«Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη»

*

Σώμα της δίψας, γυμνό, με αλάτι και φώς ζυμωμένο,
πόσο αυστηρά με κοιτάς! Πώς να σου δώσω πνοή;
Τρέμοντας πάντα λυγίζει μπροστά-σου το αμάθητο γόνυ,
τρέμει κι η φλόγα που καίει δίχως αγάπη, κρυφά,
της ηδονής το λιβάνι. Κι εσύ δέ μιλάς, δέ σαλεύεις,
ξένο, ακατάδεχτο, οκνό… Σκλάβο-σου τί με κρατά;

///

Νά που μου στήθηκες πάλι μπροστά στον καθρέφτη. Ρυτίδες
σκάβει, όλο σκάβει το αργό χέρι του χρόνου, κι εσύ,
μάτια-μου, πώς τις κοιτάς! Λές και διαβάζεις το γράμμα
κάποιου χαμένου εραστή που έλαβες μόλις προχτές
και σου θυμίζει εναν κόσμο δικό-σου κάποτε, οικείο,
κι ύστερα απλώς βαρετό. Ξέχασες κιόλας πολλά:
πρόσωπα, ονόματα, δρόμους… Με κόπο θυμάσαι απʼ τη γλώσσα
πού ʼχατε φτιάξει μαζί λίγες σπαστές συλλαβές.
Φτάνουν αυτές για να δώσουν πνοή και νόημα στο κρύο,
στʼ όψιμο μήνυμα; Δέ φτάνουν! και ξάφνου ο θυμός,
το άγριο παράπονο, η λύσσα σε πιάνει, και θέλεις να σβήσεις
μιά και καλή τις γραμμές, το άχαρο σχέδιο χωρίς
δεύτερη σκέψη… Μα πώς; Άν σπάσεις ποτέ τον καθρέφτη,
χίλιες αντί για τη μιά μέσα-του εικόνες θα βρείς.

///

Μή μου κακιώσεις που φεύγω νωρίς και σ’ αφήνω να ρίχνεις
μόνη, αβοήθητη πιά, ξύλα στο τζάκι. Μαζί,
ξέρω, το ανάψαμε, ωστόσο παράξενα νιώθω που τώρα
πέφτει το βράδυ κι εμείς βλέπουμε μές στη φωτιά
κίτρινες φλόγες ν’ αφήνουν την πρώτη-τους κάπνα στον τοίχο.
«Ζέστη» μου λές, «θαλπωρή»… Κι όταν τα ξύλα σωθούν;

///

Κι όταν ξεθώριασαν όλα: αγκαλιές, ερωτόλογα, γλύκες,
κι όταν ειπώθηκε αυτό πού ’πρεπε βέβαια να πεί
κάποτε κάποιος, ωστόσο κανείς δέν τό ’θελε κιόλας
τόσο νωρίς ειπωμένο – όσο και νά ’ναι, η σιωπή
κάπου μας είχε βολέψει… Μα τί να σ’ τα λέω; Δέν αξίζει.
Πάντως μή φανταστείς τίποτα δράματα. Εκεί
πού ’χαμε φτάσει, το ξέραμε πιά, δέν υπήρχε άλλη λύση.
Άχ, ντροπιασμένες σχεδόν, άκλαυτες φεύγουν η μιά
πίσω απ’ την άλλη κι οι αγάπες. Γυρνάει το χερούλι στην πόρτα,
κάποιος καλεί το ασανσέρ, βγαίνει στον δρόμο, κοιτά
μήπως σαλέψει στην άκρη η παλιά, ξεφτισμένη δαντέλα…
Κι έτσι, απ’ αγάπη σ’ αγάπη, όλο ξεφτάει κι η ψυχή.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
Απο τη συλλογή «Πλάτη με πλάτη»

~.~

ΜΕΤΡΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τα ποιήματα αυτής της δημοσίευσης είναι γραμμένα σε ελεγειακό δίστιχο. Οι μονοί στίχοι είναι δακτυλικοί εξάμετροι και οι ζυγοί δακτυλικοί πεντάμετροι. Για τη μορφή του δακτυλικού εξαμέτρου βλ. τη δημοσίευση της 17. Οκτωβρίου 2024 (https://neoplanodion.gr/2024/10/17/olos-o-kosmos/). Ο δακτυλικός πεντάμετρος αποτελείται απο δύο ημιστίχια που χωρίζονται με τομή:
x́xx |x́xx |x́ ‖ x́xx | x́xx| x́
πόσο αυστη|ρά με κοι|τάς! ‖ Πώς να σου |δώσω πνο|ή;
Αντικατάσταση των δακτύλων με τροχαίους ή σπονδείους επιτρέπεται μόνο στο πρώτο ημιστίχιο του δακτυλικού πενταμέτρου.

///

 

***