*
ΡΟΥΦΗΧΤΡΑ
Κάτω από τα φουστάνια μου, σφυρίζει μια ρουφήχτρα·
τη σέρνω στις παρέες μου, με παίρνει απ’ τη χαρά μου·
κουρνιάζει μες στο στρώμα μου, ρουφάει τα όνειρά μου
κι είμαι εγώ λεβέντισσα κι αυτή λεβεντοπνίχτρα.Δεν τη νικώ, δε με νικά, μα δε με λευτερώνει.
Δεμένη είναι στα πόδια μου, σαν μπάλα από μολύβι·
χώνει στον κόρφο της το φως, τις ομορφιές μου κρύβει·
στον κάτω κόσμο με τραβά, σαν με πετύχει μόνη.Στέκω η μισή στο στόμα της· κι η άλλη μισή που μένει,
αρπάζεται απ’ όπου βρει: μνήμες, κλαδιά, σεντόνια·
με τη ζωή και με το φως βαθιά ερωτευμένη·μα λύνονται τα δάχτυλα απ’ την ορμή, απ’ τα χρόνια…
Άραγε θα με σπλαχνιστεί και θα μ’ αφήσει πίσω,
ή τάχα εγώ, κατάκοπη, τα χέρια μου θ’ αφήσω;~.~
ΔΥΟ ΑΡΜΥΡΕΣ
Για να μπερδεύονται αρμύρες δυο, στα μάτια,
κλαίμε στη θάλασσα, εμείς οι δυνατοί·
εκεί, το δάκρυ καταφέρνει να κρυφτεί·
εκεί· που σμίγουνε ψυχής και γης τ’ αλάτια.Έξω, στην άμμο, μας προσμένουν οι επαίτες·
εύθραυστες φύσεις, κι οι ανάγκες τους, σωρός!
–Πόσο απλώνετ’ ένας άνθρωπος μικρός…–
Μ’ εμπιστοσύνη χαλαρώνουν στις πετσέτες.Λένε, η στάθμη της θαλάσσης ανεβαίνει
και πως ζεσταίνουν ολοένα τα νερά·
υπάρχει όμως μια απάντηση κρυμμένηπου θα τη δεις – άμα κοιτάξεις– καθαρά:
δε φταίνε οι πάγοι, ούτε η μήνις των Θεών·
είν’ απ’ τα δάκρυα τα καυτά των δυνατών.~.~
ΨΥΧΗ ΜΕ ΤΣΑΚΙΣΗ
Εδώ που μού ’παν πως ανήκω, εδώ που ξέσυρα,
για να χωρέσω στης ζωής τη χαραμάδα,
σε μια γενιά, σε μια πατρίδα, μιαν ομάδα,
στα δυο διπλώνω την ψυχή μου, και στα τέσσερα.Τη σιδερώνω για να μη μου ξεδιπλώνεται,
με την καλή μεριά να φαίνεται απ’ έξω,
και καταφέρνω στα παιχνίδια σας να παίξω,
ω! Εξουσίες σοφές, που με περικυκλώνετε!Μονάχα η νύχτα, τη μουλιάζει μες στη θάλασσα·
και στο κρασί˙ και μέσα στου φιλιού τη ζάλη
χαλάνε οι τσάκισες, και γίνεται μεγάλη
και πάει χαράμι όλη η ενέργεια που χάλασα…Δε συμμαζεύεται, δε στέκει να την πιάσω·
μιλά ακατάληπτα, τρέχει γυμνή στον δρόμο·
μισόν αιώνα έχω εξάσκηση στο λάσο,τη νύχτα όμως, αψηφάει κάθε νόμο.
Τη νύχτα, φαίνομαι μπροστά της τόσο λίγη…
Νύχτα θα γίνει το κακό, και θα μου φύγει.~.~
ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Στη στέγη μου φωλιάζουνε κάθε λογής πουλιά·
λες και το ξέρουν τ’ άτιμα πως είμαστ’ ένα σόι…
Κουρνιάζουν, φεύγουν, έρχονται, μα εμένα η γη με τρώει
και τα φθονώ που κι ουρανό έχουνε, και φωλιά.Έτσι ξεκίνησα κι εγώ να ζω˙ σαν το πουλί.
Με τό ’να πόδι σταθερό, τ’ άλλο να αιωρείται·
μα στων ανθρώπων τη φυλή, αυτό, δε συγχωρείται·
κι έκπτωτη τώρα, αναπολώ μια φτερωσιά απαλή.Την εννοώ τη γλώσσα τους κι ας έχουν κωδικούς·
τα μορς στα τιτιβίσματα τα πιάνω με τ’ αυτί·
μιλούν για μένα σαν θαρρούν πως τάχα δεν τ’ ακούς.Προχτές, γελούσαν κι έλεγαν πως περπατώ σκυφτή·
«Να οι ουλές στους ώμους μου δεξιά κι αριστερά!»
–φώναξα– «Δείτε! Κάποτε, είχα κι εγώ φτερά!».~.~
ΣΠΙΡΤΟΚΟΥΤΟ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ
Έστησες έναν κόσμο –ως να ’σουν άλλος–
τρωτής ασφάλειας και ασφαλούς ανίας.
Στις πορσελάνες, καθρεφτίζεσαι μεγάλος·
μέσα σ’ ένα σπιρτόκουτο πολυτελείας.Σε πατημένα χώματα πάτησες μόνο·
και η παγίδα της μορφής, σού ’γνεψε «έλα!»
Βάδισες έτσι, αντί του ταξιδιού τον δρόμο,
μια γλιστερή κι ηλεκτροφόρα πασαρέλα.κι ήρθε ο χρόνος, που διαβρώνει τα κελύφη.
Σε ποιον γκρεμό να κύλησε η ορμή της νιότης;
Πότε σου πήραν τη ζωή οι τοκογλύφοι;
Και πότε γίνηκες δέσμιος και δεσμώτης;Στου παραθύρου σου τα ορθάνοιχτα ρουθούνια
που ανασαίνουν ψιθυρίσματα από πέρα,
άκου: «Μια δρασκελιά ο τάφος απ’ την κούνια!»Να βάλεις κι άλλες σιδεριές κοιτάς τη μέρα,
και μεντεσέδες κι άλλους, κι άλλους σύρτες·
μες απ’ τα κάγκελα κοιτάς τ’ άστρα τις νύχτες…ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ
*
*
*
