*
Κυκλοφόρησε πρόσφατα από το «Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος» ο τόμος Βίλχελμ Μύλλερ Εκλογή από το ποιητικό και πεζογραφικό έργο, με επιμέλεια της Αναστασίας Αντωνοπούλου και του Συμεών Σταμπουλού. Ο τόμος είναι προϊόν μεταφραστικού εργαστηρίου που οργανώθηκε το 2022 μετά από πρόταση του «Ιδρύματος» προς το Τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, και λειτούργησε στο «σπίτι» του ποιητή Τ. Σινόπουλου, έδρα σήμερα του φερώνυμου Ιδρύματος για την ποίηση. Την εποπτεία του εργαστηρίου είχε ο Συμεών Σταμπουλού. Συμμετείχαν έξι απόφοιτες του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ, αλλά και του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του ίδιου Τμήματος. Αρκετές από τις συμμετέχουσες μεταφράστριες είναι ήδη υποψήφιες διδάκτορες. Πρόκειται για τις Ελένη Βίσκα, Παναγιώτα Καλογερά, Φιλαρέτη Καρκαλιά, Ειρήνη Κορώνη, Αγγελική Λυσικάτου και Λίνα Φιλοπούλου.
Ο τόμος περιλαμβάνει Προλογικά σημειώματα του Ξάνθου Μαϊντά, προέδρου του Ιδρύματος, και των επιμελητών της έκδοσης. Ως προς την άγνωστη σε μας πεζογραφία του Μύλλερ φιλοξενούνται στον τόμο τρία εκτενή αποσπάσματα από το επιστολικό του έργο Ρώμη, Ρωμαίοι και Ρωμαίες: συλλογή οικείων επιστολών από τη Ρώμη και το Αλμπάνο (Rom, Römer und Römerinnen: eine Sammlung vertrauter Briefe aus Rom und Albano mit einigen späteren Zusätzen und Belegen, 1820). Από το πλούσιο ποιητικό του έργο παρουσιάζονται τα Στιχάκια Καραμέλας (Devisen zu Bonbons,1823), κύκλος που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, και μάλιστα στο σύνολό του∙ ανθολογία από τους τρεις κύκλους ποιημάτων του, στη μορφή των λήντερ (Lieder), ασμάτων ή τραγουδιών, εμπνευσμένων από την επανάσταση του 1821: Τραγούδια των Ελλήνων (Lieder der Griechen, 1821), Νέα τραγούδια των Ελλήνων (Neue Lieder der Griechen, 1823), Νεώτερα τραγούδια των Ελλήνων (Neueste Lieder der Griechen, 1824). Έπεται επιλογή ποιημάτων από τον κύκλο Η ωραία Μυλωνού (Die schöne Müllerin, 1821). Ο τόμος κλείνει με εννέα ποιήματα από τον πιο γνωστό ίσως κύκλο του ποιητή Το χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise, 1824). Τον τόμο συνοδεύει Παράρτημα με το μακροσκελές ποίημα «Μπάιρον» («Byron»), έναν επικήδειο ύμνο, γραμμένον για τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα στις 19 Απριλίου 1824.
Στο παρόν Σημείωμα παρέχονται βασικά εργοβιογραφικά στοιχεία για τον Μύλλερ, σύντομη παρουσίαση του πεζογραφικού και ποιητικού του έργου και μικρή εκλογή από τα μεταφρασμένα στον τόμο ποιήματα.
///
Εργοβιογραφικά στοιχεία για τον Βίλχελμ Μύλλερ
Ο Johann Ludwig Wilhelm Müller (1794-1827) δεν είναι απλώς ο ρομαντικός ποιητής των δύο αθάνατων κύκλων τραγουδιών του Φραντς Σούμπερτ (1797-1828) Η ωραία μυλωνού και Το χειμωνιάτικο ταξίδι. Είναι μια από τις ηγετικές μορφές του γερμανικού φιλελληνισμού, στην εποχή του περισσότερο γνωστός ως ο ποιητής των Τραγουδιών των Ελλήνων. Έμεινε γνωστός ως ο «Μύλλερ των Ελλήνων». Πολυδιάστατη προσωπικότητα, φιλόλογος, μεταφραστής, φιλέλληνας και προπάντων ποιητής, ένας από τους τελευταίους ρομαντικούς και ταυτόχρονα πρόδρομος της λογοτεχνίας του Vormärz, της εποχής που προετοίμασε την επανάσταση του 1848.
Γεννήθηκε στο Ντεσσάου στις 7 Οκτωβρίου 1794, όπου πέθανε σε ηλικία 33 ετών, στις 30 Σεπτεμβρίου 1827. Σπούδασε φιλοσοφία και ιστορία στο Βερολίνο με δάσκαλο τον Φ. Ά. Βολφ των ομηρικών Prolegomena (1795), ζώντας παράλληλα στον λογοτεχνικό κύκλο των Άχιμ φον Άρνιμ, Κλέμενς Μπρεντάνο (Clemens Brentano), Φρήντριχ Φουκέ, Λούντβιχ Τηκ.
Το 1817, στον δρόμο για την Ανατολή, όπου δεν έμελλε να φτάσει, στάθμευσε στη Βιέννη, όπου συναναστράφηκε με τον κύκλο των Ελλήνων λογίων και φοιτητών. Εκεί μυήθηκε στη γλώσσα των «κλεφτών» και των δημοτικών τραγουδιών. Πολύτιμος οδηγός του το περιοδικό Ερμής ο Λόγιος με έδρα την Βιέννη, και πίσω από αυτό ο Κοραής από το Παρίσι που έχει παροτρύνει τους εκδότες του περιοδικού στην κατεύθυνση αυτή. Αργότερα μετέφρασε στα γερμανικά τα δημοτικά τραγούδια από την περίφημη συλλογή του Κλωντ Φωριέλ που κυκλοφόρησε στο Παρίσι σε δύο τόμους (1824-1825).
Το 1818 επισκέφθηκε την Ιταλία, όπου τον γοήτευσε περισσότερο η «ποίηση της δημώδους ζωής» παρά τα ρωμαϊκά ερείπια. Καρπός αυτής της περιόδου ήταν το ταξιδιωτικό του έργο Ρώμη, Ρωμαίοι και Ρωμαίες: συλλογή οικείων επιστολών από τη Ρώμη, που παρουσιάζει μια ζωντανή εικόνα της ιταλικής ζωής και καθημερινότητας.
Στην ποίησή του είναι φανερή η ρομαντική, βυρωνική διάθεση και στάση, απόηχος του ρομαντικού κύκλου της Ιένας και των κοινωνικών ζυμώσεων που προοιωνίστηκαν την επανάσταση του 1848. Έγραψε τρεις κύκλους ποιημάτων, στη μορφή των Lieder, ασμάτων ή τραγουδιών, εμπνευσμένων από τον Αγώνα των Ελλήνων, καθώς και τον κύκλο Μεσολόγγι, τέσσερα τραγούδια (Missolunghi, 1826). Μέχρι σήμερα τα Τραγούδια των Ελλήνων, οι εγερτήριοι ύμνοι που καλλιέργησαν σε μεγάλο βαθμό τον γερμανικό φιλελληνισμό, παραμένουν άγνωστα στη χώρα μας και, ουσιαστικά, αμετάφραστα στη γλώσσα μας.
Στην καρδιά της ελληνικής Επανάστασης ο Μύλλερ κάνει ένα διάλειμμα από τη σοβαρή ποίηση και μας παρουσιάζει μια άλλη όψη της τέχνης του, αυτή του ανάλαφρου ερωτικού ποιητή που τραγουδά τα πάθη και τις χαρές του έρωτα. Γράφει τα Στιχάκια καραμέλας που δημοσιεύτηκαν πρώτα το 1823 στο περιοδικό Deutsche Blätter für Poesie, Literatur, Kunst und Theater και από το 1824 εμφανίζονται ως συλλογή σε όλες τις εκδόσεις ποιημάτων του.
Σήμερα θυμόμαστε τον Μύλλερ κυρίως για δύο εξαιρετικά δημοφιλείς κύκλους τραγουδιών, την Ωραία μυλωνού και το Χειμωνιάτικο ταξίδι που μελοποίησε ο Αυστριακός συνθέτης και μουσικός Φραντς Σούμπερτ. Η καλλιτεχνική συνάντηση του λυρικού ποιητή με τον μουσικό παρήγαγε μερικά από τα πιο σημαντικά και αγαπημένα τραγούδια ρομαντικής ποίησης του 19ου αιώνα. Οι δύο κύκλοι αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της ρομαντικής παράδοσης. Το κίνημα του Ρομαντισμού γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου ως καλλιτεχνικό και πνευματικό κίνημα μέσα από την ανάγκη έκφρασης και ανάδειξης μιας διαφορετικής προσέγγισης στον τρόπο αντίληψης του κόσμου, μιας αντίληψης περισσότερο συγκινησιακά φορτισμένης.
Ο Μύλλερ δεν πρόλαβε να δει την αγαπημένη του Ελλάδα ελεύθερη. Έφυγε πρόωρα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 33 ετών, αλλά άφησε πίσω του ένα έργο που ενέπνευσε και εμπνέει γενιές ανθρώπων που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται για ελευθερία και δικαιοσύνη.
Αποσπάσματα από τα Πεζά και τα Ποιήματα του τόμου
«Επιστολές από το Αλμπάνο»
Ο τόμος ξεκινά με επιλεγμένα πεζά από το ταξιδιωτικό κείμενο του Μύλλερ Ρώμη, Ρωμαίοι και Ρωμαίες: συλλογή οικείων επιστολών από τη Ρώμη και το Αλμπάνο (1820). Ο συγγραφέας καταγράφει τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες του από το ταξίδι και την παραμονή του στην Ιταλία, που διήρκεσε έναν χρόνο. Εκείνη την εποχή άνθιζε στη Γερμανία, και γενικότερα στην Ευρώπη, το είδος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και το γεγονός ότι οι επιστολές του Μύλλερ δεν έχουν πραγματικό παραλήπτη, ενισχύει την άποψη ότι γράφτηκαν με διάθεση λογοτεχνική, ως σύνθεση επιστολικού λογοτεχνήματος.
Ο Μύλλερ έγραψε είκοσι επιστολές που καλύπτουν το διάστημα της παραμονής του στην Ιταλία, από τις 10 Ιουλίου μέχρι τις 8 Αυγούστου 1818. Εννέα από αυτές είναι γνωστές ως «Επιστολές από το Αλμπάνο». Παραθέτουμε αποσπάσματα επιστολών από την Ρώμη, την 1η Ιουλίου 1818, και από το Αλμπάνο στις 10 και 12 Ιουλίου 1818:
Τα νέα μου στην αρχή θα είναι αφιερωμένα σε μια κατά το δυνατόν ακριβή παρουσίαση της ζωής και της κίνησης στην Ιταλία· η Ρώμη, ως ησυχαστήριο του ταξιδιού μου και κέντρο της Ιταλίας, και αυτό με περισσότερες από μία έννοιες, πρέπει να εμφανίζεται στο προσκήνιο των απεικονίσεών μου ως το παραινετικό και ενοποιητικό επίκεντρό τους. Θέλω να προσπαθήσω να αποκαλύψω κάποιες κρυμμένες πλευρές της πολυσχεδιασμένης και πολυζωγραφισμένης πόλης, ή να δώσω στα γνωστά αντικείμενα το δέλεαρ της πρώτης έκπληξης σε νέα συνάφεια και εξέταση· και οι προκαταλήψεις της νωθρότητας και της τάξης – που κράτησαν τους περισσότερους ταξιδευτές στον καλοσαρωμένο προθάλαμο της ρωμαϊκής λαϊκής φύσης, ανάμεσα σε διερμηνείς, Κικέρωνες, σερβιτόρους και γαλλόφωνες νύμφες – δεν θα με αποκλείσουν εμένα από καμία ψαροταβέρνα του Τραστέβερε, από κανένα κουκλοθέατρο και από κανέναν κύκλο ξυπόλυτων χειροκροτητών. Δεν έχω καμία απαίτηση για τελειότητα και εξαντλητική παρουσίαση∙ η απεικόνιση ενός ζωντανού λαού είναι αφ’ εαυτής ανεξάντλητη, και ούτε μου αρέσει να επαναλαμβάνω το ξένο (αυτό που έχουν πει άλλοι), για να γεμίζω τα δικά μου κενά. Όπου είναι να διορθώσω κάτι, θέλω καλύτερα να διηγούμαι τι είδα και τι άκουσα ο ίδιος, παρά να βασίζομαι στα μάτια και στα αυτιά άλλων.
Τι μου συμβαίνει όμως; Καθώς συνεχίζω να περιγράφω την ταλαιπωρία του καύσωνα στην Ρώμη, αρχίζω σταδιακά να τον υπομένω ώς έναν βαθμό: Αφαιρέθηκα με το Αλμπάνο και ξέχασα πως γράφω επιστολή και όχι δοκίμιο, και πως, αν δεν σταματήσω τώρα αμέσως, θα γίνω ο δοξολόγος της μολυσμένης πρωτεύουσας, από την οποία μόλις που κατάφερα να ξεφύγω αλώβητος. Η μάγισσα Ρώμη, όμως, δεν θα μου φανέρωνε τα κόλπα της ατιμώρητα! Νόμιζα ότι εδώ ήμουν ασφαλής από αυτήν και ήλπιζα να κοιτάξω πίσω τη ζωή και τα έργα μου στην επτάλοφη πόλη και με κριτική ηρεμία και ψυχραιμία και να σου διηγηθώ τα συμπεράσματα των στοχασμών μου σε καλογραμμένες επιστολές. Αυτό πέρασε πια. Αρκέσου στην πλουμιστή υπογραφή μου! Ίσως μια μικρή σπίθα από αυτή τη μαγεία μέσα της, που τόσο παράξενα παίζει με την πέννα μου, καταφύγει κρυφά σε εσένα πέρα από τις Άλπεις.
Θα αναρωτηθείς, φίλε μου, τι είδους μαγεία είναι αυτή, για την οποία τόσο αινιγματικά μιλούσα στο απότομο κλείσιμο της προηγούμενης επιστολής μου, και δε θέλω να σου αποκρύψω τίποτα από αυτά που μπορούν να ειπωθούν καθαρά και συγκεκριμένα για τέτοια υπερφυσικά γεγονότα. Θα σου οφείλω μια γενικής ισχύος εξήγηση για τη ρωμαϊκή μαγεία. Πρέπει πρώτα να απελευθερωθώ από τα δεσμά της, αλλά και να αποκτήσω τη δέουσα απόσταση, ώστε να είμαι σε θέση να ενώσω σε ένα αδιάσπαστο σύνολο τις διαφορετικές εκφάνσεις και συνέπειές της, με τις οποίες εμφανίζεται εδώ. Είναι ακριβώς όπως συμβαίνει στα παραμύθια, όπου μπορεί κάθε θαυμαστή εικόνα μιας πολυποίκιλης κοινωνίας να εμφανίζεται στον καθένα σαν αυτό που ο ίδιος αναζητεί, εύχεται και λαχταρά: ο ιππότης το χαιρετίζει σαν να ήταν η αγαπημένη του, ο έφιππος πολεμιστής σαν το καλοστρωμένο του τραπέζι, ο έμπορος σαν το βυθισμένο στη θάλασσα φορτίο του: το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τους περιηγητές από κάθε τόπο και με τη μαγεία που τους δένει ακαταμάχητα με την επτάλοφη πόλη. Καθένας την νοιώθει με τον δικό του τρόπο και ψάχνει να την εξηγήσει. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι για τον λόγο αυτό η Ρώμη είναι και θα είναι παντοτινά νέα, σε πείσμα όλων των θετικών και αρνητικών απεικονίσεων, επειδή όλοι εμείς κατά κάποιον τρόπο βρίσκουμε στη Ρώμη τη δική μας Ρώμη.
///
Στιχάκια καραμέλας
Τα ποιήματα προορίζονταν για περιτυλίγματα διαφόρων ειδών καραμέλας. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα υπήρχαν στον γερμανόφωνο κόσμο χαρτοβιομηχανίες που τύπωναν χαρτί περιτυλίγματος με σατιρικά αποφθέγματα. Αυτό έχει πιθανότατα στον νου του ο Μύλλερ γράφοντας τα Στιχάκια καραμέλας και μοιάζει σαν να κάνει ένα ευχάριστο διάλειμμα από τη σοβαρή του ποίηση.
Η συλλογή αποτελεί έκφραση μιας πιο ξέγνοιαστης ρομαντικής διάθεσης, με θέματα που στρέφονται όλα γύρω από τον έρωτα, την αγάπη και το πλήθος των ωραίων, ευγενικών συναισθημάτων που γεννιούνται από αυτά.
Τα ποιήματα δεν έχουν κοινό μέτρο ούτε είναι όλα ομοιοκατάληκτα. Ακριβώς, όμως, αυτή η ποικιλία στη φόρμα και το ύφος τούς δίνει πιο ανάλαφρη διάθεση, μακριά από περιοριστικούς κανόνες, ενώ τους χαρίζει μια ελευθερία που, βέβαια, πηγάζει από το αίσθημα του έρωτα. Καραμελένια ποιήματα, λοιπόν:
Το αγριοκόριτσο
(Der Wildfang)
Σαν αγριοκάτσικο πηδά,
Τρέχει αλαφιασμένο
Κόντρα στο δροσερό βοριά!
Κορίτσι αγαπημένο.
Ξέπλεκα έχει τα μαλλιά,
Θαρρείς θ’ αγγίξουν τα κλαδιά,
Μ’ αυτά λυγίζουνε δειλά,
Και το αφήνουν και περνά.
Τα πικραγκάθια δεν τολμούν
Τη νιότη του να αγγίσουν,
Ούτε κι απλώνουν να πιαστούν,
Το ρούχο μην τρυπήσουν.
.~.
Έρωτας γλωσσοδιδάσκαλος
(Amor, ein Sprachlehrer)
Διαφθορέας είν’ της λέξης,
Γλωσσοδέτης, ηχοπλέχτης,
Στης Βαβέλ τον Πύργο ο Έρως
Φτιάχνει λέξεις παιχνιδιάρες.
Κι όταν κλαίω, ψιθυρίζει
Λόγια ηδονικά στο αυτί·
Και σαν λειώνω από μαράζι,
Με γλυκοπαρηγορεί.
Στης γιορτής τον σαματά
Πρέπει σαν τον δάσκαλό μου
Να δηλώνω ότι είμαι μόνος
Και στο έρημο δασάκι
Να μη λέω τη μοναξιά μου.
Μια γλυκά και μια πικρά,
Ήπϊα, βασανιστικά,
Λόγια έχει ένα σωρό
Στ’ άπειρά του λεξικά
Που οι μεγάλοι γλωσσολόγοι
Δεν τολμούν να μου εξηγήσουν,
Και με δαύτον κάθε μέρα
Ξεμαθαίνω τη λαλιά μου.
///
Τραγούδια των Ελλήνων
Η έκρηξη του 1821 (όχι μόνο στην Ελλάδα) βρίσκει τον Μύλλερ έτοιμο να ασπαστεί τον αγώνα των ορεσίβιων «κλεφτών» (στα γερμανικά μεταφέρθηκαν ως «ληστές», Räuber) απέναντι στην «αρχή της νομιμότητας» που επέβαλαν ο Μέττερνιχ στην Βιέννη και οι Μεγάλες Δυνάμεις.
Οι τρεις κύκλοι ποιημάτων, στη μορφή των λήντερ, που γράφει για τους Έλληνες, από το 1821 μέχρι σχεδόν τον θάνατό του, σε στίχο ανάλογο με τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, φιλοδοξεί να γίνουν τα νέα τους δημοτικά τραγούδια. Παράλληλα δίνουν μια δυνατή γεύση του πολιτικού Μύλλερ που ως φλογερός φιλέλληνας στάθηκε στο πλευρό της επαναστατημένης Ελλάδας, γνωστοποιώντας και ευαισθητοποιώντας τον γερμανόφωνο κόσμο για το ελληνικό ζήτημα:
Οι Έλληνες στον Αυστριακό Παρατηρητή
(Die Griechen an den Österreichischen Beobachter)
Μας έλεγες αντάρτες – έτσι πάντα να μας λες!
Το σύνθημα είναι Εμπρός! Οι Έλληνες Εμπρός!
Εμπρός! Για τον Θεό και για το δίκιο, εμπρός,
Εμπρός για τους προγόνους σου, γένος ατιμασμένο!
Εμπρός από την άλυσο, τη μαύρη αποπνοιά,
Εμπρός με ορθάνοιχτα φτερά στον καθαρό αγέρα!
Εμπρός κι εσείς που πέσατε στον ύπνο του θανάτου!
Η Ανάσταση ανέτειλε στο χρώμα του αιμάτου.
Μας έλεγες αντάρτες – έτσι πάντα να μας λες!
Το σύνθημα είναι Εμπρός: Οι Έλληνες Εμπρός!
Δεν ήχησε ακόμη μέσα σου άραγε η κραυγή;
Τον κόσμο μες στον κουρνιαχτό να τον θωρείς!
.~.
Η ελπίδα της Ελλάδας
(Griechenlands Hoffnung)
Ελπίδα ξένη, αδέλφια μου, δεν πρόκειται να ρθεί,
Στα βάθη της ψυχής σας, εκεί έχει κρυφτεί.
Από αλλού εγγύηση ποτέ δεν θα δοθεί,
Ποτέ, αδέλφια μου, ποτέ, από την ξένη Αυλή.
Μονάχη τον αβάσταχτο φορτώθηκες ζυγό,
Ελλάδα, και τον κουβαλάς ακόμη ώς εδώ,
Ποτέ σου να μην καρτερείς Ελλάδα παινεμένη
Στον τόπο σου τη λύτρωση ξένο να φέρει χέρι.
Πολέμησε μονάχη σου για να λευτερωθείς,
Δικό σου είναι το χρέος και οι δάφνες της τιμής.
Πολλοί θα κάνουν προσευχές, πολλοί θα σε θρηνούν,
Πολλοί με κούφιες συμβουλές θε να μεσολαβούν –
Της λευτεριάς προπύργια μη χτίζεις στην ελπίδα,
Χτίσματα τέτοια καταντούν ερείπια σωρός.
Της λευτεριάς σου η τιμή το δίκιο είναι του κόσμου,
Κι ο ελεύθερος στο μνήμα του κοιμάται σαν τον δούλο.
–Τα άρματά σου ακούμπησε στον θρόνο του Σουλτάνου,
Μετανιωμένος γύρισε στη γνώριμη σκλαβιά σου:
Τότε μπορείς να πορευτείς με τη χριστιανοσύνη,
Στου Τούρκου τη συγχώρεση να ελπίσεις ταπεινά.
Ειρήνη θέλ’ η Ευρώπη – Ελλάδα τι ζητάς;
Μην μέθυσες απ’ το γλυκό κρασί της λευτεριάς;
Ν’ αφήσεις την ελπίδα σου στου ξένου το σπαθί;
Το στρώμα του Σουλτάνου θρόνο εκείνος το καλεί.
– Πού έστρεψες το βλέμμα σου; – Παιδί μου, στον Θεό –
Τη σκέπη μου στον πόνο μου και στον πικρό χαμό!
.~.
Το Υδραιόπουλο
(Der kleine Hydriot)
Μικρό παιδί σαν ήμουνα, μόλις που περπατούσα,
Με σήκωσε ο πατέρας μου στο στιβαρό του χέρι
Και μ’ έμαθε να κολυμπώ στη θάλασσα κοντά του,
Βαθιά στο κύμα να βουτώ χειμώνα καλοκαίρι.
Νόμισμα μου έριχνε αργυρό να ψάξω στο βυθό,
Δώρο, αν πέσω τρεις φορές και τρεις φορές το βρω.
Στο χέρι μού έβαζε κουπί, στη βάρκα του μαζί,
Κι αυτός πλάι μου ακούραστος να με καθοδηγεί.
Το κύμα να δαμάζω μ’ ένα χτύπημα σκληρό,
Μπουρίνια ν’ αποφεύγω, φουρτούνες ν’ αψηφώ.
Κι απ’ τη βαρκούλα μ’ έφερε στο πλοίο μεμιάς να μπω,
Που θύελλες το σέρνανε σε ξέρες ‘δω κι εκεί.
Απ’ το ψηλό κατάρτι του να βλέπω τις στεριές,
Βουνά να φεύγουν πίσω μου και κάστρα και πλαγιές.
Κάθε πουλιού το πέταγμα να το παρατηρώ,
Τον άνεμο, τα σύννεφα που πάν’ με τον καιρό.
Κι αν μ’ έλουζε πατόκορφα το κύμα αγριωπό,
Αντίκρυ μου στεκότανε θωρώντας με ο πατέρας
Στην κόφα καθιστό και δίχως να κωπηλατώ –
Μου μίλησε με πρόσωπο αναμμένο, φλογερό:
«Τιμή σου κι ευλογία, Υδραιόπουλο μικρό!»
Κι ευθύς σπαθί μού έδωσε στο χέρι να κρατήσω,
Όρκο για την πατρίδα, τον θεό, να πολεμήσω.
Το μάτι του με μέτρησε απ’ την κορφή ώς τα νύχια,
Βαθιά το βλέμμα του ένοιωσα ώς της καρδιάς τα μύχια.
Έστρεψα τότε το σπαθί ψηλά στον ουρανό,
Και μέσα μου αισθάνθηκα τον άντρα τον τρανό.
Με πρόσωπο μου μίλησε ο πατέρας φλογερό:
«Τιμή σου το σπαθί σου, Υδραιόπουλο μικρό!»
///
Η ωραία μυλωνού
Η συνέχεια του τόμου είναι βαθιά ρομαντική, με επιλογή ποιημάτων από τον κύκλο Η ωραία μυλωνού. Κύκλος είκοσι-πέντε τραγουδιών που μετέφερε σε εξαιρετική μουσική ατμόσφαιρα ο Αυστριακός συνθέτης και μουσικός Φραντς Σούμπερτ το 1823. Ο κύκλος εντάσσεται στο κίνημα του Ρομαντισμού και πιο συγκεκριμένα στην παράδοση του ρομαντικού τραγουδιού της περιπλάνησης (Wanderlied), όπως την περιέγραψε μέσα από μια πιο κριτική ματιά στη ρομαντική παράδοση ο Χάινριχ Χάινε (Heinrich Heine, 1797-1856), καθώς ενσωματώνει τόσο τα παραδοσιακά ρομαντικά μοτίβα όσο και μια νέα, πιο ρεαλιστική ή σατιρική ματιά.
Στην Ωραία μυλωνού υπάρχουν όλα τα μοτίβα της ρομαντικής λογοτεχνίας· η νοσταλγία, η απαισιοδοξία, το όνειρο και το ονειροπόλημα, η αέναη κίνηση και η άσκοπη περιπλάνηση, η ανησυχία και το ανικανοποίητο, η αναζήτηση του φανταστικού και του αλλόκοτου και, μαζί με αυτά, το πάθος, η ειρωνεία και η σάτιρα, η σύζευξη της ποίησης με τη μουσική, της λογοτεχνίας με την τέχνη και τη φιλοσοφία. Εδώ, συνδυάζεται η φυσική περιπλάνηση με την εσωτερική πορεία του ήρωα.
Η Ωραία μυλωνού αφηγείται τη δυστυχισμένη και παραληρηματική ιστορία μιας και μόνο ψυχής, ενός νεαρού μυλωνά, που βιώνει συναισθηματικές διακυμάνσεις, από τον φλογερό έρωτα για την κόρη του μυλωνά μέχρι τις αβυσσαλέες σκέψεις, από την ελπιδοφόρα καλή πίστη μέχρι την οργισμένη ανημπόρια, από το απόλυτο υπαρξιακό αδιέξοδο μέχρι τη μοναξιά και την επιθυμία θανάτου:
Περιπλάνηση
(Wanderschaft)
Του μυλωνά είν’ η χαρά
Να φεύγει!
Άξιος δεν θα ’ναι μυλωνάς,
Ο που δεν σκέφτεται μεμιάς
Να φεύγει.
Απ’ το νερό το μάθαμε,
Απ’ το νερό!
Ποτέ δεν έχει αναπαμό,
Και το φευγιό έχει στο μυαλό του
Το νερό.
Τις φτερωτές, δες τες κι αυτές,
Τις φτερωτές!
Που ακίνητες δεν στέκουνε,
Που κούραση δεν ξέρουνε
Οι φτερωτές.
Κι οι πέτρες κι αν είναι βαρειές,
Οι πέτρες!
Χορεύουνε με μουσικές,
Να γίνουν θέλουν πιο γοργές
Οι πέτρες.
Ω, φεύγω, φεύγω, τι χαρά,
Ω, φεύγω!
Αφέντη κύρη και κυρά,
Αφήστε με αθόρυβα
Να φεύγω.
.~.
Αδημονία
(Ungeduld)
Στα δέντρα όλα επάνω θα το χάραζα,
Σε κάθε βότσαλο της γης,
Και στα παρτέρια όλα θα το έσπερνα.
Με κάρδαμο που βιαστικό ανθεί,
Σε άγραφο θα το ’γραφα χαρτί:
Σε αγαπώ κι είναι παντοτινά σε σένανε
δοσμένη η καρδιά μου.
Κάθε δροσάτο αστέρι να το μάθαινα
Τις λέξεις να προφέρει καθαρά,
Στον ήχο της φωνής μου να μιλά
Με της καρδιάς μου ολάκερο τον πόθο·
Στο παραθύρι της να λέει δυνατά:
Σε αγαπώ κι είναι παντοτινά σε σένανε
δοσμένη η καρδιά μου.
Στον άνεμο του πρωιού να το ψιθύριζα,
Στο ξυπνημένο δάσος να το σφύριζα·
Πώς θα λαμπύριζε μες στον ανθό!
Η ευωδιά του θα της το ’φερνε ώς εδώ!
Κυλήστε κύματα με βία, σαν τον τροχό.
Σε αγαπώ κι είναι παντοτινά σε σένανε
δοσμένη η καρδιά μου.
///
Το χειμωνιάτικο ταξίδι
Στο τέλος του τόμου βρίσκουμε μεταφρασμένα εννέα ποιήματα από τον κύκλο Το χειμωνιάτικο ταξίδι, που προσφέρουν μια δυνατή γεύση από τον γνωστότερο ποιητικό κύκλο του Μύλλερ. Η ατμόσφαιρα είναι παρόμοια με αυτή της Ωραίας μυλωνούς. Ποιητική καταβύθιση στον εσωτερικό κόσμο που αποδίδεται με εικόνες του χειμερινού τοπίου και με αισθήματα της ματαίωσης, της μοναξιάς και της ξενότητας. Εδώ, η περιπλάνηση γίνεται αλληγορία για την απομόνωση και τη μοναξιά.
Το Χειμωνιάτικο ταξίδι είναι έργο σταθμός, θεωρείται ο πιο γνωστός και ολοκληρωμένος κύκλος τραγουδιών του είδους και καταφέρνει να λάμψει ως αριστούργημα του Ρομαντισμού. Η ζοφερή ερημιά και η απόγνωση του περιπλανώμενου αφηγητή εξιστορούνται στα είκοσι-τέσσερα ποιήματα που έγραψε ο Μύλλερ και μελοποίησε ο Σούμπερτ το 1828 – ολοκλήρωσε τη σύνθεσή τους λίγο πριν πεθάνει κι ενώ ήταν βαριά άρρωστος.
Στο Χειμωνιάτικο ταξίδι τα τραγούδια μιλούν άλλη μια φορά για τα συναισθήματα χωρίς ανταπόκριση ενός μοναχικού και μελαγχολικού νέου κατά την περιπλάνησή του μέσα στο χιονισμένο τοπίο. Παραθέτουμε δύο ποιήματα ενδεικτικά της ατμόσφαιρας του κύκλου:
Καληνύχτα
(Gute Nacht)
Στον κόσμο τούτο ήρθα ξένος
Και ξένος πάλι θα χαθώ.
Ο Μάης με καλοδέχτηκε,
Με φίλεψε ανθοδέσμες.
Γι’ αγάπη μου μιλούσε η κόρη
Κι η μάνα της για παντρειά –
Τώρα μια θλίψη είναι παντού
Κι η στράτα κρύφτηκε στο χιόνι.
Πότε θα βγω στον πηγαιμό,
Αναρωτιέμαι κι απορώ:
Ν’ αποφασίσω μια φορά,
Ο δρόμος είναι η καταχνιά.
Του φεγγαριού τ’ ασήμωμα
Θα ’ν’ η πιστή μου συντροφιά
Και στην ολόλευκη απλωσιά
Του ζώου η πατημασιά.
Εδώ γιατί χασομερώ;
Θα μ’ αποδιώξουν στο λεπτό.
Ας μου γαβγίζουν τα σκυλιά
Στο σπίτι εμπρός του αφέντη!
Η αγάπη παίρνει τα βουνά,
Έτσι την έφτιαξε ο θεός,
Του ανέμου χάδι εδώ κι εκεί,
Καλή σου νύχτα, αγαπητή!
Στα όνειρά σου δεν θα μπω,
Να σ’ ενοχλήσω, κρίμα.
Αλαφροπάτητος θα βγω
Την πόρτα κλείνοντας σιγά!
Γράφω μονάχα πάνω της
Μια καληνύχτα, πάω γι’ αλλού,
Για να το νοιώσεις και να δεις
Πως μόνο εσένα έχω στο νου.
.~.
Ο λατερνατζής
(Der Leiermann)
Απ’το χωριό πιο πέρα
Στέκει ο λατερνατζής,
Με χέρια ξυλιασμένα
Παίζει όπως μπορεί.
Ξυπόλητος στον πάγο
Τρεκλίζει στο κενό·
Και το μικρό του πιάτο
Χωρίς φαγί, αδειανό.
Κανείς δεν τον ακούει,
Κανείς δεν τον κοιτά·
Μόν’ τα σκυλιά γρυλίζουν
Στον γέροντα σιμά.
Ας γίνει ό,τι γίνει,
Ας πάει κι όπου βγει,
Γυρίζει, και η λατέρνα
Αδιάκοπα ηχεί.
Παράξενέ μου γέρο,
Να ρθώ κι εγώ κοντά;
Τραγούδια να σου λέω
Τ’ όργανο να γυρνάς;
.~.
Επιμέλεια κειμένων και επιλογή των μεταφράσεων:
Φιλαρέτη Καρκαλιά, Λίνα Φιλοπούλου
*
*
*

