*
Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ
Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).
![]()
Πολεμῶ νά κρατηθῶ γερά ἀπό τίς στιγμές, ἀλλά αὐτές ξεγλιστροῦν καί φεύγουν: ὅλες τους εἶναι ἐχθρικές ἀπέναντί μου, μέ ἀποδιώχνουν, μέ μιά πεισματική ἄρνηση μοῦ δείχνουν ὅτι δέν θέλουν καμιά ἀνάμειξη μαζί μου. Εἶναι ὅλες τους ἀπλησίαστες, ἀπό κοινοῦ διασαλπίζουν τήν ἀπομόνωση καί τήν ἧττα μου.
Μποροῦμε νά δράσουμε μόνο ὅταν νιώθουμε ὅτι οἱ στιγμές τοῦ χρόνου μᾶς ὑποστηρίζουν καί μᾶς προστατεύουν. Ὅταν μᾶς ἐγκαταλείπουν, εἶναι τότε πάνω ἀπό τίς δυνάμεις μας νά προχωρήσουμε στήν ὑλοποίηση μιᾶς πράξης, σπουδαίας ἤ ἀσήμαντης. Ἄποροι καί ἀνυπεράσπιστοι, χωρίς ἔρεισμα, ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μέ μιά ἀξιοπαρατήρητη ἀτυχία: νά μήν ἔχουμε δικαίωμα στόν χρόνο.
*
Σωρεύω παρελθόντα χρόνο, τόν φτιάχνω συνεχῶς ρίχνοντας μέσα του ὅλο τό παρόν, καθώς δέν τοῦ δίνω ποτέ τήν εὐκαιρία νά ἐξαντλήσει τή διάρκειά του. Ζῶ σημαίνει ὅτι ὑφίσταμαι τή μαγική ἐπήρεια τοῦ δυνατοῦ∙ ὅταν ὅμως διαβλέπω στό ἑκάστοτε δυνατό τήν ἐπικείμενη ἔλευση τοῦ παρελθόντος, ὅλα τότε ἀνήκουν δυνητικά στό παρελθόν, δέν ὑπάρχει παρόν καί μέλλον. Ἀκούω τήν κομμένη ἀνάσα καί τόν ἐπιθανάτιο ρόγχο τῆς κάθε στιγμῆς∙ οὐδέποτε συλλαμβάνω τή στιγμή νά διαβαίνει σέ μίαν ἄλλη. Ἀσφυκτιῶν μέσα στό γίγνεσθαι, γίνομαι φορέας νεκροῦ χρόνου.
*
Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι εἶναι ἔγχρονοι∙ ἐγώ εἶμαι ἔκπτωτος ἀπό τόν χρόνο. Ἡ αἰωνιότητα πού ἀνυψωνόταν πάνω ἀπό τόν χρόνο δίνει τή θέση της σέ μιά κείμενη ὑποκάτω τοῦ χρόνου αἰωνιότητα∙ μιά ἄγονη οὐσιαστικά ζώνη ὅπου ἕνα μόνο πρᾶγμα ἐπιθυμοῦμε διακαῶς: νά ἐπαναφέρουμε τόν χρόνο, πάσῃ θυσίᾳ νά τόν ἀνυψώσουμε καί πάλι, νά οἰκειοποιηθοῦμε ἕνα κομμάτι του γιά νά τό κατοικήσουμε, νά δώσουμε στόν ἑαυτό μας τήν ψευδαίσθηση μιᾶς φιλόξενης στέγης. Ὅμως ὁ χρόνος εἶναι κλειστός, ἀπρόσιτος∙ καί τούτη ἡ ἀρνητική, κακή αἰωνιότητα εἶναι καμωμένη ἀπό αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀδυναμία εἰσόδου στόν χρόνο.
*
Ὁ χρόνος ἀποσύρθηκε ἀπό τό αἷμα μου∙ κάποτε τά δύο αὐτά συνδέονταν μ’ ἕνα πνεῦμα ἀλληλεγγύης, κυλοῦσαν συντονισμένα. Δέν εἶναι ἄξιο ἀπορίας ὅτι τίποτα δέν συμβαίνει τώρα πού πάγωσαν. Ἄν ἄρχιζαν καί πάλι νά κινοῦνται θά μποροῦσα νά ξαναβρῶ τή θέση μου ἀνάμεσα στούς ζωντανούς, νά βγῶ ἔξω ἀπό αὐτό τό τέλμα τῆς κατω-παντοτινότητας [sous-éternité] ὅπου λιμνάζω. Δέν τό θέλουν ὅμως οὔτε καί τό μποροῦν. Λές καί ἔχουν καί τά δυό τους βασκαθεῖ: δέν τό κουνᾶνε ρούπι, εἶναι παγωμένα. Καμιά στιγμή δέν εἰσχωρεῖ στίς φλέβες μου. Πολικό αἷμα πού βαστᾶ γιά αἰῶνες!
Ὅ,τι ἀναπνέει, ὅ,τι καλύπτεται μέ τό χρῶμα τῆς ὕπαρξης, ναυαγεῖ στό ἀμνημόνευτο. Εἶναι, ὄντως, ἀλήθεια ὅτι κάποτε γεύτηκα τούς χυμούς τῶν πραγμάτων; Καί ποιά ἦταν ἡ γεύση τους; Μοῦ εἶναι τώρα ἀπροσπέλαστη – καί ἀνούσια. Κορεσμός, χωρίς νά κάνω τό παραμικρό.
*
Μπορεῖ νά μήν αἰσθάνομαι τόν χρόνο, μπορεῖ ἐπίσης νά ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι στέκομαι μακριά του ὅσο κανείς ἄλλος, τόν γνωρίζω ὅμως, τόν παρακολουθῶ ἀσταμάτητα: καταλαμβάνει τό κέντρο τῆς συνείδησής μου. Δυσκολεύομαι νά πιστέψω ὅτι ὁ δημιουργός του τόν μελέτησε καλά, στάθμισε τίς συνέπειες, σοβαρολόγησε μέ τό ποίημά του. Ὁ Θεός, ἄν ἀληθεύει ὅτι τόν δημιούργησε, δέν θά μποροῦσε νά τόν γνωρίζει σέ βάθος, ἀφοῦ δέν τό συνηθίζει νά ἀπασχολεῖ τή σκέψη του μ’ αὐτή τήν ὑπόθεση. Σέ ὅ,τι μέ ἀφορᾶ, ὅμως, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἐξεβλήθην τοῦ χρόνου μέ μοναδικό σκοπό νά τόν καταστήσω ἀντικείμενο τῶν ἐμμονῶν μου. Ἀκριβέστερα, μοῦ ἐμποιεῖ ἕνα συναίσθημα νοσταλγίας μέ τό ὁποῖο ταυτίζομαι πλήρως.
Ἄς παραδεχτῶ ὅτι κάποτε ἔζησα μέσα στόν χρόνο∙ σάν τί νά ἔμοιαζε; Τίνι τρόπῳ παριστοῦσα τή μορφή του; Εἴμασταν παλιοί γνώριμοι∙ παρῆλθε τώρα ἐκείνη ἡ ἐποχή, παραδόθηκε στή λήθη, δέν ἀνήκει πλέον στή ζωή μου. Σκέφτομαι μάλιστα ὅτι θά μοῦ ἦταν πιό εὔκολο νά ἐξασφαλίσω μιά θέση στήν ἀληθινή αἰωνιότητα ἀπό τό νά ἐγκατασταθῶ καί πάλι στόν χρόνο. Κρῖμα τόν ἄνθρωπο πού ἔζησε μέσα στόν Χρόνο καί δέν τό μπορεῖ πλέον ποτέ ξανά!
(Ἀνείπωτος ξεπεσμός: πῶς ἄφησα τόν ἑαυτό μου νά γοητευτεῖ ἀπό τόν χρόνο, ἐνῶ πάντοτε φανταζόμουν τή σωτηρία μου ἔξω ἀπό αὐτόν; Δέν ζοῦσα μήπως πάντοτε μέ τή βεβαιότητα ὅτι ἐξαντλοῦνται οἱ πόροι του, ὅτι εἶναι σάπιος ὡς τό μεδούλι, ὅτι τοῦ λείπει κυρίως ἡ διάρκεια;)
*
Στό χεῖλος τοῦ χρόνου καθισμένοι, χαζεύουμε τίς στιγμές νά περνοῦν: μιά διαδοχή χωρίς περιεχόμενο, ἕνας χρόνος ἀφηρημένος, ἀνυπόστατος, μιά παραλλαγή τοῦ κενοῦ. Ἀπό ἀφαίρεση σέ ἀφαίρεση, ὁ χρόνος, μέ δική μας ὑπαιτιότητα, γίνεται ὅλο καί πιό ἀραιός, διαλύεται σέ χρονικότητα, ἀποβαίνει σκιά τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται ἡ ἀναζωπύρωσή του∙ ἀπό τό ἄν μποροῦμε νά ξεδιαλύνουμε τή στάση μας ἀπέναντί του. Πῶς ὅμως νά τό ἐπιτύχουμε ὅταν ἐνσπείρει μέσα μας τόσο ἀντιφατικά συναισθήματα, ὅταν μᾶς θέλγει καί συνάμα μᾶς ἀπωθεῖ;
Τούτη ἡ διφορούμενη τροπικότητα ἀπαντᾶ στόν ἔμφροντι καί ἀνήσυχο περί τοῦ χρόνου ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀντιπαρέρχεται κάθε τι τό θετικό γιά νά συγκεντρώσει τήν προσοχή του στίς ἀμφίβολες πλευρές τοῦ χρόνου, στή σύγχυση πού δημιουργεῖ μεταξύ ὄντος καί μή-ὄντος, στήν ἀδιαντροπιά μέ τήν ὁποία τρυπώνει παντοῦ, στήν ἀστάθεια πού τόν χαρακτηρίζει, στίς σκοτεινές πτυχές του, στή διπροσωπία καί στήν ἀνεντιμότητά του. Ἕνας κάλπης εἶναι πού ἀνῆλθε στή μεταφυσική κλίμακα. Ὅσο περισσότερο τόν βολιδοσκοποῦμε τόσο περισσότερο τείνουμε νά τόν ἐξομοιώσουμε μέ τό πρόσωπο ἑνός δράματος, τόν ρόλο καί τήν ὑπόκριση τοῦ ὁποίου θά θέλαμε μέν νά ξεσκεπάσουμε, ἀλλά πού ἀποτυγχάνουμε, ἀφοῦ τελικά παραδινόμαστε στή δύναμη καί τή γοητεία του. Ἀπό τό σημεῖο αὐτό μέχρι τήν εἰδωλολατρία καί τή δουλεία, ἕνα βῆμα μόνο μᾶς χωρίζει.
*
Μοῦ ἦταν πολυπόθητος ὁ χρόνος, γι’ αὐτό καί παραποίησα τή φύση του, τόν ἀπομόνωσα ἀπό τόν κόσμο, τόν κατέστησα μιά ἀνεξάρτητη ἀπ’ ὅλες τίς ἄλλες πραγματικότητα, ἕνα μοναχικό σύμπαν, ἕνα ὑποκατάστατο τοῦ ἀπόλυτου: μιά ἀλλόκοτη ἄσκηση μέσω τῆς ὁποίας ἀποκόπτεται ἀπ’ ὅλες τίς προϋποθέσεις του καί ἀπ’ ὅλες τίς συνεπαγωγές του, μιά μεταμόρφωση τοῦ κομπάρσου σέ πρωταγωνιστή, μιά καταχρηστική καί ἀναπόδραστη προαγωγή. Ὅτι κατάφερε νά μοῦ γίνει ἔμμονη ἰδέα, δέν τό ἀρνοῦμαι βέβαια. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθές πώς δέν διέβλεψε ὅτι μιά ἡμέρα θά περνοῦσα, ὅσον ἀφορᾶ τή σχέση μου μαζί του, ἀπό τήν ἰδεοληψία στή διαύγεια∙ μιά μετακίνηση ἐνέχουσα σοβαρούς κινδύνους γι’ αὐτόν.
Ὁ χρόνος εἶναι ἔτσι καμωμένος ὥστε νά μήν προβάλλει ἀντίσταση στό πνεῦμα πού πεισματωδώς τόν ἐξονυχίζει. Ἡ πυκνότητά του διαλύεται, ἡ πλέξη του ξεφτίζει, καί τό μόνο πού ἀπομένει εἶναι λίγα κουρέλια, στά ὁποῖα ὁ ἀναλυτής πρέπει νά ἀρκεστεῖ. Ὁ χρόνος δέν εἶναι γιά νά τόν γνωρίζουμε, ἀλλά γιά νά τόν ζοῦμε∙ ὅσο τόν ἀνατέμνουμε καί τόν λεπτολογοῦμε, τόσο τόν εὐτελίζουμε, τόν καταντοῦμε ἀντικείμενο. Κι ὅποιος φέρεται κατ’ αὐτόν τόν ἀναλυτικό τρόπο, ἀργά ἤ γρήγορα ἔτσι θά φερθεῖ καί στόν ἑαυτό του. Δοθέντος ὅτι κάθε μορφή ἀνάλυσης συνιστᾶ ἀπό μόνη της κάτι τό βέβηλο, θά ἦταν ἀπρέπεια ἐκ μέρους μας ἡ συστηματική ἐνασχόληση μέ αὐτήν. Καταβυθιζόμενοι μέ σκοπό νά ἀνασύρουμε κεκρυμμένες διαθέσεις καί μυστικά, περνοῦμε ἀθόρυβα ἀπό τήν ἀμηχανία στή δυσθυμία, καί ἀπό ἐκεῖ στή φρίκη. Ἡ αὐτογνωσία ἔχει ὑψηλό τίμημα. Ὅπως καί ἡ γνώση ἐν γένει. Μόλις φτάσουμε στόν μυχό, θά μᾶς ἔχει φύγει ἡ ὄρεξη γιά ζωή. Σ’ ἕνα ἐξηγημένο σύμπαν τίποτα δέν θά εἶχε νόημα ἐκτός ἀπό τήν τρέλα. Ἕνα κυκλωμένο ἀπό τή γνώση πρᾶγμα παύει νά ἔχει ἐνδιαφέρον. Ὁμοίως καί γιά ἕναν ὁποιοδήποτε ἄνθρωπο, τό καλύτερο πού ἔχει νά κάνει, ἔτσι καί εἰσέλθουμε στήν κρυψώνα του, εἶναι νά ἀποδράσει. Οἱ ζῶντες γενικά προσωπιδοφοροῦν, ὄχι ὅμως ἀπό ἀμυντική ἀντίδραση, ἀλλά ἀπό σεμνότητα, ἐμφορούμενοι ἀπό τήν ἐπιθυμία νά συγκαλύψουν την ἀπραγματικότητά τους. Ἄν ἀφαιροῦσαν τό προσωπεῖο τους, τότε μαζί μέ αὐτό θά χάνονταν κι αὐτοί οἱ ἴδιοι ἀπό προσώπου γῆς. Χωρίς ἀμφιβολία, δέν εἶναι καλή ἰδέα νά διαβιοῖ κανείς μονίμως ὑπό τή σκέπη τοῦ Δένδρου τῆς Γνώσεως.
Συναντᾶμε κάτι τό ἱερό καί μυστηριακό σέ κάθε ὄν πού δέν γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει, σέ κάθε ἄβλαφτη ἀπό τή συνείδηση μορφή ζωῆς. Ὅποιος ποτέ του δέν ζήλεψε τό φυτό, λίγα πράγματα σκαμπάζει ἀπό τό ἀνθρώπινο δρᾶμα.
*
Διέβαλα τόν χρόνο καί τώρα μέ ἐκδικεῖται∙ μέ ὑποχρεώνει νά ζήσω μέ ζητιανιές, νά μετανοήσω γιά τά λόγια πού εἶπα. Πῶς μοῦ ’ρθε καί τόν παρομοίασα μέ τήν ἴδια τήν κόλαση; Κόλαση εἶναι τοῦτο ἐδῶ τό παρόν πού δέν σαλεύει ἀπό τή θέση του, τούτη ἡ ὑποβόσκουσα μέσα στή μονοτονία ἔνταση, αὐτή ἡ ἀνεστραμμένη αἰωνιότητα πού δέν ὁδηγεῖ πουθενά, οὔτε κάν στόν θάνατο, ἐνῶ ὁ χρόνος, ἐπειδή εἶναι ροϊκός, κυλᾶ, ἐκτυλίσσεται, προσφέρει τοὐλάχιστον τήν παρηγοριά μιᾶς ἀναμονῆς, ἄς εἶναι καί νεκρώσιμης. Τί ἄλλο δηλαδή νά περιμένουμε ἐδῶ κάτω, στόν πάτο τῆς πτώσης, ὅπου ὅλα τά περιθώρια γιά περαιτέρω πτώση ἔχουν ἐξαντληθεῖ, ὅπου ἀκόμα καί ἡ ἀπαντοχή μιᾶς ἄλλης ἀβύσσου ἔχει ὁλότελα διαψευστεῖ; Ὑποφώσκει ἀκόμα κάποια ἐλπίδα σέ αὐτά τά δεινά πού ἐπισωρεύονται στή ζωή μας, ὁ ἐρχομός τῶν ὁποίων συνεχῶς προαναγγέλλεται, πού δίνουν τήν ἐντύπωση ὅτι εἶναι τά μόνα πού ὑπάρχουν, καί πού, ὄντως, εἶναι τά μόνα πού ἔχουν ἀληθινή ὕπαρξη; Κι ἄν, ὡς φαίνεται, μόνο ἡ ἐξαλλοσύνη, ἀντιπροσωπεύουσα ἕνα σκίρτημα ζωῆς καί μιά δυνατότητα φωτός, θά μποροῦσε ὅλα νά τά κάνει νά ξαναρχίσουν, τό πρᾶγμα διαφέρει ριζικά ἐδῶ κάτω, σ’ αὐτήν την ὑπο-χρονική ἐρημιά, σ’ αὐτήν τήν κάθε-μέρα-κι-ἀπό-λίγο ἐκμηδένιση, ὅπου, βουλιαγμένοι στό τέλμα μιᾶς ἀποθαρρυντικῆς καί θολῆς ἐπανάληψης, νοσταλγοῦμε αὐτήν ἀκριβῶς τή φρενίτιδα πού θά μᾶς ἔβγαζε στήν ἐπιφάνεια.
Ὅταν τό ἀέναο παρόν παύει νά εἶναι ὁ χρόνος τοῦ Θεοῦ γιά νά γίνει τοῦ Διαβόλου, τό πρᾶγμα ἔχει στραβώσει γιά τά καλά: ὅλα καταντοῦν ad nauseam ἐπανάληψη μιᾶς ἀβάσταχτης συνθήκης, ὅλα πέφτουν καί χάνονται σέ μιάν ἄβυσσο ὅπου τίποτα δέν ἄγεται στό τέλος του, ὅπου ὅλα σήπονται μέσα στήν ἀθανασία. Ὅσοι γκρεμίζονται μέσα της γυρίζουν σάν τήν ἄδικη κατάρα, τρέχουν τόν καιρό τους ἀνωφέλευτα, ἀκαρποφόρητα. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο κάθε μορφή στειρότητας καί ἀβελτηρίας εἶναι συμμέτοχη στήν κόλαση.
*
Κωλύομαι νά πιστέψω ὅτι εἶμαι ἐλεύθερος ὅταν δέν ξεκολλῶ ἀπό τόν ἑαυτό μου, ὅταν τόν βρίσκω συνεχῶς μπροστά μου, ὅταν στέκομαι πάντοτε ἐμπρός στό ἴδιο. Τούτη ἡ ταύτιση, ἀνυποχώρητη μοῖρα μας, μᾶς ἁλυσοδένει στά ἐλαττώματά μας, μᾶς τραβᾶ πίσω, μᾶς στερεῖ τό καινούργιο καί μᾶς πετᾶ ἔξω ἀπό τόν χρόνο. Ἐκτός χρόνου, δέν ξεχυνόμαστε πλέον πρός τό μέλλον, τό ἀναπολοῦμε.
Ἄν καί εἴμαστε σίγουροι ὅτι δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι, ὑπάρχουν βεβαιότητες τίς ὁποῖες πολύ ἀπρόθυμα θά ἀποδεχόμασταν. Πῶς νά δράσουμε γνωρίζοντας ὅτι εἴμαστε καθορισμένοι; Πῶς νά θελήσουμε ὅταν εἴμαστε αὐτόματα; Ὑπάρχει εὐτυχῶς στίς πράξεις μας – καί μόνο σ’ αὐτές – ἕνα περιθώριο ἀπροσδιοριστίας: ἔχω τή δύναμη νά ἀναβάλω τήν τάδε ἤ τή δεῖνα ἐνέργεια∙ ἀπό τήν ἄλλη, μοῦ εἶναι ἀδύνατο νά εἶμαι κάτι ἄλλο ἀπό αὐτό πού εἶμαι. Ἄν κατά τά φαινόμενα ὑπάρχει μιά ἐλευθερία κινήσεων, κατά βάθος ὅλα εἶναι ἐφ’ ὅρου ζωῆς σταματημένα. Ἀπό τήν ἐλευθερία, μόνο ἡ ὀφθαλμαπάτη της εἶναι ἀληθινή∙ χωρίς αὐτήν ἡ ζωή δέν θά ἦταν δυνατή, οὔτε κἄν νοητή. Αὐτό πού μᾶς κάνει νά νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι εἶναι ἡ σαφής ἐπίγνωση μιᾶς ὑποχρεώνουσας δύναμης γενικά καί τῶν ἰδιαίτερων περιορισμῶν πού μᾶς τίθενται εἰδικότερα∙ ἐπίγνωση σημαίνει ἀπόσταση, καί κάθε ἀπόσταση δημιουργεῖ ἕνα αἴσθημα αὐτονομίας καί ἀνωτερότητας, ἡ ἀξία τοῦ ὁποίου εἶναι βεβαίως ὑποκειμενική. Θά μποροῦσε μήπως ἡ ἐπίγνωση τοῦ θανάτου νά γλυκάνει τή σκληρότητα τῆς σκέψης του ἤ νά καθυστερήσει τόν ἐρχομό του; Τό νά γνωρίζω ὅτι εἶμαι θνητός σημαίνει γιά τήν ἀκρίβεια ὅτι πεθαίνω δύο φορές, ἤ, μᾶλλον, κάθε φορά πού λαμβάνω γνώση ὅτι μοῦ μέλλει νά πεθάνω.
Τό καλό μέ τήν ἐλευθερία εἶναι ὅτι ἔχει τούς ἀφοσιωμένους της, καί τούς ἔχει στόν βαθμό ἀκριβῶς πού μοιάζει ἀδύνατη. Τό ἀκόμα καλύτερο εἶναι ὅτι μπορέσαμε κάποτε νά τήν ἀρνηθοῦμε καί ὅτι αὐτή ἡ ἄρνηση ἀποτέλεσε τήν πηγή καί τή βάση πλείστων ὅσων θρησκειῶν καί πολιτισμῶν. Οὐδέποτε ἀρκούντως κατανοήσαμε ὅτι ἡ ἀρχαιότητα ἄξιζε κάθε ἔπαινο γιά τήν πίστη της ὅτι τό πεπρωμένο μας εἶναι γραμμένο στά ἄστρα, ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτα τό αὐτοσχημάτιστο στίς χαρές καί στίς λῦπες μας. Τό κῦρος τῆς ἐπιστήμης μας ὑπονομεύτηκε ἅπαξ διά παντός ἀπό τό γεγονός ὅτι τό μόνο πού μπόρεσε νά ἀντιτάξει σέ μιά τόσο εὐγενῆ «δεισιδαιμονία» εἶναι οἱ «νόμοι τῆς κληρονομικότητας»· τώρα εἴμαστε σκλάβοι μιᾶς ἀπεχθοῦς χημείας. Αὐτό κι ἄν συνιστᾶ τήν πλήρη ταπείνωση τῆς ἰδέας τοῦ πεπρωμένου!
*
Δέν εἶναι δά καί ἐντελῶς ἀπίθανο νά δοῦμε κάποτε μιάν ἀτομική κρίση νά ἐξαπλώνεται σ΄ ὅλους τούς ἀνθρώπους, νά ἀποβάλλει τήν αὐστηρά ψυχολογική της σημασία γιά νά ἀποκτήσει ἕνα νόημα ἱστορικό. Αὐτό δέν εἶναι μιά ἁπλή ὑπόθεση∙ ὑπάρχουν σημάδια πού καλό εἶναι νά μάθουμε νά τά διαβάζουμε.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ χαράμισε τήν ἀληθῆ αἰωνιότητα, γκρεμίστηκε στόν χρόνο, ὅπου κατάφερε, ἄν ὄχι νά εὐημερήσει, τουλάχιστον νά διατηρηθεῖ ἐν ζωῇ: τό βέβαιο εἶναι ὅτι συμμορφώθηκε στήν ἔγχρονη περίσταση. Ἡ διαδικασία αὐτῆς τῆς πτώσης καί αὐτῆς τῆς προσαρμογῆς ὀνομάζεται Ἱστορία.
Νά ὅμως πού τώρα ἀπειλεῖται ἀπό μιά δεύτερη πτώση, τό βάρος τῆς ὁποίας εἶναι ἀκόμα δύσκολο νά μετρηθεῖ. Τούτη τή φορά διατρέχει τόν κίνδυνο νά ἐκπέσει ὄχι ἀπό τήν αἰωνιότητα, ἀλλά ἀπό τόν χρόνο∙ πεσών ὅμως ἐκτός χρόνου σημαίνει ὅτι βγαίνει καί ἐκτός Ἱστορίας, σημαίνει ἐπίσης –καθώς τό γίγνεσθαι ἔχει ἀνασταλεῖ– ὅτι πέφτει σέ ἀδράνεια, βουλιάζει σέ τέλμα∙ ἀκόμα καί ἡ ζῶσα φωνή, πτοημένη ἀπό τή νέκρα πού ἁπλώνεται παντοῦ, εἶναι πλέον ἀνήμπορη νά ἀνέλθει στό ἐπίπεδο τῆς βλασφημίας ἤ τῆς ἱκεσίας. Εἶναι ἄραγε τούτη ἡ πτώση ἐπί θύραις; Πάντως εἶναι δυνατή, πιθανῶς καί ἀναπόφευκτη. Ἡ ἔλευσή της θά σημάνει τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἱστορικοῦ ζώου. Καί τότε, ὅταν ἀκόμα καί αὐτή ἡ μνήμη τῆς ἀληθοῦς αἰωνιότητας, τῆς πρώτης του εὐτυχίας, θά ἔχει ἐντελῶς λησμονηθεῖ, ὁ ἄνθρωπος θά στρέψει τό βλέμμα του ἀλλοῦ, σέ αὐτό τό ἔγχρονο Σύμπαν, σέ αὐτόν τόν δεύτερο Παράδεισο, ἀπό τίς τάξεις τοῦ ὁποίου ἔχει κιόλας ἀποταχθεῖ.
*
Ἐντός τοῦ χρόνου παραμένοντες, χρειαζόμαστε τούς ὁμοίους μας, ἐναντίον τῶν ὁποίων διεξάγουμε ἀγῶνες∙ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁδηγηθοῦμε ἐκτός χρόνου, μένουμε τότε ἀδιάφοροι ἀπέναντι σέ κάθε πράξη ἤ σκέψη τους: ἀποκομμένοι ἀπό τούς συνανθρώπους μας καί τόν ἑαυτό μας, ἡ παραγωγή ἑνός ἔργου, ἡ προχείρως ἔστω σύλληψή του, φαντάζει ἀνούσια καί ἀνώφελη.
Ὁ ἔκπτωτος τοῦ χρόνου ἄνθρωπος μένει ἀναίσθητος καί ἀσυγκίνητος ἀπέναντι στή μοῖρα του∙ μάλιστα, ὅταν ἡ ἐκτός χρόνου πτώση του σφοδρύνεται, ἀποδεικνύεται ἀνίκανος νά δώσει σημεῖα τῆς ὕπαρξής του, νά ἀφήσει ἕνα ἐλάχιστο ἔστω ἴχνος του. Ὁ χρόνος, ἄς τό παραδεχτοῦμε, εἶναι ὁ ζωοδότης μας∙ χωρίς αὐτόν χάνουμε κάθε στήριγμα στή ζωή μας, βυθιζόμαστε εἴτε στήν κόλαση εἴτε στή μή-πραγματικότητα. Ἴσως καί στά δύο ταυτόχρονα, πρᾶγμα πού συμβαίνει ὅταν μᾶς πνίγει ἡ ἀνία, τούτη ἡ ἄσβεστη νοσταλγία γιά τόν χρόνο, τούτη ἡ ἀδυναμία μας νά τόν ξαναπιάσουμε καί νά ξαναβρεθοῦμε μέσα του, ἡ ἀπογοήτευση πού μᾶς πιάνει ὅταν τόν βλέπουμε ἐκεῖ ἐπάνω νά κυλᾶ πάνω ἀπό τίς δυστυχίες μας. Γιά φαντάσου! Ἔχουμε χάσει καί τήν αἰωνιότητα καί τόν χρόνο! Ἀνία εἶναι νά ἀναδεύεις συνεχῶς στόν νοῦ σου τή διπλῆ τούτη ἀπώλεια. Αὐτή εἶναι, κοντολογίς, ἡ κανονική κατάσταση, ἡ ἐπίσημη συναισθηματική διάθεση μιᾶς ὁριστικά ἐκδιωγμένης ἀπό τήν Ἱστορία ἀνθρωπότητας.
*
Ὁ ἄνθρωπος στασιάζει κατά τῶν θεῶν, τούς ἀρνεῖται, παρόλο πού ξέρει ὅτι ἔχουν τήν ποιότητα τῶν φαντασμάτων∙ κρημνισθεῖς ὅμως κάτωθεν τοῦ χρόνου, ἀλαργεύει τόσο πολύ ἀπό αὐτούς πού δέν διατηρεῖ πλέον οὔτε τήν ἀνάμνησή τους. Ἡ τιμωρία του ἐπειδή τούς λησμόνησε θά εἶναι τό βίωμα μιᾶς συντριπτικῆς πτώσης.
Ὅποιος θέλει νά εἶναι παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι εἶναι, μοιραῖα θά λιγοστέψει κι ἄλλο. Τούτη τήν ἀνισορροπία τάσης ἀργά ἤ γρήγορα θά τή διαδεχθεῖ ἡ νωθρότητα καί ἡ παραίτηση. Ἀπό μιά τέτοια ἀλληλουχία ὁρμώμενοι, μποροῦμε νά κάνουμε τό ἑπόμενο βῆμα, πού εἶναι νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὑπάρχει ἕνα μυστήριο στήν πτώση. Ὁ πεπτωκώς δέν εἶναι ὁ ἀποτυχημένος∙ μᾶλλον θυμίζει κάποιον πού ἔχει πληγεῖ ἀπό ὑπερφυσικές δυνάμεις, σάν νά τόν διαφεντεύει μιά σκοτεινή μαγεία, στήν κατοχή τῆς ὁποίας ἔχει περάσει ὁλόκληρος.
Τό θέαμα τῆς πτώσης ὑπερισχύει τοῦ θανάτου∙ ὅλα τά ὄντα πεθαίνουν∙ ὁ ἄνθρωπος μόνο κλητεύεται νά ἐκπέσει. Ἀμφιταλαντεύεται ἀπέναντι στή ζωή (ὅπως ἐξάλλου καί ἡ ζωή ἀπέναντι στήν ὕλη). Ὅσο περισσότερο ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτήν, φερόμενος εἴτε πρός τά πάνω εἴτε πρός τά κάτω, τόσο πιό γρήγορα καλπάζει πρός τήν καταστροφή του. Εἴτε μεταμορφώνεται εἴτε παραμορφώνεται, σέ κάθε περίπτωση πλανᾶται. Καί πρέπει νά ποῦμε ὅτι δέν θά μποροῦσε νά γλιτώσει ἀπό μιά τέτοια παραπλάνηση χωρίς νά προδώσει τό πεπρωμένο του.
*
Θέλω σημαίνει ὅτι διατηροῦμαι πάσῃ θυσίᾳ σέ μιά κατάσταση πυρετώδους ἔξαρσης. Ἡ καταβολή προσπάθειας ἐξαντλεῖ∙ κι ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι σέ θέση νά ἐντείνει ἀκατάπαυστα τίς προσπάθειές του. Τό νά ἔχει κανείς τήν πεποίθηση ὅτι εἶναι στό μέτρο τῶν δυνάμεών του νά ὑπερβεῖ τή συνθήκη του πρός τήν κατεύθυνση τοῦ ὑπερανθρώπου σημαίνει ὅτι ξεχνᾶ πόσο δύσκολο εἶναι νά κρατηθεῖ, νά βαστήξει ὡς ἄνθρωπος, καί ὅτι τό κατορθώνει αὐτό μόνο ἄν τεντώσει τή θέλησή του, τό ἐλατήριο δράσης του, στόν μέγιστο βαθμό. Ὅθεν, ἡ βούληση, ἡ ὁποία διαθέτει ἕνα στοιχεῖο λαθρόβιο, ἴσως καί ὀλέθριο, στρέφεται ἐναντίων ἐκείνων πού τήν καταχρῶνται. Δέν εἶναι φυσικό πρᾶγμα νά θέλουμε, ἤ, γιά νά τό ποῦμε ἀλλιῶς, θά ἔπρεπε νά θέλουμε μόνο ὅσα μᾶς ἀρκοῦν γιά νά ζήσουμε∙ ἔτσι καί θελήσουμε κάτι περισσότερο ἤ κάτι λιγότερο, ἀρχίζουμε ἀργά ἤ γρήγορα νά προστυχαίνουμε, νά παίρνουμε γενικά τήν κάτω βόλτα. Ἄν ἡ ἔλλειψη θέλησης εἶναι ἀσθένεια, ἡ θέληση ἀπό μόνη της εἶναι πολύ χειρότερη ἀσθένεια: ἀπό αὐτήν, ὅταν ψηλαρμενίζει μᾶλλον παρά ὅταν συγκρατεῖται, προέρχονται ὅλες οἱ συμφορές τοῦ ἀνθρώπου. Κι ἄν ἤδη, στήν κατάσταση πού τώρα βρίσκεται, θέλει ὑπερβολικῶς πολλά, τί θά γινόταν σέ περίπτωση πού κατεῖχε τόν βαθμό τοῦ ὑπερανθρώπου; Σίγουρα θά ἀνατιναζόταν καί θά κατέρρεε ἐντός του συθέμελα. Ἔτσι, μέσω μιᾶς μεγαλειώδους ἐκτροπῆς, θά ὁδηγοῦνταν ἐκτός χρόνου, θά ἔληγε ἀναπόφευκτα στήν κάτω αἰωνιότητα, ὅπου καμιά σημασία δέν ἔχει ἄν κατέρχεται ἐκεῖ ἀπό καταστροφή ἤ ἀπό μαρασμό.
///
*
*
*
