Η σιωπή της Ταμάρ

*

Η σιωπή της Ταμάρ

— Πήγα να του παρασταθώ και βγήκα ατιμασμένη!
— Τί θέλεις τώρα, σκάνδαλο; Και τί θα πούν οι ξένοι;

— Για πές μου εσύ τί σκέφτεσαι. Του ανήκω; Δέν του ανήκω;
— Στην οικογένεια είναι κι αυτός. Ξέρεις καλά: τὰ ἐν οἴκῳ…

— Κι άν δέν σωπάσω, Αβεσσαλώμ; Κι άν πώ τί μού ’χει κάνει;
— Θα κάνουμε όλοι τους κουφούς. Πρώτος εγώ θ’ αρχίσω.

Λέξη δέν είπε πιά η Ταμάρ. Κι απ’ τη σιωπή-της βγήκε
το βούκινο που σάλπισε για του στραβού το δίκιο,

του στρατηγού η κατεργαριά, του ζήτουλα η κατάρα,
του ξαφνιασμένου μουλαριού η ξαλάφρωτη πηλάλα

κι αυτή η κραυγή στης Μαχανάιμ το αδιάφορο κονάκι:
— Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Παιδί μου, γύρνα πίσω!

Βασιλειών Β΄ 13,1-19,9
~.~

Οὐαί, ἀδελφέ

Τί σ’ έβγαλε απ’ το δρόμο-μου; Δέν ήταν το πεσκέσι
που ο κουλοχέρης σού ’ταζε με τόση απλοχεριά,
με τόσα καλοπιάσματα. («Σ’ αρέσει. Δέ σ’ αρέσει;»)
Μα του προφήτη απ’ τη Βαιθήλ, του γέρο-ψευταρά

το γαϊδουράκι, το ανοιχτό φλασκί, το παραμύθι.
— Καλώς τον μουσαφίρη-μας! – Πώς απο ’δώ, αδελφέ;
— Στην πόλη δέ σε πρόλαβα. – Βιαζόμουν. Ο Γιαχβέ,
το ξέρεις, είναι σίφουνας κι εγώ ενα σαμιαμίθι.

— Αυτός είναι που μ’ έστειλε. «Πρέπει να φάει, να πιεί.
Γιατί να βασανίζεται; Ξεκίνα αμέσως, κόψε
δρόμο, βρές τονε», μου λέει. «Θέλω κιόλας απόψε
να κοιμηθεί στο σπίτι-σου. Τρέξε σάν αστραπή!»

Και πίστεψες τα λόγια-του σάν νά ’ταν τα δικά-μου.
Δειλέ, ολιγόπιστε! άφησες την άγια προσταγή,
της πίστης το μουρμουρητό να σβήσει, να πνιγεί
στην αγκαλιά ενος φλύαρου φαρμακερού πλοκάμου.

Μα το κουφάρι-σου, άθικτο, τραβάει σάν τον μαγνήτη
το βλέμμα των περαστικών. Σε κλάψαν και του εχθρού
τα μάτια. Δέν ξαστόχησες, άνθρωπε του Θεού!
κι ας σ’ έβγαλε απ’ το δρόμο-σου το ψέμα ενος προφήτη.

Βασιλειών Γ΄ 13, 1-32

~.~

Η θυσία του Αβραάμ

Ν’ αργήσει ο άγγελος. Ή να μήν έρθει κάν.
Να ολοκληρώσεις τη θυσία. Να κρατάν
τ’ αγρίμια την ανάσα-τους, και να πρηστεί
το μάτι-σου απ’ το κλάμα. Κι όλα αυτά γιατί;

Γιατί; Δέν ξέρεις. Σε σταμάτησε στο χτές
μια μαχαιριά που αξίζει χίλιες προσευχές.
Δέν ξέρεις. Δίπλα-σου η γυναίκα: μια σκιά.
Ξυπνάς με δάκρυα. Και δέν αντέχεις πιά.

Ν’ αντέξεις όμως. Και μια νύχτα μακρινή
σάν πρώτα Εκείνος να σε βγάλει απ’ τη σκηνή
και να σου δείξει τ’ άστρα: «Μέτρα τα! Μπορείς;
Όχι στο αίμα, αλλά στην πίστη-τους θα ζείς.»

Γένεσις 22, 1-19

~.~

Ἐν οἴκῳ ἀφφουσώθ

Και βέβαια σʼ αγαπά. Μα σʼ έχει αφήσει ελεύθερο
να ζήσεις, να πεθάνεις ἐν οἴκῳ ἀφφουσώθ.
Κάτω απʼ της θείας δίκης το φλογισμένο βλέφαρο
κοιμάται ενας απύθμενος, γαλήνιος βυθός.

Βουλιάζεις; Δέ βουλιάζεις. Μα άν πάς να ρίξεις άγκυρα
δέ φτάνει μέχρι κάτω, δέ βρίσκει να πιαστεί.
Το σπίτι το ακυβέρνητο χωρίς κλειδιά και κάγκελα
φυλακισμένο σʼ έχει. Μήν ψάχνεις το γιατί

και ξέχνα τους διαβάτες! Πιό πέρα απʼ το πλατύσκαλο
κανείς ποτέ δέν τόλμησε να ρίξει τη ματιά.
Κι απʼ τη ζωή του σκλάβου του φαίνεται πιό δύσκολο
στο σπίτι το ασυντρόφευτο τις μέρες να μετρά.

Κι εσύ δέν τη βλαστήμησες τη συφορά που σʼ έριξε
να ζήσεις, να πεθάνεις ἐν οἴκῳ ἀφφουσώθ;
Κατέβα στο πλατύσκαλο, τη βάρδια παραμέρισε
και δείξε τις πληγές-σου… Σʼ αγαπά ο Θεός.

Βασιλειών Δ΄ 15, 1-7

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

~.~

Οἶκος ἀφφουσώθ – έτσι αποδίδουν οι Εβδομήκοντα την εβραϊκή έκφραση bēt haḥåfšīt (bēt haḥåfšūt). Πρόκειται για το σπίτι όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής-του ο λεπρός βασιλιάς Οζίας (Αζαρίας). Η εβραϊκή ονομασία του σπιτιού σχετίζεται ίσως ετυ¬μολογικά με το επίθετο ḥåfšī που σημαίνει ‛ελεύθερος’.

***