*
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΖΗΝ
Γαλήνια χαρά
να ’χεις τακτοποιήσει τους γονείς σου μες στους τάφους τους
και να ’χεις προσπεράσει των ανθρώπων την απάτη και το ψεύδος
σα να μην προορίζονταν για σένα.
Να ’χεις χαμογελάσει με τον δόλο τους
και να μην έχεις μαρτυρήσει σε κανέναν τίποτε γι’ αυτόν.
Γαλήνια χαρά.
Να καταπιάνεσαι μεσάνυχτα με πράγματα
ωφέλιμα και νόστιμα κι απλά.
Ενώ οι καλοί και οι κακοί, οι πράοι κ’ οι προδότες,
απολαμβάνουν ήσυχα τον ύπνο τους, εσύ,
εσύ να μαγειρεύεις καθαρίζοντας
κρεμμύδια για να κάνεις καμβρολάχανο στιφάδο.
Είκοσι κρεμμυδάκια, δυο ντομάτες,
δυο-τρεις σκελίδες σκόρδο, δενδρολίβανο,
δυο φύλλα δάφνης, το αλάτι και το λάδι.
Κι όταν ετούτα βράσουν στο ελάχιστο
(εσύ τ’ ανακατεύεις)
όταν ετούτα βράσουνε, όταν μοσχοβολήσουν
να ρίξεις μέσα εκεί κομματιασμένο
το καμβρολάχανο και τέλος το νερό.
Κι έχοντας έτσι φτιάξει μία τέτοια νοστιμιά
να πέσεις ήσυχος κι εσύ να κοιμηθείς
τη νύστα ενισχύοντας μ’ εξαίσια παραμύθια
Περσών, Ελλήνων και λαών της Άπω Ανατολής.
///
ΟΤΑΝ ΚΟΠΑΔΙΑ, 12. 10. ’24:
Όταν κοπάδια αγριόχοιρων κατέβουν στα χωριά
φορώντας σκουλαρίκια, παραμάνες και καρφίτσες στα βυζιά τους, στα ρουθούνια
τους, στ’ αυτιά,
πάνε στα καφενεία για ν’ ακούσουν μια σταλιά πολιτικά.
Κι αν τα ρωτήσεις ποιος απ’ όλους τούς ταιριάζει,
έχουν «γραμμένους», λένε, Τσίπρα, Σπαρτιάτες, Κασσελάκη…
μουτζώνουν με τα τέσσερα Νου Δου και Μητσοτάκη
κι ο Ανδρουλάκης μόνο λένε πως τα νοιάζει.
Γιατί ακόμα και στη μούρη (συμπληρώνουν τα καϋμένα με το δάκρυ τους να στάζει)
μόνον ο Νίκος ειν’ εκείνος λιγουλάκι που τους μοιάζει,
και μόνο αυτός ως πρόσωπο καθόλου δεν τα σκιάζει.
///
ΤΑ ΔΥΣΤΙΧΑ ΤΟΥ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟΥ, 2017
Τις κάλτσες που αγόρασα χτες στο Μεταξουργείο
ψάχνω. Μα πού τις έβαλα; Μήπως μες στο ψυγείο;
Μήπως τις πήραν ποντικοί να στρώσουν τη φωλιά τους;
Μήπως τις πήραν κοπελιές να δέσουν τα μαλλιά τους;
Μήπως τις έκλεψε ληστής κουκούλες να τις κάνει;
Μήπως παπάς τις άρπαξε λεφτά εκεί να βάνει;
Μήπως για γάντια τις φορούν κάποιες φτωχές πουτάνες;
Μήπως τις κάναν φερετζέ τίποτε μουσουλμάνες;
Μήπως για προφυλακτικά τις πήραν καρχαρίες
να μην αφήνουν έγκυες ανήλικες κυρίες;
Μήπως γαϊδάροι αγράμματοι τις πήρανε χαμπάρι
και για μανίκι τις φορούν στο πέμπτο τους ποδάρι;
Οι κάλτσες άφαντες. Γαμώ! Πάω να πάρω άλλες.
Και μπαίνω στο κατάστημα: «Κύριε, τις προάλλες
ξεχάσατε τις κάλτσες σας. Μα μην στενοχωριέστε
δεν έχετε αλτσχάιμερ, απλούστατα βαριέστε
τις αγορές, το ψώνισμα… Την όμορφη κυρία…
να στέλνετε στα μαγαζιά…, μα ναι…, την Ουρανία».
Με κάψανε τα λόγια τους και τρέχω να προφτάσω
μες στο μουνί της όμορφης την καύλα μου ν’ αδειάσω
πριν με τρελάνει, κι άδικα, πράξω ως ο Μενούσης
που έσφαξε τη λυγερή της λογικής απούσης.
Παίρνω ταξί στα γρήγορα τον κόσμο πίσω αφήνω
και το τρελό το σπέρμα μου μες στο μουνί της χύνω.
Κ’ οι κάλτσες μου; Κατέληξαν… στο πλάι αστέγου γέρου
που ως νέος λέει κέρδισε… το Νόμπελ ποδοσφαίρου.
///
ΔΙΣΤΙΧΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΜΕ ΤΡΟΜΑΞΕ
ΜΕ ΤΑ ΒΥΖΙΑ ΤΗΣ
Κυρία στον πεζόδρομο βάδιζεν ως φοράδα
και είχε ομορφιά πολλή αλλά και αγριάδα.
Βροντούσανε τα στήθη της μες από το μπλουζάκι
κι αμέσως ταμπουρώθηκα σαν τον Καραϊσκάκη.
Κι απ’ το ταμπούρι μου αυτό της γράφω δυο λογούδια:
«Φρόντισε να ’ναι όρθια τα δυο σου τα βυζούδια
Και δεν πειράζει που εσύ τα θέλεις πιο μεγάλα
ευθύς θα μεγαλώσουνε όταν γεμίσουν γάλα».
///
ΡΑΪΝΑ, 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019:
Μπορεί και να ’ναι οι σταγόνες που ηχούν όταν σταλάζουν απ’ τη στέγη σου
σε τσίγκους και σε πέτρες, ξύλα, χώματα, νερά και φύλλα, τενεκέδες, χόρτα, στάχτη, κεραμίδια, άμμο, κάρβουνο ή κόκκαλα.
Όμως δεν αποκλείεται να είναι τα κουδούνια του μεγάλου εκείνου μακρινού
καραβανιού
που ταξιδεύει από το χάος προς το Χάος.
///
ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ
Εσύ κοιμάσαι πάνω
εγώ κάτω.
Μα μερικές φορές
εγώ ανεβαίνω πάνω, πέφτω δίπλα σου
κι άλλες φορές εσύ
έρχεσαι κάτω, πέφτεις δίπλα μου.
Το σώματά μας τότε πλησιάζονται.
(Δεν λέω για τον έρωτα, δεν λέω
για το παράφορο το σμίξιμο που φέρνει
την ευφροσύνη εκείνη πού ’ναι η μέγιστη
μέσα στους κόσμους όλους.
Δεν θέλω τώρα να μιλήσω για τον έρωτα.
Άλλο θέλω να πω):
Τα σώματά μας λέω πλησιάζονται
και σφίγγονται
το ένα πάνω στ’ άλλο τρυφερά
μ’ απαλοσύνη
βρίσκοντας το ’να στ’ άλλο μια φωλιά.
Και θέλουνε πολύ, να ’ναι μαζί.
Γιατί αυτά γνωρίζουνε το δύσκολο κι απλό
πως δεν θα βρίσκονται για πάντα στη ζωή
πως δεν θα βρίσκουν πάντοτε καιρό
όπως νομίζει το λειψό μας το μυαλό.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
///
*
*
*
