*
της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
κι έπειτα το κεφάλι μου σφιχτόδεσα
με το λαδί της μοίρας μου τουλπάνι
«Ο Αιμίλιος Ριάδης φαίνεται πως είχεν ενοχληθεί από εκείνην την εγκάρδια υποδοχή που μου είχε κάνει ο Παλαμάς», γράφει στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Γεώργιος Βαφόπουλος, αναφερόμενος στην τελευταία επίσκεψη του Παλαμά στην Θεσσαλονίκη. Ο Ριάδης ήταν ένας από τους πρώτους που δρομολόγησαν το κάλεσμα για τα πενηντάχρονα του ποιητή, καθώς διατηρούσε φιλική σχέση και αλληλογραφία μαζί του.
Σε γράμμα που του απευθύνει έξι μήνες νωρίτερα από την ανάβασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς, την 19η Οκτωβρίου του 1927, κι ενώ εξακολουθούσαν οι συνεννοήσεις για τον επικείμενο ερχομό του, του γράφει υποδηλώνοντας και την αγαπητική τους σχέση.
«Αγαπητέ μου Ριάδη,
Κρίμα. Μια φορά που τα σημεία έδειχναν πως η διαφημισμένη γιορτή πήγαινε να πραγματοποιηθή, στις ημέρες μάλιστα που θα πανηγύριζε η χώρα το Μυροβλήτη ποιητικώτατο Άγιο της, βρέθηκ’ έξαφνα πως λείπουν οι παράδες. Είμαι της ιδέας πως η υπόθεση αυτή στεναχωρεί κι εσένα και σε υποβάλλει, από την αρχή μάλιστα που έγινε αντικείμενο και δημοσιογραφικών συζητήσεων, σε ενοχλήσεις… Σ’ ευχαριστώ και σ’ ευγνωμονώ για τον μουσικό σου ενθουσιασμό προς εμένα, που ελπίζω πως θα μείνει απαρασάλευτος.
Πάντα με τη σκέψη του για σένα και την αγάπη του, ο ποιητής
Κωστής Παλαμάς».
Ο Αιμίλιος Ριάδης ήταν συνθέτης, πιανίστας, ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1880. Το όνομα Ριάδης προέρχεται από το Ελευθεριάδης, οικογενειακό επώνυμο της μητέρας του της Αναστασίας Γρηγοριάδου-Νίνη με καταγωγή από το χωριό Λιβάδι Ολύμπου, ενώ ο πατέρας του ήταν ο χημικός-φαρμακοποιός Χάινριχ Κου από το Teschen της Σιλεσίας, που η οικογένεια του είχε απώτατη ελληνική καταγωγή από τις Σέρρες. Ο Ριάδης διέμενε στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου 4 σε μια μονοκατοικία κοντά στη θάλασσα μαζί με τη μητέρα του.
«Την αγαπούσα τη θάλασσα με παιδιάστικον ενθουσιασμό, ίσως όχι όλως διόλου απηλλαγμένον κάποιας λαιμαργίας για τα ωραία της μύδια, στρείδια και, ίσως πολὺ περισσότερο για τα καβούρια, τα χτενάκια, τις δυσπερίγραπτες πίνες και, πρι πάντων, για τους αχινούς της… Θεέ μου! τους αχινούς. Χώρια όμως απὸ δαύτα, τρελλαινόμουν να ξαπλώνουμαι ολόγυμνος πάνω στην ήσυχη ακρογιαλιά, με τον κοσκινισμένο απ’ τις μανίες του Κυρίου χλιαρό άμμο…».
*
*
Μελέτησε πιάνο και θεωρητικά με τον Δημήτριο Λάλλα, σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Μονάχου (όταν το 1908 θεσπίστηκε με νόμο η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους τους πολίτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανεξαρτήτως θρησκεύματος, η οικογένεια του Ριάδη τον έστειλε για σπουδές εκεί) και έζησε για πέντε χρόνια στο Παρίσι όπου ήρθε σε επαφή με τον γαλλικό ιμπρεσσιονισμό μέσω του Ραβέλ και άλλων συνθετών. Επιστρέφοντας στην απελευθερωμένη πια Θεσσαλονίκη το 1915, ανέλαβε τα διδακτικά του καθήκοντα στο Ωδείον Θεσσαλονίκης («δίδαξε τα θεωρητικά, κλειδοκύμβαλον, χορωδίαν και μουσικήν δωματίου), τα οποία και συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Συνέθεσε όπερες, ημιτελή έργα για ορχήστρα, έγραψε μια βυζαντινή λειτουργία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, μουσική για την Σαλώμη του Ουάιλντ, τη μουσική κωμωδία Ο Ρικές με το τσουλούφι πάνω στο έργο του Μπανβίλ, εκδήλωσε έντονο ενδιαφέρον για την αρχαία τραγωδία μελοποιώντας χορικά από την Εκάβη του Ευριπίδη και συμμετέχοντας στην προσπάθεια αναβιώσεως των Δελφικών Εορτών που έγινε από τον Άγγελο Σικελιανό, ενορχήστρωσε τον επίσημο ύμνο της ποδοσφαιρικής ομάδας του Άρη (έργο του 1926 σε στίχους του Γεωργίου Κίτσου και μουσική του Σεκόντο Ποζέλι), και πολλά τραγούδια: συνέθεσε περί τις 200 σειρές τραγουδιών.
«Οι πρώτες του καταβολές στην ηρωική ποίηση στην ωριμότητά του είχαν πάρει τη μορφή λαογραφικών στίχων. Τραγουδούσε την «Περμαθούλα», συνεχίζει ο Βαφόπουλος, «που έπλενε τα ρούχα με τον κόπανο σ’ ένα πηγάδι της Καπουτζίδας. Ο Ριάδης ήταν χαριτωμένος και στις αντινομίες του ακόμη».
Από τα ανέκδοτα έργα του, εκτός από τον Βιβλικό χορό και τα Ελληνικά τραγούδια, σώζονται δώδεκα τραγούδια σε δική του ποίηση, έξι σε ποίηση Ιωάννη Γρυπάρη, επτά σε ποίηση Βαλκλέρ, τρία σε ποίηση Ερεντιά, άλλα τόσα σε ποίηση Πιερ Ρονσάρ και δύο σε ποίηση Πωλ Φορ. Κατά τους ειδικούς αποτελούν εξαίσια δείγματα του είδους του λόγιου τραγουδιού όπου το ελληνικό στοιχείο αναμιγνύεται με ανατολίτικες επιρροές.
«Η καθαρά αρτίστικη ιδιοσυγκρασία του του επέτρεπε να καλλιεργεί με τέχνη πολλούς απίθανους θρύλους γύρω απ’ το όνομά του και να διεκδικεί για τον εαυτό του τη μοναδικότητα. Έπρεπε να ’ναι ο μοναδικός φίλος του Παλαμά, ο μοναδικός μουσικός συνθέτης στη Θεσσαλονίκη, ο μοναδικός ποιητής. Κυκλοφορούσαν φήμες, επιτήδεια δημιουργημένες, για κάτι παράξενες νυχτερινές τελετές στο σπίτι του, τις μεταμεσονύχτιες ώρες, που ήσαν κάτι ανάμεσα διονυσιακού οργίου, ουαλδικής φινέτσας και μουσικής έκστασης, και οι Γερμανίδες κόμισσες τον προσκαλούσαν στα σαλόνια τους για ν’ ακούσουν τις θεσπέσιες συνθέσεις του. Έλεγε επίσης πως ήταν προσωπικός φίλος του Ντεμπυσσύ και του Ραβέλ, πως στο Παρίσι τον είχαν θαυμάσει ο Ανατόλ Φρανς και ο Αντρέ Ζιντ»,
αναφέρει και πάλι ο Βαφόπουλος και εξιστορεί ένα περαστικό που έλαβε χώρα την ημέρα που πέθανε ο Ανατόλ Φρανς, όταν συνέτρωγαν με τον Ριάδη στο εστιατόριο του Λευκού Πύργου και κάποιος από την υπόλοιπη παρέα τού ανήγγειλε τον θάνατο του φίλου του:
«Ο Ριάδης έμεινε κατάπληκτος. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Κι όταν ο σερβιτόρος του έφερε το φαγητό του, παρακάλεσε να το πάρει πίσω γιατί τέτοιες στιγμές η απασχόληση με πεζά πράγματα είναι βλασφημία προς το ίδιο το πνεύμα του Θεού. Στη συζήτηση που είχαν αρχίσει στο μεταξύ, συμφώνησε με τη γνώμη του φίλου, ότι ναι μεν ο Φρανς ήταν μεγάλος συγγραφέας, αλλά νά, πώς να το πούμε, τον είχε υπερφαλαγγίσει η εποχή του. Και λίγο αργότερα έκανε την ομολογία του ότι αν και στα νιάτα του τον είχε συγκινήσει, τώρα δύσκολα θα μπορούσε να ανεχθεί τέτοιους ρομαντισμούς. Και αφού πέρασε κάμποση ώρα, ζήτησε από το σερβιτόρο να του φέρει πίσω το φαγητό του –γιατί επιτέλους ο Φρανς δεν ήταν και τόσο σπουδαίος συγγραφέας για να θυσιάσει κανείς προς χάρη του ένα καλό γεύμα– μαζί με ένα μπουκάλι κρασί».
Για τις μεγάλες φιλοδοξίες του Ριάδη που δεν ευδοκίμησαν και «μεταφέρθηκαν σ’ ένα απροσδιόριστο μέλλον», όχι λόγω απουσίας ταλέντου αλλά λόγω της τελειομανίας του (οι αλλεπάλληλες διορθώσεις και αναθεωρήσεις των χειρογράφων του από τον ίδιο μαρτυρούν ένα πνεύμα ανήσυχο) και του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του, κάνει λόγο εκτός από τον Βαφόπουλο και ο αρχιμουσικός Πέτρος Πετρίδης. Αυτός γνώριζε τον «ζωντανό» τότε Ριάδη από το Παρίσι και, όπως αναφέρει, επήλθε δραματική αλλαγή στην προσωπικότητά του στο διάστημα που μεσολάβησε ώσπου να ξανασυναντηθούν περίπου είκοσι χρόνια μετά, στην Αθήνα.
«Τον πρωτογνωρίσαμε, το 1913-1914, στο Παρίσι όπου είχεν ήδη φθάση τρία ή τέσσερα χρόνια ενωρίτερα προερχόμενος από το Μόναχο, προικισμένος μ’ αξιόλογα προσόντα πιανίστα και συνθέτη… Μετά την μυστηριώδη εξαφάνισή του από το Παρίσι τον ξαναείδαμε εδώ σ’ ένα μας ταξίδι, το 1934. Γερασμένος πρόωρα, απογοητευμένος, με την θρυλική του ιδιότυπην εκκεντρικότητα έντονα χρωματισμένη από μελαγχολία κι’ απάρνησι. Μάταια προσπαθήσαμε να του κινήσουμε το ενδιαφέρο για μια νέα του εμφάνιση στη γαλλική πρωτεύουσα, όπου η μουσική του φήμη παρέμενεν ακόμα ζωντανή. Βαθιά με είχε συγκινήσει η ταπεινή του εξομολόγησις περί του τι είχε φιλοδοξήσει να δημιουργήση και τι είχε κατορθώσει. Κάθε ενθαρρυντική εκδήλωσις συμπαθείας κι’ εκτιμήσεως τον άφηνεν αδιάφορο. Επρόκειτο ασφαλώς περί ριζικής αναστροφής εν σχέσει με τον σφριγηλό κι’ ασυγκράτητο Ριάδη που είχαμε γνωρίσει στο Παρίσι είκοσι χρόνια ενωρίτερα…».
Ο Ριάδης άρχισε να γράφει ποίηση στα είκοσί του και πρωτοδημοσίευσε στον Φάρο της Θεσσαλονίκης το 1904 δύο ποιήματά του με υπογραφή Αιμ. Κου. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις και σε άλλα περιοδικά, η συλλογική έκδοση Εκ της συλλογής πατριωτικών ποιημάτων του Αιμ. Ελευθεριάδου έναν χρόνο αργότερα, και το 1907 δημοσίευσε στη Θεσσαλονίκη, και πάλι με το ψευδώνυμο «Αιμίλιος Χ. Ελευθεριάδης» (επιλογή που εκπληρούσε δύο σκοπούς, από την μια, την συμβολική έκφραση του πόθου για την ελευθερία και από την άλλη, την αυτοπροστασία του από ενδεχόμενες διώξεις των Τούρκων, μιας και ο Ριάδης γεννήθηκε Οθωμανός πολίτης και έγινε Έλληνας μόλις στα 34 του χρόνια), την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Σκιαί και όνειρα. Η συλλογή έγινε δεκτή με εγκωμιαστικά σχόλια, ο Κωνσταντίνος Σκόκος έγραψε ότι ο Ριάδης είναι
«ο ενθουσιώδης ψάλτης, ο ηλεκτρίζων τας ψυχάς, ο διά των νευρωδών του ασμάτων εξυμνών και κρατύνων τους υπέρ της ελληνικής Ιδέας ευγενείς αγώνας».
Λίγες ημέρες μετά την αναχώρηση του Κωστή Παλαμά από την Θεσσαλονίκη, στο Μακεδονικόν ημερολόγιον του Νίκου Σφενδόνη, την πρωτοχρονιά του 1928, έγινε ομαδική εμφάνιση «Θεσσαλονικέων ποιητών» όπου ανάμεσα σε άλλους βρισκόταν ο Βαφόπουλος αλλά απουσίαζε ο Ριάδης. Αυτός για εκδίκηση ξεκίνησε μια στήλη στον Ταχυδρόμο –που τον διηύθυνε ο φίλος του Πέτρος Ωρολογάς– και άρχισε από κει να ρίχνει τους κεραυνούς του. Ο Βαφόπουλος βρισκόταν κατά τις δηλώσεις του με πυρετό στο κρεβάτι του, όταν τον επισκέφθηκε ο Σφενδόνης κραδαίνοντας το πολεμικό άρθρο που αμφισβητούσε την αξία του, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα «ξιπασμένο από τα ευρωπαϊκά διαβάσματα». Το κείμενο συνόδευαν καρικατούρες. Όμοια περιποίηση με τον Βαφόπουλο είχε και ο συγγραφέας Στέλιος Ξεφλούδας.
Ακολούθησε άρθρο του Βαφόπουλου στην εφημερίδα Μακεδονία με τίτλο «Βιολόν ντ’ Ένγκρ» (τίτλο εμπνευσμένος από το έργο Le Violon d’Ingres του Μan Ray, φόρο τιμής στον Γάλλο νεοκλασικό ζωγράφο Jean-Auguste-Dominique Ingres, του οποίου η συνήθεια να παίζει βιολί οδήγησε στη δημιουργία της φράσης violon d’Ingres που υποδηλώνει το δευτερεύον χόμπι ενός καλλιτέχνη. Σ’ αυτό αμύνθηκε τονίζοντας πως ο Ριάδης έχει κι αυτός το βιολί του, θέτοντας παράλληλα το ερώτημα γιατί ένας υποτίθεται καλός μουσικός θέλει να γίνει και ποιητής, υποσχόμενος σε προσεχές άρθρο του να γράψει περισσότερα. Φυσικά η απάντηση ήρθε γρήγορα και κατά την ριαδική μέθοδο. Ο συντάκτης της συνιστούσε στον Ξεφλούδα να πάψει να ασχολείται με την ποίηση για να μην αναγκαστεί να το πει «στον μπαμπά του» ενώ στον Βαφόπουλο, που δεν ανέφερε καν τ’ όνομά του, έλεγε ότι δεν του ήταν επιτρεπτό ν’ απαντήσει γιατί ήταν ακόμη «ανήλικος» και σύμφωνα με τον νόμο της αρχαίας Αθήνας δεν είχε ακόμη το δικαίωμα να μιλά δημόσια πριν κλείσει τα δεκαεννιά του χρόνια.
«…η επιχειρηματολογία της ραδιακής πολεμικής του επέβαλε τη σκοπιμότητα να αγνοήσει ότι είχα μπει πριν από λίγον καιρό στα εικοσιτέσσερά μου χρόνια», σημειώνει ο Βαφόπουλος που μετά απ’ όλα αυτά έκανε πράξη την υπόσχεσή του και έστειλε στην ίδια εφημερίδα το δεύτερο άρθρο του με τίτλο «Διατί ο κ. Ριάδης δεν είναι ποιητής», που ακολουθούσε την ίδια μέθοδο της γελοιοποίησης του αντιπάλου. Εκεί αντί να αναλωθεί σε θεωρίες για ν’ αποδείξει τους ισχυρισμούς του, αρκέστηκε στην ανάλυση ενός ποιήματος από την σειρά ποιημάτων του Ριάδη «Φιρμαθούλα», που θεωρούσε κακό.
«Εκείνη π’ αγαπώ μνήσκει στη Βέροια.
Μέσα στις νερομάνες και στα κρυονέρια
το σπίτι της το ζώνουν καταρράχτες
π’ αχώρια τη βουή, θαρρείς αδειάζουν στάχτες».
Η άποψή του ερχόταν σε αντίθεση με εκείνη του Κωστή Παλαμά ο οποίος είχε γράψει για τα ποιήματα του Ριάδη ότι τα
«ρούφηξε για την έντεχνη τους αφέλεια, για τον τολμηρό γλωσσικό τοπικισμό, για την παραστατική τους πρωτοτυπία, για το Χάρισμα τους να μη δίνουν τη χάρη τους από το πρώτο διάβασμα, σα να γυρεύουν ξαναδιάβασμα…».
Για τον έρωτα του Ριάδη με την όμορφη Βεροιώτισσα, γίνεται λόγος σε ένα άρθρο της εφημερίδας «Φρουρός της Αρχαίας».
«Τα χρόνια εκείνα τα παληά, μετά το 1920, ήρχετο στη Βέροια μια κοπέλα με εμφάνισι επιβλητική, κατάξανθα μαλλιά και μάτια γαλανά. Λέγαν πως ήτο ο μεγάλος έρωτας του ποιητή. Εκείνη υπερκυνηγημένη από αλλεπάλληλα ατυχήματα στη ζωή. Στην Αθήνα ζη. Το πατρικό της όνομα γνωστό στα πέρατα της Μακεδονίας…»
Εκείνος ο φιλολογικός καυγάς κράτησε μια εβδομάδα κι οι εφημερίδες της εποχής σχολίαζαν από τις άλλες τους στήλες τα χτυπήματα, η καθεμιά κατά το μέτρο της συμπάθειας ή αντιπάθειας προς τους εμπόλεμους. Ο Ριάδης, βλέποντας την πλάστιγγα της κοινής γνώμης να γέρνει προς το μέρος των αντιπάλων του, ζήτησε κατά τα λεγόμενα του ποιητή, συνθηκολόγηση, «είπε πως το ’καμε έτσι αστεία για να μας προβάλη στη δημοσιότητα» και όταν ξαναντάμωσαν με τον Βαφόπουλο άνοιξε διάπλατα τα χέρια του να τον αγκαλιάσει.
Ο Αιμίλιος Ριάδης απεβίωσε στις 17 Ιουνίου του 1935.
«Ο εστέτ εκείνος που έτρεμε τον θάνατο και αγαπούσε τη ζωή και πάνω απ’ τη ζωή τον ίδιο τον εαυτό του, στη προσπάθεια ν’ απομακρύνει τον θάνατο όσο μπορούσε, του παραδόθηκε μόλις στα πενήντα του χρόνια. Είχε υποστεί τη γοητεία της θεωρίας για τη θρεπτική αξία των βιταμινών, που καθώς το έλεγαν τα βιβλία καταστρέφονται με το βράσιμο, οπότε και αυτός, πασχίζοντας να κτίσει την μακροζωία του, έτρωγε ωμές τις τροφές».
Από το άβραστο γάλα που έπινε, νόσησε από βαρύτατης μορφής πολύμηνο μελιταίο πυρετό, ο οποίος του προκάλεσε πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια. Παρότι η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη (είχε στο μεταξύ τιμηθεί το 1923 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών από την κυβέρνηση Πλαστήρα-Γονατά), λιγοστοί φίλοι τον κατευόδωσαν, ανάμεσα σε αυτούς και ο Γιώργος Βαφόπουλος. Ο μουσουργός Μανώλης Καλομοίρης, ο τελευταίος άνθρωπος που τον επισκέφθηκε στο Δημοτικό Νοσοκομείο της πόλης και ο οποίος τον αποκαλούσε «Σούμπερτ της Ελλάδος», στη νεκρολογία του τον εξυμνεί λέγοντας:
«Λίγοι, λιγοστοί στη μικρή μουσική μας οικογένεια, έχουνε ζήσει σαν τον Ριάδη την ψυχή της ελληνικής μελωδίας, του ελληνικού ρυθμού, κι ακόμη πιο λίγοι κατόρθωσαν να τον αποδώσουν τόσο παραστατικά, τόσο συγχρονισμένα όσο ο Ριάδης στα έργα του και κυρίως στα τραγούδια του… Το έργο του πρέπει να ζήσει».
*
~.~
~.~
ΝΟΥΜΠΕΤΙ, ΜΟΥΧΑΜΠΕΤΙ
Ίσως όντως να υπάρχει εκείνο το τραγούδι που μιλά σε όλους μας την ίδια ιδιόλεκτο, όμως, σε διαφορετική για τον καθένα γλώσσα. Κι ίσως υπάρχει πάντοτε ένας στίχος που στέκεται όρθιος στον άνεμο της ιστορίας και βγαίνει σεργιάνι τα βράδυα γυρεύοντας μιαν άλλη επιφάνεια της φωνής που ξέχασε στην ώρα της να φωνάξει.
Αναλογίζομαι αυτούς που μίσεψαν πέρα απ’ το σύνορο του κόσμου, μα εκεί που πήγαν φαίνεται καλοπερνούν, χορεύουν, τραγουδούν, γιατί δεν γύρισε κανείς παράπονο να κάνει.
Κείμενα – Επιμέλεια στήλης
Ειρήνη Καραγιαννίδου
*
*
*


