθηματισμό, επέτρεπε την πληρέστερη δυνατή ταύτιση και ένωση με τον Πάσχοντα. Προς το τέλος του 12ου αιώνα, διαμορφώνεται και μια διακριτή λογοτεχνική παράδοση που εστιάζει στη συμ–πάσχουσα Μαρία. Ο Θρήνος του Ογέριου δίνει αποφασιστική ώθηση στην παράδοση αυτή.

Στο κείμενο αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος διάλογος μεταξύ του στοχαζόμενου και της ίδιας της Μαρίας, με την τελευταία να καλείται να περιγράψει τον πόνο και τον θρήνο που την κυρίευσαν στο διάστημα από την σταύρωση του Ιησού έως και την ταφή του (το διαλογικό σχήμα δεν τηρείται έως τέλους, και το κείμενο καταλήγει σε τριτοπρόσωπη αφήγηση). Ο Θρήνος εντυπωσιάζει με την παραστατικότητα και τη δραματική του υπερβολή. Αντί για μια Μαρία εχέθυμη, ο Ογέριος περιγράφει μια μητέρα της οποίας ο θρήνος εξωθείται στα άκρα, λαμβάνει δε ξεκάθαρα ερωτικά χαρακτηριστικά – σε ένα σημείο, μάλιστα, ο συγγραφέας διερωτάται για (και υπερασπίζεται, ασφαλώς, την) ευσέβεια του θρήνου της. Εξυφαίνεται η εικόνα μιας Μαρίας σχεδόν υστερικής, που θέλει να οδηγηθεί στον θάνατο μαζί με τον αγαπημένο της, γίνεται κατακόκκινη καθώς φιλά το χώμα που ποτίζεται με το αίμα του, ακριβοποθεί και διεκδικεί μέχρις εσχάτων το σώμα του. Η μητέρα πενθεί με τρόπο που οδηγεί τον περίγυρό της να λυπάται περισσότερο για εκείνη, παρά για τον θάνατο του Χριστού.

~.~

ΟΓΕΡΙΟΣ ΤΟΥ ΛΟΚΕΝΤΙΟ

Ο θρήνος της Μαρίας  [1]

Ποιος θα δώσει στο κεφάλι μου νερό, και στα μάτια μου βροχή δακρύων[2], νυχθημερόν να βαλαντώνω, ώσπου σ’ εμένα τον δούλο του να εμφανιστεί ο Κύριος ο Ιησούς, και να παρηγορήσει την ψυχή μου;

Κι εσείς, κόρες της Ιερουσαλήμ[3], αγαπημένες νύφες του Θεού, δάκρυα χύστε μαζί μου, ώσπου ο νυμφίος μας, καλόκαρδος, θε να μας έλθει σ’ όλη του την ομορφιά. Αναλογιστείτε, αναλογιστείτε, και στοχαστείτε βαθιά, πόσο πικρό είναι να σας χωρίζουν απ’ αυτόν τον οποίο μνηστευθήκατε, απ’ αυτόν στον οποίο αφοσιωθήκατε με όρκο πανάγιο. Όρκους ορκιστήκατε – αποδώστε τους. Όρκους δώσατε στον Χριστό, αποδοθείτε, λοιπόν, κι εσείς οι ίδιες στον Χριστό. Σπεύστε, κόρες, σπεύστε, ιερές παρθένες, σπεύστε, μητέρες, σεις που ορκιστήκατε αγνότητα στον Χριστό, σπεύστε όλες στην Παρθένο που τον γέννησε. Γιατί αυτή βαστάζει τον βασιλιά της δόξας, και θα τον δώσει σε όποιον τον ζητά με όλη του την καρδιά. Αυτή τον γέννησε, τον θήλασε, την όγδοη ημέρα τον περιέταμε, και την τεσσαρακοστή τον παρουσίασε στον ναό, προσφέροντας δύο τρυγόνια ή περιστέρια ως θυσία[4]· για να ξεφύγει απ’ τον Ηρώδη τον μετέφερε στην Αίγυπτο, θηλάζοντας και θρέφοντάς τον· και τον ακολουθούσε σχεδόν όπου κι αν πήγαινε, και τον φρόντιζε. Πιστεύω ότι ήταν ανάμεσα σ’ εκείνες τις γυναίκες που ακολουθούσαν τον Χριστό, υπηρετώντας τον. Κανείς δεν πρέπει να εκπλήσσεται που τον ακολουθούσε, αφού ήταν αυτός όλη η γλύκα κι η πεθυμιά της. Θαρρώ πως βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνες που θρηνούσαν, ανάμεσα σ’ εκείνες που στέναζαν, που οδύρονταν, που κλαίγανε για τον Κύριο. Θα μπορούσε να είναι ανάμεσα σ’ εκείνες τις κόρες της Ιερουσαλήμ προς τις οποίες ο Ιησούς, όχι σε θάμβος μεγαλοσύνης, αλλά κατεξευτελισμένος, καταπτυσμένος, καταπληγωμένος από μαστιγώματα, κουβαλώντας τον βαρύ του σταυρό προς τον θάνατο, στράφηκε κι είπε, Κόρες της Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα, αλλά για τους εαυτούς σας και για τα παιδιά σας[5].

Τι λες, Δέσποινα του κόσμου, αγαπημένη μητέρα του Χριστού; Αληθεύουν όσα λέω; Ιδού, σ’ εκλιπαρώ να πεις στον ταπεινό σου δούλο, στολίδι του Παραδείσου, χαρά του ουρανού, την αλήθεια. Λησμόνησε, όμως, σε παρακαλώ, τον πόνο που –τόσο βέβαιος είμαι ότι– υπέφερες τότε. Είθε αυτός ο πόνος να ριζώνει, βράδυ πρωί, στα δικά μου τα σπλάγχνα, όπως ρίζωσε τότε στα δικά σου. Πόσο θα ήθελα, την ημέρα που αναλήφθηκες στον ουρανό για ν’ απολαύσεις χαρά αιώνια με τον λατρευτό σου, να μου ’χες φανερώσει τα δάκρυά σου, ώστε μέσω αυτών να καταλάβω πόση πικρία υπέφερες σαν έβλεπες  τον Ιησού, τον λατρευτό σου (κι αλίμονο, πόσο ωχριά μπροστά σ’ αυτήν η δική μου η λατρεία!) κρεμασμένο με καρφιά στο ξύλο, με το κεφάλι γερμένο, να παραδίδει το πανάγιο πνεύμα του. Αλλά σε παρακαλώ, μην ταραχτείς απ’ τα λόγια που λέω, παρ’ όλο που θα μπορούσαν και βράχους να σχίσουν. Γιατί ποιος, είτε βασιλεύει ψηλά στον ουρανό είτε περιφέρεται στη γη, ακούγοντας ή φέρνοντας στον νου πώς παραδόθηκε στη χλεύη των ανθρώπων ο ίδιος ο Κύριος των αγγέλων και κατάντησε περίγελως του πλήθους[6] ο Υιός του Θεού Πατρός, θα μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, ακόμα και σε μέρη όπου είναι αδύνατο να κλάψει; Συ όμως να χαίρεσαι με χαρά μεγάλη: σε περιέβαλε με δόξα στους ουρανούς εκείνος του οποίου ο σεπτότατος θάνατος κάρφωσε πικρά τον νου σου. Σε μένα, όμως, σ’ εκλιπαρώ, δώσε τα δάκρυα που έχυνες εσύ κατά το πάθος του. Και για ν’ αξιωθώ την πλησμονή τους, ας μιλήσουμε οι δυο μας για το πάθος του γιου σου, του Θεού και Κυρίου μας. Δεσμεύεσαι από μια υπόσχεση· απόδωσε αυτό που μας υποσχέθηκες πιο πριν[7]. Θυμάμαι ότι μου μίλησες στην αρχή της συζήτησής μας για τους πόνους που σε σπάρασσαν κατά τον θάνατο του μοναχογιού σου. Όταν το άκουσα αυτό, ταραγμένος βαθιά, άρχισα να ρωτώ με πόνο ποια ήταν τα λόγια που έλεγες τότε.

Σ’ αυτό απάντησες: «― Ποια ήταν τα λόγια μου; Στο μεταξύ, αναστοχάσου μες στην πικρία της ψυχής σου, εωσότου μιλήσουμε γι’ αυτά τα πράγματα στη συνέχεια οι δυο μας».

«―Διηγήσου, σε ικετεύω, την πάσα αλήθεια, συ που είσαι η παρθένος μητέρα της υπέρτατης αλήθειας».

Σ’ αυτό αποκρίθηκε: «―Αυτό που ζητάς με καταπληγώνει με πόνους μεγάλους. Αλλά επειδή εγώ έχω τώρα δοξασθεί και δεν μπορώ να κλάψω, γράψε εσύ με δάκρυα όσα εγώ βίωσα με πόνο μεγάλο».

Σ’ αυτό είπα: «―Ποθώ να κλάψω, και τίποτε άλλο δεν με ευχαριστεί. Δώσε μου αυτό που ορίζεις και πρόσφερε αυτό που επιθυμώ· ο δούλος σου ακούει[8]. Ας μιλήσει η Δέσποινά μου. Μακαριότατη Θεοτόκε Παρθένε, ενημέρωσέ με, λοιπόν, αν όντως βρισκόσουν στην Ιερουσαλήμ όταν ο γιος σου συνελήφθη, και του πέρασαν δεσμά, και τον οδήγησαν στον Άννα».

Κι εκείνη απάντησε: «―Ναι, ήμουν στην Ιερουσαλήμ, κι όταν το άκουσα αυτό, έσπευσα να σταθώ με κάθε τρόπο πλάι στον Κύριό μου. Κι όταν μπροστά στα μάτια μου τον γρονθοκοπούσαν, τον χαστούκιζαν, τον έφτυναν στο πρόσωπο, τον στεφάνωναν μ’ αγκάθια, και τον παρέδιδαν στη χλεύη των ανθρώπων[9], κλονίστηκαν τα σωθικά[10] μου κι αποδείλιασε το πνεύμα μου[11], σχεδόν έσβησε η φωνή μου, κι οι αισθήσεις μου μ’ εγκατέλειψαν. Στέκονταν μαζί μου οι αδελφές μου και πολλές άλλες γυναίκες που τον θρηνούσαν, ωσάν να ήταν ο μοναχογιός τους, ανάμεσά τους κι η Μαρία η Μαγδαληνή, η οποία, με εξαίρεση κείνη που τώρα σου μιλά, υπέφερε περισσότερο απ’ όλες. Και τότε εκείνος, με τον τελάλη να βροντοφωνάζει εκτελώντας τη διαταγή του Πιλάτου, σπρώχνεται και κουβαλά τον σταυρό του μαρτυρίου, και σχηματίζεται πίσω του ανθρωποσωρός: άλλοι χτυπιόνταν απ’ τον πόνο, άλλοι τον χλεύαζαν. Και τον ακολουθούσε, όσο βαστούσαν οι δυνάμεις της, η καταθλιμμένη του μητέρα, μαζί με τις γυναίκες που τον είχαν ακολουθήσει απ’ τη Γαλιλαία υπηρετώντας τον, κι απ’ τις οποίες βαστιόταν και τραβιόταν σαν να ήταν νεκρή μέχρι που έφτασαν στον τόπο όπου τον σταύρωσαν. Μπροστά στα μάτια της τον σήκωσαν στον σταυρό και τον κρέμασαν με σκληρά καρφιά στο ξύλο. Κι αυτός, σαν αρνί μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει δεν έβγαζε άχνα, ούτε άνοιγε το στόμα του[12]. Αντίκριζε η δούλη τον Κύριό της, αντίκριζε η μητέρα τον γιο της κρεμασμένο στον σταυρό, να πεθαίνει με τον πιο ατιμωτικό θάνατο, και τον νου της βασάνιζε πόνος τόσο μεγάλος, που τα λόγια δεν μπορούν να αποδώσουν –για λόγους ευνόητους. Κυλούσε σαν κύμα το αίμα του από τέσσερα σημεία, απ’ τα χέρια και τα πόδια που ήταν καρφωμένα με καρφιά στο ξύλο. Απ’ το πρόσωπό του είχε πετάξει κάθε ομορφιά, κι αυτός που ήταν όμορφος πάνω απ’ τους γιούς των ανθρώπων[13], φαινόταν τώρα απ’ όλους ο πιο αποκρουστικός. Κι έβλεπα ότι εκπληρωνόταν πάνω του η προφητεία: ‘τον είδαμε, και δεν είχε μορφή ούτε κι ομορφιά[14], αφού οι μώλωπες απ’ τα γρονθοκοπήματα των ασεβών είχαν μαραγκιάσει το πρόσωπό του. Έβλεπα να μ’ εγκαταλείπει αυτός που γέννησα, και δεν υπήρχε κανένας άλλος, γιατί αυτός ήταν ο μοναδικός μου, και με κανέναν τρόπο δεν μπορούσα να συγκρατήσω τη θλίψη μου. Η φωνή μου είχε σχεδόν σβήσει, κι έβγαζα μόνον στεναγμούς και στριγκλιές πόνου. Ήθελα να μιλήσω, μα ο πόνος μου έκοβε τα λόγια, γιατί τα λόγια που είχε πλάσει ο νους, καθώς κινούσαν να αρθρωθούν στο στόμα, τα πισωγύριζε απεράτωτα η ανήκουστη θλίψη που είχα στην καρδιά. Η λαλιά μου ηχούσε αξιολύπητη, εκδηλώνοντας το λάβωμα του νου. Η αγάπη έδινε λόγια που ηχούσαν σαν τραυλίσματα, γιατί η γλώσσα, η δασκάλα της φωνής, δεν ήταν πια όργανο ομιλίας. Έβλεπα να πεθαίνει κείνος τον οποίο λάτρευε η ψυχή μου, κι ολάκερη διαλυόμουν[15] στου πόνου την αγωνία. Και θωρούσε κι εκείνος –μ’ έκφραση μαλαματένια– τη μητέρα που οδυρόταν, κι ήθελε με λόγια να την παρηγορήσει, μα εκείνη ήταν απαρηγόρητη.

Έκλαιγα λέγοντας, κι έλεγα οδυρόμενη, ‘Γιε μου, γιε μου, ποιος θα δώσει να πεθάνω εγώ για σένα[16]; Πεθαίνει ο γιος· γιατί δεν πεθαίνει μαζί του κι η δύστυχη μητέρα του; Μοναδική μου αγάπη, γλυκύτατέ μου γιε, μη μ’ αφήσεις μόνη σαν φύγεις· τράβα με κοντά σου[17] για να πεθάνω μαζί σου. Κακώς πεθαίνεις μόνος· ας πεθάνει μαζί σου κι εκείνη που σε γέννησε. Θάνατε, μη χαριστείς στη δύστυχη· σένα τώρα ποθώ πάνω απ’ όλα· άσκησε τη δύναμή σου· σκότωσε τη μητέρα· όμοια αφάνισε τη μητέρα μαζί και με τον γιο. Γιε μου, γλύκα μου μια και μόνη, χαρά μου μοναδική, ζωή της ψυχής μου και κάθε μου πεθυμιά, δώσε να πεθάνω τώρα κι εγώ, εγώ που σε γέννησα για να πεθάνεις· μην θέλεις να πεθάνεις χωρίς τη μητέρα σου. Αποδέξου τη δύστυχη κι εισάκουσε την προσευχή μου· πρέπει ένας γιος ν’ ακούει τη μητέρα. Εισάκουσέ με, σε ικετεύω· δέξου με πάνω στον σταυρό σου ώστε κείνοι που έζησαν σ’ ένα σώμα να χαθούν σ’ έναν θάνατο. Ιουδαίοι ασεβείς, μη με λυπηθείτε ούτε κι εσείς που σταυρώσατε το βλάστημά μου· σταυρώστε τη μητέρα ή σκοτώστε με με οποιονδήποτε άλλο σκληρό θάνατο, αρκεί να τελευτήσω μαζί με τον γιο μου. Κακώς πεθαίνει μόνος. Ερημώνετε την οικουμένη απ’ το φως, εμένα τη χήρα απ’ τον γιο, τη χαρά, τη γλυκύτητα. Η ζωή μου πεθαίνει, κι η σωτηρία σβήνει, και χάνεται απ’ τη γη όλη μου η ελπίδα. Γιατί να ζει η μητέρα μετά τον θάνατο του γιου μέσα στον πόνο; Πάρτε, κρεμάστε τη μητέρα με το θρέμμα της. Δεν λυπηθήκατε το παιδί, μην λυπηθείτε ούτε κι εμένα. Και θάνατε, να είσαι αμείλικτος μόνον με μένα. Γιατί αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη χαρά μου: να πέθαινα μαζί με τον Χριστό. Κι όμως, γλυκά φθάνει ο θάνατος στον δυστυχή, μα μπρος σ’ αυτόν που τον επιζητεί υποχωρεί[18]. Αλίμονο, ταλαίπωρε, γοργά φθάνει σε σένα. Κι εμένα, που θα προτιμούσα να πεθάνω με θάνατο παρά να περάσω μια ζωή θανάτου, με παρατάει και ταλαίπωρη μ’ αφήνει, αν και τον επιζητώ. Καλόκαρδέ μου γιε, εισάκουσε την ικεσία της δύστυχης μητέρας· μη γίνεσαι σκληρός με τη μητέρα, συ που ήσουν καλόκαρδος με όλους. Δέξου τη μητέρα στον θάνατο μαζί σου, ώστε μετά τον θάνατο να ζω στο πλάι σου για πάντα. Τίποτα δεν θα ήταν πιο γλυκό για μένα απ’ το να πεθάνω μαζί σου, και τίποτα πιο πικρό απ’ το να συνεχίσω να ζω μετά τον θάνατό σου. Συ ήσουν για μένα πατέρας, συ ήσουν για μένα σύζυγος, συ ήσουν για μένα γιος. Τώρα μένω ορφανή από πατέρα, χήρα από σύζυγο, παρατημένη από παιδί· και γιε μου, τι άλλο να κάνω; Πού να πάω, πού να στραφώ; Ποια παρηγοριά έχει απομείνει πια για μένα; Πού θα βρω ένα στήριγμα στο εξής; Αχ, λατρεμένε μου γιε, όλα είναι δυνατά για σένα, αλλά αφού δε θέλεις να πεθάνω μαζί σου, δώσε μου τουλάχιστον κάτι ευσπλαχνικό για να πιαστώ.

Σ’ αυτήν ο Κύριος, δείχνοντας με τα μάτια και το πρόσωπο τον Ιωάννη –ήταν κι εκείνος παρών– είπε, ‘Γυναίκα, ιδού ο γιος σου[19], κι η έκφρασή του έμοιαζε να λέει, ‘επιρρεπής είσαι στο κλάμα, κι επιρρεπής στον πόνο· ξέρεις ότι γι’ αυτό ήρθα κι έλαβα από σένα σάρκα: για να σώσω το ανθρώπινο γένος μέσω του μαρτυρίου του σταυρού. Πώς αλλιώς θα εκπληρωθούν οι γραφές; Πρέπει να υποφέρω για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους, αλλά την τρίτη ημέρα θ’ αναστηθώ, και θ’ αποκαλυφθώ ολοφάνερα σε σένα και τους μαθητές μου. Πάψε να κλαις, παραμέρισε τον πόνο, γιατί εγώ τώρα πορεύομαι προς τον Πατέρα[20]· κι ανεβαίνω να λάβω τη δόξα της πατρικής μεγαλειότητας. Λοιπόν, να χαίρεσαι μαζί μου, γιατί τώρα βρήκα το πρόβατο το απολωλός[21] που είχα τόσο καιρό χαμένο. Πεθαίνει ένας ώστε όλος ο κόσμος να ξαναζήσει. Η απαξία ενός, οδήγησε όλους τους απογόνους στον χαμό· τώρα, όμως, όλοι σώζονται χάρις στην αξία του ενός. Πώς γίνεται να μην σε ευχαριστεί αυτό που ευχαριστεί τον Θεό και Πατέρα; Μήπως δεν θέλεις, άραγε, να πιω το ποτήρι που μου έδωσε ο Πατέρας[22]; Μην κλαις, γυναίκα, μην κλαις, γλυκύτατη μητέρα. Δε σ’ εγκαταλείπω, είμαι μαζί σου, θα είμαι μαζί σου εις τους αιώνας των αιώνων. Βέβαια, κατά τη σάρκα, υπόκειμαι κι εγώ στο κράτος του θανάτου· κατά τη θεϊκή μου φύση, όμως, ήμουν και θα είμαι αθάνατος κι απαθής. Γνωρίζεις καλά από πού εκπορεύθηκα και ήλθα· και γιατί να λυπάσαι που ανεβαίνω εκεί απ’ όπου κατέβηκα; Είναι καιρός να επιστρέψω σ’ εκείνον που με έστειλε. Κι όπου εγώ πηγαίνω, συ δεν μπορείς να έλθεις επί του παρόντος· θα έλθεις όμως αργότερα[23]. Στο μεταξύ, ο Ιωάννης, που είναι ανιψιός σου, θα θεωρείται γιος σου. Θα σε φροντίζει και θα είναι για σένα παρηγοριά αυτόπιστη’. Έπειτα, κοιτάζοντας τον Ιωάννη, είπε, ‘Ιδού η μητέρα σου[24]. Φρόντιζέ την· σου την αναθέτω. Δέξου τη μητέρα μου· δέξου τη μητέρα σου. Δέξου τη δική σου· ή, μάλλον, δέξου τη δική μου’.

Έστεκαν αμίλητοι κι οι δυο αυτοί παρθένοι· απ’ τον πόνο δεν μπορούσαν να μιλήσουν τούτοι οι δυο μάρτυρες. Άκουγαν τον Χριστό να μιλά, και τον έβλεπαν να πεθαίνει σιγά-σιγά, και δεν μπορούσαν να του απαντήσουν με λόγια γιατί τον θωρούσαν ήδη σχεδόν νεκρό. Κι ήταν κι οι ίδιοι ωσάν νεκροί, έτσι που το πνεύμα τους δεν μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα. Άκουγαν και σιωπούσαν, αφού απ’ τον πόνο δεν ήταν σε θέση να μιλήσουν. Τo πνεύμα τους, τους είχε εγκαταλείψει· τους ήταν αδύνατο να μιλήσουν. Είχαν για φίλους μόνον τον πόνο και τον θρήνο. Ποθούσαν να κλαίνε κι έκλαιγαν πικρά. Κι έκλαιγαν πικρά, γιατί πικρά πονούσαν. Γιατί το σπαθί του Χριστού διαπερνούσε τις ψυχές και των δυο[25]. Και τις διαπερνούσε αδυσώπητα, κι αδυσώπητα ξερίζωνε και τους δυο. Κι επειδή τον αγαπούσε εκείνη πιο πολύ, έπεφτε το σπαθί πιο αδυσώπητα πάνω στη μητέρα. Γιατί η μητέρα ένιωθε, ένιωθε τους πόνους του Χριστού. Η Παρθένος, που γέννησε, υπέφερε το σπαθί του πόνου· οι πληγές του θνήσκοντος Χριστού ήτανε λαβωματιές για τη μητέρα. Οι σκληροί πόνοι του Χριστού ήτανε βάσανα για την ψυχή της. Η μητέρα, η μητέρα ήταν σπαραγμένη απ’ τον θάνατο του σπλάχνου της· και μαρτύριο έπεφτε στον νου της Μαρίας, κι ήταν λαβωμένη απ’ την αιχμή του δόρατος με το οποίο οι άσπλαχνοι εχθροί τρύπησαν τα μέλη του Χριστού. Αυτήν, αυτήν κυρίευε ο πόνος. Στον νου της είχε θεριέψει πόνος ασήκωτος, μα δεν μπορούσε να ξεχυθεί, κι έτσι θέριευε αδυσώπητα μέσα της. Οι πόνοι του γιου σπάθιζαν την ψυχή της μητέρας. Μα ο Χριστός πλήρωνε στη σάρκα το χρέος του θανάτου, που ήταν πιο βαρύ απ’ τον θάνατο της ψυχής της μητέρας.

Στο μεταξύ ο Χριστός, αφού ανέθεσε στον Ιωάννη τη φροντίδα της μητέρας του, είπε: ‘Διψώ[26]. Και του έδωσαν αυτοί που τον εσταύρωσαν ξίδι ανακατεμένο με χολή. Κι όταν το δοκίμασε, δεν ήθελε να το πιει[27] κι είπε: ‘Τετέλεσται[28]. Και φώναξε με δυνατή φωνή λέγοντας: ‘Πατέρα, στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου’. Και λέγοντας αυτό, εξέπνευσε[29]. Τότε σείστηκε η γη, κι ο ήλιος έκρυψε το φως του, και θρηνούσαν, θρηνούσαν όλα τ’ αστέρια. Η σελήνη έχασε απ’ τη θλίψη όλη της τη φεγγοβολή, κι έσβησε κάθε λάμψη στον ψηλό αιθέρα. Σκίζονται τα βράχια τα σκληρά· σκίζεται του ναού το αέτωμα. Και σηκώθηκαν νεκροί πολλοί καθώς άνοιξαν οι τάφοι, κι ομολόγησαν με φωνή παλλαϊκή ότι Θεός είν’ ο Χριστός.

Αξίζει ν’ αναλογιστούμε πόσος πόνος ταλάνιζε τότε τη μητέρα, όταν θρηνούσαν με τέτοιον τρόπο ακόμα και πράγματα που δεν έχουν αισθήσεις. Ούτε η γλώσσα μπορεί να πει, κι ούτε ο νους να σκεφτεί από τι πόνο κυριευόταν τότε η ψυχή της Μαρίας. Πλάι στον σταυρό του Χριστού έστεκε[30] σχεδόν νεκρή η Παρθένος, εκείνη που παρθένος τον συνέλαβε από το Άγιο Πνεύμα. Δεν είχε φωνή· ο πόνος είχε υφαρπάξει τις δυνάμεις της· πεσμένη στο χώμα κειτόταν χλωμή, ωσάν νεκρή, αν και ζούσε. Ζούσε πεθαίνοντας, και ζώντας πέθαινε· και δεν μπορούσε να πεθάνει αυτή που, αν και ζούσε, ήταν νεκρή. Στην ψυχή της ο πόνος σκλήραινε σκληρά· χίλιες φορές προτιμούσε να πεθάνει, παρά να συνεχίσει να ζει μετά τον θάνατο του Χριστού, αυτή που ζούσε τώρα τόσο άθλια, που ήταν μέσα της νεκρή.

Κι εκεί έστεκε θλιμμένη, καταβεβλημένη από αμείλικτο πόνο, περιμένοντας ν’ αποκαθηλώσουν το σώμα του Χριστού απ’ τον σταυρό. Κι έκλαιγε λέγοντας, και λέγοντας έκλαιγε: ‘Δώστε τουλάχιστον πίσω στη δύστυχη το άψυχο σώμα· έχετε πια επιτελέσει το καθήκον σας· δώστε, λοιπόν, τώρα πίσω τον νεκρό στη μητέρα. Ή, αν το προτιμάτε, ενώστε με στον θάνατο μαζί του ώστε να παύσει κι ο δικός μου ο πόνος. Αποκαθηλώστε τον, σας εκλιπαρώ· αποκαθηλώστε τον για να έχω μαζί μου το άψυχο σώμα του. Για μένα θ’ αποτελεί παρηγοριά ακόμα και νεκρός’.

Στεκόταν πλάι στον σταυρό[31], αντικρίζοντας τον Χριστό, που είχε έκφραση μειλίχια, να κρέμεται στο σκληρό ξύλο του σταυρού. Στηριζόταν στις μύτες των ποδιών της κι έτεινε ψηλά τα χέρια της για ν’ αγκαλιάσει τον σταυρό, για να καταφιλήσει τα σημεία απ’ όπου ανάβρυζε το αίμα του, κι έκανε να σφίξει στα χέρια της τον Χριστό, μα δεν έφτανε, και δωσ’του ν’ απλώνει πάλι τα χέρια της ψηλά. Πολλά είναι εκείνα που ελπίζει η αγάπη, μα σπάνια ή ποτέ να γίνουν δεν μπορούν. Η εναγώνια δε αγάπη πιστεύει ότι όλα θα υποχωρήσουνε μπροστά της· έτσι ήθελε κι η Μαρία ν’ αγκαλιάσει τον Χριστό που κρεμόταν ψηλά, αλλά τα χέρια της, άπρακτα, επέστρεφαν ενωμένα πάνω της. Καθώς σηκωνόταν απ’ τη γη, κι ανυψωνόταν προς τον Χριστό, δεν μπορούσε να τον βαστήξει όπως ήθελε, κι ύστερα σωριαζόταν κατάχαμα. Κι εκεί κειτόταν πεσμένη, κατάφορτη από πόνο, κι όμως την ωθούσε να ξανασηκωθεί η ισχυρή ορμή της αγάπης. Ακολουθώντας της αγάπης την ορμή σηκωνόταν ξανά με τεντωμένα χέρια, ποθώντας πάντα ν’ αγγίξει τον Χριστό. Και γι’ άλλη μια φορά, υποφέροντας μαρτύριο βαρύ, αναγκαζόταν να πέσει απότομα στη γη. Τι αθλιότητα ήταν εκείνη που ζούσε! Ήταν πολύ πιο δύσκολο γι’ αυτήν να ζει μια τέτοια ζωή απ’ το να τη σκοτώσει των ασεβών το φονικό σπαθί. Ωχρότητα θανάτου είχε καλύψει την όψη της, αλλά τα μάγουλα και το στόμα της ήταν κόκκινα απ’ το αίμα του Χριστού. Γιατί έφερνε στο στόμα της τις σταγόνες αίματος που χύνονταν απ’ το σώμα του Χριστού, και φιλούσε το χώμα που ποτιζόταν απ’ του αίματος το κύμα.

Στο μεταξύ, ένας ευγενής, ονόματι Ιωσήφ, που είχε μαθητεύσει στο πλάι του[32], αλλά στα κρυφά, επισκέφτηκε εμπιστευτικά τον Πιλάτο και ζήτησε να του δοθεί το σώμα του Κυρίου Ιησού. Αφού του επετράπη, κάλεσε για βοήθεια έναν άνδρα σοφό, νομομαθή, επίσης κρυφό μαθητή του Χριστού, ονόματι Νικόδημο· κι ήλθαν στον τόπο όπου ήταν σταυρωμένος ο Κύριος, φέροντας μαζί τους εργαλεία με τα οποία, αφαιρώντας τα καρφιά, θα μπορούσαν να τον κατεβάσουν απ’ τον σταυρό. Όταν η μητέρα του είδε ότι έκαναν να τον κατεβάσουν, θαρρείς πως αναστήθηκε απ’ τον θάνατο, το πνεύμα της αναγεννήθηκε για λίγο, και τους προσέφερε όση βοήθεια μπορούσε. Όσο ο ένας αφαιρούσε τα καρφιά απ’ τα χέρια, ο άλλος, για να μην αποπέσει, βαστούσε το άψυχο το σώμα. Στεκόταν κι η Μαρία με τα χέρια υψωμένα ψηλά, για να τραβήξει αμέσως το κεφάλι και τα χέρια του Χριστού που κρέμονταν, πάνω στο θλιμμένο της το στήθος. Κι όταν μπόρεσε πια σφιχτά να τον κρατήσει, ξέσπασε σε φιλιά κι αγκαλιές, μα δεν μπορούσε να χορτάσει τον αγαπημένο της, παρόλο που ήταν νεκρός. Όταν το σώμα κατέβηκε απ’ τον σταυρό, έπεσε κείνη πάνω του, κι ήταν τόσο ασυγκράτητος ο πόνος κι απεριόριστη η αγάπη της, που απόμεινε σχεδόν νεκρή. Στεκόταν στο κεφάλι του αψυχωμένου γιου της η Μαρία, η μητέρα του, και πότιζε το πρόσωπό του με δάκρυα. Και τη βασάνιζαν χίλιοι δυο στεναγμοί. Και φιλούσε συνέχεια το μέτωπο και τα μάγουλα και τα μάτια, και τη μύτη και το στόμα του· και τα δάκρυα έρεαν τόσο άφθονα, που νόμιζες ότι όλη η σάρκα με το πνεύμα θα διαλύονταν σε δάκρυα. Πότιζε με δάκρυα το νεκρό σώμα του γιου, εκεί όπου είχε εναποτεθεί, και μούσκευε την πέτρα –στην οποία λέγεται ότι τα δάκρυά της εμφανίζονται και σήμερα ακόμα.

Κι έφερνε[33] στον νου τα έργα του γιου της, ποιος και τι είδους ήταν αυτός που η ίδια η Παρθένος συνέλαβε δίχως λαγνεία, γέννησε χωρίς πόνο, και που ήταν γι’ αυτήν όλη της η ζωή, ο Θεός και Κύριός της, ο ένας και μοναδικός της γιος. Και το κακό την είχε βρει όσο άντεχε κι όσο έπρεπε. Ας μας πει, όποιος θέλει και μπορεί, ποιο μέτρο διείπε τον πόνο[34] της μητέρας του Χριστού. Αν και δεν πιστεύω ότι τον πόνο της Παρθένου μπορεί κανείς να τον αποτυπώσει, ήταν εντούτοις ο πρέπων, σύμφωνος προς το μέτρο της αγάπης. Δεν βυθίστηκε στον ζόφο, παρά ευλαβικά και δίκαια θρηνούσε αυτόν που γέννησε ως παρθένος· θρηνούσε για τον θάνατο του δικαίου, με την ελπίδα, ωστόσο, ότι την τρίτη ημέρα θ’ αναστηθεί. Ορισμένες άγιες γυναίκες έκλαιγαν μαζί της, λίγες σε αριθμό, και κάποιοι άνδρες θρηνούσαν τον Χριστό μαζί με την παρθένο μητέρα. Ήταν κι άγγελοι μαζί της που πονούσαν, στο μέτρο που μπορούσαν να πονούν. Κι ήταν ο πόνος τους, αναμφίβολα, σεπτός και δίκαιος. Συνέπασχαν με τον Χριστό στον θάνατο πονώντας, μα χαίρονταν που το ανθρώπινο γένος λυτρωνόταν. Έκλαιγαν, νομίζω, πολύ πικρά, κι είχε ο νους τους ταραχθεί, καθώς έβλεπαν τη μητέρα του Χριστού να κυριεύεται από τόσο μεγάλο πόνο. Μα ποιος απ’ τους αγγέλους ή αρχαγγέλους δεν θα έκλαιγε εκείνη την ώρα, ενάντια στη φύση του, όταν ο ίδιος ο αθάνατος Θεός, ενάντια στη φύση του, κειτόταν άνθρωπος νεκρός; Έβλεπαν το σώμα του Χριστού να το’ χουν μεταχειριστεί τόσο άσχημα, να έχει κατακρεουργηθεί από τους ασεβείς, να κείται άψυχο, καταματωμένο απ’ το αίμα του· κι έβλεπαν εκείνη την ευσεβή, εκείνη την αγία, την πανάγαθη, την πανέμορφη, την ολόγλυκια, την προσφιλέστατη, τη μακαριότατη μητέρα τους Μαρία, να βυθίζεται στον πόνο, να κλαίει τόσο πικρά, που δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Απλωνόταν θρήνος και θλίψη απ’ τους αγγέλους που παρίσταντο εκεί· θρήνος που ταίριαζε σε πνεύματα γαληνά. Άξιο απορίας θα ήταν να μην κλαίνε όλοι οι άγγελοι, ακόμα και σ’ αυτή τη μακαριότητα στην οποία είναι αδύνατο κανείς να κλάψει. Πιστεύω, γι’ αυτό και το λέω, ότι πονούσαν όσο αντέχαν να πονούν. Κι όπως στάθηκε δυνατό να πεθάνει ο Θεός λαμβάνοντας του ανθρώπου τη μορφή, έτσι στάθηκε δυνατό κι οι μακάριοι οι άγγελοι να πονέσουν στον θάνατο του Κυρίου τους.

Ο Ιωσήφ απ’ την Αριμαθαία, άνδρας άγιος και δίκαιος, που με τον Νικόδημο κατέβασε το σώμα του Χριστού από τον σταυρό, όπως μαρτυρεί το Ευαγγέλιο, το τοποθέτησε σε σάβανο καθαρό, αλειμμένο με πολύτιμα αρώματα[35], και το έθεσε σε νέο τάφο που είχε φτιάξει για τον εαυτό του. Και στο ξόδι του έψελναν μυριάδες μυριάδων άγγελοι που είχαν συγκεντρωθεί για την ταφή του Κυρίου τους. Εκείνοι έψελναν ύμνους· η Μαρία όμως έβγαζε στεναγμούς και κραυγές. Εκείνοι ύψωναν ύμνους στον ουρανό· η Μαρία έκλαιγε πικρά δίπλα στον τάφο.

Ενώ ο Ιωσήφ κι ο Νικόδημος τοποθετούσαν τον Κύριο στον τάφο, η περίλυπη μητέρα ήθελε να ταφεί μαζί του. Είχε γείρει πάνω στον λατρευτό της, αγκαλιάζοντάς τον, και μ’ όλη τη γλύκα της αγάπης τον καταφιλούσε, λέγοντας: ‘Λυπηθείτε με, λυπηθείτε με, σεις που είστε φίλοι μου[36]. Αφήστε μου τον για λίγο ακόμα ώστε να μπορέσω ν’ ατενίσω το πρόσωπό του, αφαιρώντας το κάλυμμα. Μην τον παραδίδετε τόσο γρήγορα στην ταφή· δώστε τον στη δύστυχη μητέρα του ώστε να είναι μαζί μου, έστω και νεκρός. Ή, αν τον τοποθετήσετε στον τάφο, θάψτε και μένα, τη δύστυχη, μαζί του· μετά απ’ τον χαμό του, δύσκολα θα επιβιώσω’.

Τούτοι τοποθετούσαν τον Χριστό στον τάφο, μα εκείνη τον τραβούσε προς το μέρος της. Ήθελε να τον κρατήσει για τον εαυτό της, κι εκείνοι ήθελαν να τον παραδώσουν στην ταφή· κι εκτυλισσόταν ανάμεσά τους αυτή η σεπτή διαμάχη, αυτή η θλιπτική αντιπαράθεση. Όλοι, ωστόσο, έκλαιγαν τόσο πικρά που κανείς τους δεν μπορούσε ν’ αρθρώσει καλά–καλά ούτε μια λέξη. Έβλεπαν τη μητέρα να είναι παντελώς απαρηγόρητη, και θρηνούσαν περισσότερο γι’ αυτήν παρά για τον νεκρό τους Κύριο. Πονούσαν περισσότερο για τον πόνο της μητέρας, παρά για τον θάνατο του Κυρίου τους. Έκλαιγαν, λοιπόν, όλοι, στενάζοντας από πολυώδυνο πόνο, κι έτσι παρέδωσαν τον Κύριο της ζωής στην ταφή του θανάτου. Αφού θάφτηκε ο Κύριος, η μητέρα αγκάλιαζε τον τάφο μ’ όλη της την καρδιά, και μ’ όση φωνή της είχε απομείνει, ευλογούσε τον γιο της. Καθισμένη δίπλα στον τάφο, γέρνοντας το κεφάλι της σ’ αυτόν, άπλωνε τα χέρια της, φιλώντας τον από πάνω, θρηνώντας τον Κύριο μ’ ολόπικρους λυγμούς. Πλησίασε τότε ο Ιωάννης, στη φροντίδα του οποίου την είχε ορίσει ο Χριστός, και κλαίγοντας κι αυτός, σήκωσε την κλαίουσα. Γιατί αυτή, εξαντλημένη απ’ τους στεναγμούς, αποκαμωμένη απ’ τον πόνο, εξαθλιωμένη απ’ το κλάμα, μετά βίας μπορούσε να σταθεί στα πόδια της· ωστόσο, όσο βαστούσε, με τη βοήθεια των αγίων γυναικών, κι όλους να κλαίνε μαζί της, επιστρέφει στην Ιερουσαλήμ. Και σαν την αντικρίζουν γυναίκες πολλές, παρακινημένες από σεβασμό για τον πόνο της, παραδίδονται σε θρήνο πικρό, και κάποιες απ’ αυτές βαδίζουν στο κατόπι της κλαίγοντας. Έκλαιγαν πολλές γιατί συμπονούσαν τη Μαρία. Γιατί ο πόνος της έκανε πολλούς ανθρώπους να πονούν. Μετά βίας μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυα όσοι την έβλεπαν να οδύρεται. Τόσο ευλαβικά έκλαιγε και τόσο πικρά πονούσε που το ευλαβικό της κλάμα παρέσυρε πολλούς, ακόμα και τους αναίσθητους, στον θρήνο. Σπαραγμός απλωνόταν απ’ όπου κι αν περνούσε η Μαρία. Έκλαιγε αυτή· έκλαιγαν κι όσοι βάδιζαν μαζί της. Έκλαιγαν πολλοί που έρχονταν να τη συναντήσουν. Και τη συνόδεψαν με κλάματα, κι εκείνη έκλαιγε, ώσπου έφτασε στο σπίτι του Ιωάννη. Εκεί κάθισε κι εκεί παρέμεινε· στο σπίτι του την κράτησε ο Ιωάννης και την αγάπησε μ’ όλη του την καρδιά, περισσότερο κι απ’ την ίδια του τη μητέρα. Ευτυχισμένε και μακάριε Ιωάννη, σε σένα ο Κύριος παρέδωσε τέτοιο θησαυρό! Είθε να σου δώσει ο Κύριος ανταμοιβή για την αγάπη, ανταμοιβή για τη στοργή που έδειξες στη μητέρα που σου όρισε. Να έχεις την ευλογία του Χριστού, την ευλογία της μητέρας του, που την αγάπησες με καθαρή κι αγνή καρδιά. Ευλογημένοι να είναι όλοι όσοι την αγαπούν, και πάνω απ’ όλους ευλογητός να είναι ο γιος της, ο Κύριός μας Ιησούς, που με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ζει και βασιλεύει, Θεός ευλογητός εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Η μετάφραση βασίζεται στην κριτική έκδοση του C.W. Marx, ‘The «Quis dabit» of Oglerius de Tridino, Monk and Abbot of Locedio’, The Journal of Medieval Latin, 4, 1994, 122-129.
[2] Ιερ., 9:1.
[3] Λκ. 23:28.
[4] Πρβλ. Λκ. 2:24.
[5] Λκ. 23:28.
[6] Ψλ. 21:7.
[7] Εννοεί στην πρώτη ομιλία του συνολικού κύκλου.
[8] Πρβλ. Α Βασ. 3:9.
[9] Ψλ. 21:7.
[10] Γεν. 43:30.
[11] Ψλ. 76(77):4
[12] Ησ. 53:7.
[13] Ψλ. 44(45):3.
[14] Ησ. 53:2.
[15] Πρβλ. Ασμ. 5:6. Στη Vulgata: anima mea liquefacta est.
[16] Πρβλ. Β Βασ. 18:33.
[17] Ασμ. 1:3. Στη Vulgata: trahe me post te.
[18] Πρβλ. Μαξιμιανός, Eleg.I, 115.
[19] Ιω. 19:26.
[20] Πρβλ. Ιω. 14:12.
[21] Πρβλ. Λκ. 15:6.
[22]
[23] Ιω. 13:36.
[24] Ιω. 19:27.
[25] Πρβλ. Λκ. 2:35.
[26] Ιω. 19:28.
[27] Μτ. 27:34.
[28] Ιω. 19:30.
[29] Λκ. 23:46. Πρβλ. Μκ. 15:37.
[30] Πρβλ. Ιω. 19:25.
[31] Ιω. ό.π.
[32] Μτ. 27:57.
[33] Διαβάζοντας «revocabat».
[34] Mensura doloris. Πρβλ. Decretum Gratiani, II, Causa XXXIII, Questio 3, c. 84.
[35] Μτ. 27:59.
[36] Ιώβ, 19:21.
~.~
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Barré, H. ‘Le Planctus Mariae attribué à Saint Bernard’, Revue d’ascétique et de mystique, 28, 1952, 243–66.
Bestul, T. Η. Texts of the Passion. Latin Devotional Literature and Medieval Society, Φιλαδέλφεια, 1996.
Marx, W. ‘Emotions and Orthodoxy in Medieval Latin Devotional Writing’, εις F. Sabaté (επιμ.), Managing Emotions in the Middle Ages, Λέιντεν, 2025, 62–79.
Ogier of Locedio. Homilies, translated and annotated by D. Martin Jenni, Καλαμαζού, 2006.
Sticca, S. Il ‘Planctus Mariae’ Nella Tradizione Drammatica Del Medio Evo, Σουλμόνε, 1984.
///

*

*

*