Στο βασίλειο της Κλειούς

*

του ΜΑΡΙΟ ΑΝΤΡΕΑ ΡΙΓΚΟΝΙ

Κάποιες μορφές ματαιότητας γειτνιάζουν με τον ηρωισμό. Γνωρίζουμε από τον Ηρόδοτο ότι πριν από τη μάχη των Θερμοπυλών ένας έφιππος ανιχνευτής που στάλθηκε από τον Ξέρξη προς αναγνώριση, για να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο των Ελλήνων, είδε κατάπληκτος πως οι Σπαρτιάτες χτένιζαν αφοσιωμένοι, με ιδιαίτερη φροντίδα, τα μακριά μαλλιά τους πριν να πάνε προς τη σφαγή. Ήταν σίγουροι για το τέλος που θα είχαν, τόσο μεγάλη ήταν η δυσαναλογία των δυνάμεων: άλλωστε ο ίδιος ο βασιλιάς τους, ο Λεωνίδας, είχε προαναγγείλει πως εκείνο το βράδυ «θα δειπνούσαν στον Άδη».

Το επεισόδιο με έκανε πάντοτε να σκέφτομαι εκείνες τις κυρίες του γαλλικού 18ου αιώνα, που ήταν ικανές, όπως αφηγούνται οι Γκονκούρ, να σηκώνονται με το ζόρι από το κρεβάτι του ψυχορραγήματος και να καλλωπίζονται για τελευταία φορά, ώστε να «μην προκαλέσουν απέχθεια στον θάνατο».

***

Οι τριακόσιοι του Λεωνίδα που πήγαιναν στις Θερμοπύλες ντυμένοι με κόκκινους χιτώνες, για να μη φανεί το χρώμα του αίματος: τι παράδειγμα επικής και τραγικής κομψότητας!

***

Ακόμη και ο Βιργίλιος στην Αινειάδα λέει πως στο σώμα του νεαρού Λαύσου, που διαπέρασε με το ξίφος ο Αινείας, το αίμα λέρωνε «τα καλοχτενισμένα μαλλιά».

***

Η ματαιότητα ανήκει τόσο στα έθνη όσο και στα άτομα. Στην Πλατεία Κλεμανσώ στο Παρίσι υπάρχει ένα μνημείο για τον Σαρλ Ντε Γκωλ, που παριστάνεται να διασχίζει με στρατιωτικό βήμα τα Ηλύσια Πεδία κατά την Απελευθέρωση. Στο βάθρο του μπρούντζινου αγάλματος η επιγραφή: «Il y a un pacte vingt fois séculaire entre le grandeur de la France et la liberté du monde».

Το να διαστρεβλώνει κανείς τις ήττες ως νίκες, από τον Βερκιγγετόριξ και έπειτα: ιδού το αληθινό θαύμα της γαλλικής ματαιοδοξίας.

***

Περιέργως, οι Γάλλοι, ο πιο σκεπτικιστής λαός, υπήρξε επίσης ο πιο επιπόλαιος. Δεν είναι ένα απλό ευφυολόγημα ότι μόνο από ματαιοδοξία έκαναν την Επανάσταση.

***

Σύμφωνα με την Αναβαπτιστική σέκτα των Αμερικανών Άμις, «plain people» που στα έθιμά τους ακολουθούν κατά γράμμα τη Βίβλο, η φωτογραφία ακόμη απαγορεύεται, διότι η αναπαραγωγή της ανθρώπινης εικόνας θα μπορούσε να υποθάλψει τη ματαιοδοξία και να αντικαταστήσει τη λατρεία του Θεού με εκείνη του ανθρώπου.

***

Πώς να ερμηνεύσει κανείς τις πυρές των ματαιοτήτων (ενδύματα, κομμώσεις, στολίδια, βιβλία, τράπουλες) που ξεσπούσαν τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του 14ου και του 15ου αιώνα;

Ήταν απλώς η έκφραση ενός φανατικού θρησκευτικού και μυστικιστικού συναισθήματος, που εξαπολύθηκε από λαοφιλείς ιεροκήρυκες όπως ο Σαβοναρόλα, όπως φαίνεται σε εμάς τους σύγχρονους; Ίσως αυτά τα παραδειγματικά θεάματα ανταποκρίνονταν την ίδια στιγμή στη φρικτή αθλιότητα και στο επισφαλές της ζωής που οι άνθρωποι της εποχής βίωναν ακόμα με ωμό πάθος – πάθος που ο πολιτισμός προοδευτικά θα μετρίαζε, θα μεταμφίεζε ή θα απομάκρυνε με τα τεχνάσματά του.

***

Είναι σύμπτωση ότι σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες η αντωνυμία πρώτου προσώπου αναπαρίσταται γραφικά με μια κάθετη γραμμή; Δεν θα πρέπει να διαβάσουμε σε αυτόν τον στοιχειώδη εικονισμό μια θέληση του υποκειμένου να ανυψωθεί, να διακριθεί, να υψώσει και να ανεμίσει ένα αξιολύπητο λάβαρο, ώστε να μην παρασυρθεί από την παλίρροια της ανωνυμίας;

***

Αν όχι ακριβώς με την αναπνοή, η ματαιοδοξία γεννιέται με την ορθή στάση του σώματος…

***

Ως αλληγορική απεικόνιση, η Κλειώ είναι μια κοπελίτσα με δάφνινο στεφάνι, η οποία κρατά στο ένα χέρι μια σάλπιγγα και στο άλλο μια περγαμηνή. Για τη διατήρηση της δόξας δεν αρκεί η αβέβαιη εξαέρωση του ήχου, χρειάζεται η ανθεκτική σταθερότητα της γραφής. Σήμερα, που ακόμη και τα βιβλία έγιναν εφήμερα, η Κλειώ, υπέργηρη πλέον, μαραζώνει δίχως όργανα.

***

Οι Έλληνες υπήρξαν ο πιο αισθητικός λαός που εμφανίστηκε ποτέ στην ιστορία: στη μυθολογία τους οι ίδιες οι θεές ήταν ευαίσθητες στην ομορφιά όσο και οι απλοί θνητοί. Η Αθηνά, θεά της σοφίας, πολεμίστρια και φίλεργη, έφτιαξε με κόκαλα ελαφιού έναν διπλό αυλό που έβγαζε απολαυστικό ήχο. Αλλά όταν είδε στην αντανάκλαση της εικόνας της στο νερό ότι ο ήχος του οργάνου παραμόρφωνε τα χαρακτηριστικά της, πέταξε μακριά τον αυλό, καταρώμενη οποιονδήποτε θα τον μάζευε.

***

Η ματαιοδοξία ουσιαστικά είναι θέαμα και θέατρο, δύο λέξεις που παραπέμπουν στην πράξη της όρασης, της παρατήρησης, της ενατένισης, του θαυμασμού: κανείς δεν θα ήταν ματαιόδοξος, μάλιστα κανείς δεν θα είχε κανένα λόγο να εκδηλωθεί με την παραμικρή χειρονομία, εάν δεν μπορούσε να κοιτάξει τον εαυτό του και, προπαντός, να τον δουν.

***

Ο σνομπισμός είναι μια μορφή φιλοδοξίας και ματαιοδοξίας, μια αναζήτηση ευγένειας που φανερώνει έλλειψη ευγένειας. Εύκολα αξιολύπητος ή γελοίος, μπορεί ωστόσο να αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο: θα μπορούσαμε άνετα να συντάξουμε έναν ολόκληρο κατάλογο διάσημων ανθρώπων οι οποίοι, χωρίς αυτόν τον αποδοκιμαστέο πόρο, θα ήταν λιγότερο από ένα μηδενικό.

***

«Είναι ωραίο να σε δείχνουν με το δάχτυλο και να ακούς να λένε: αυτός είναι!» (Πέρσιος).

Σήμερα, όπως είκοσι αιώνες πριν.

***

Δεν καταλαβαίνεις γιατί εκείνος ο τάδε κινητοποιείται τόσο πολύ, γιατί επινοεί διαρκώς νέες πρωτοβουλίες, γιατί τίθεται με αυταπάρνηση στην υπηρεσία ανώτερων ιδανικών και ευγενών σκοπών. Ίσως δεν το ξέρει ή δεν το θυμάται πια ούτε αυτός: στην πραγματικότητα, προσθέτει υπομονετικά, μέρα με τη μέρα, με το σκαρπέλο ένα μικρό χτύπημα στο δικό του αόρατο άγαλμα.

***

Είναι εύκολο να πούμε σε τι βαθμό η ματαιοδοξία εισέρχεται στις επιφανειακές ερωτικές σχέσεις˙ στον έρωτα, δυσκολότερο.

***

Οι αστέρες, οι θεοί του σινεμά, της τέχνης, της κοσμικής ζωής. Είναι εντούτοις ωραίο που σε αυτές τις λέξεις διατηρείται μια θρηνώδης ηχώ του ελληνορωμαϊκού καταστερισμού, ένα μακρινό θάμβος της αρχαίας θεοποίησης της ζωής – αλλά δεν πρόκειται, ακριβώς, παρά για λέξεις.

***

Χάρη στον σνομπισμό, ο Προυστ είναι μάλλον ο τελευταίος νεοκλασικός, ο τελευταίος συγγραφέας που, προκειμένου να ζωντανέψει το αριστοκρατικό γόητρο, κατάφερε να ανατρέξει στην ελληνική μυθολογία: πριν τους γνωρίσει, περιγράφει τους Γκερμάντ, την αύρα και τις κινήσεις τους, ακριβώς σαν να επρόκειτο για θεούς του Ολύμπου ή για ζωδιακούς αστερισμούς.

***

Ανάμεσα στην αγάπη για την αλήθεια και τη φιλαυτία δεν υπάρχει αμφιβολία ποια από τις δύο υπερισχύει καθολικά. Μόνο κάποιοι διεφθαρμένοι, έκφυλοι και επίσης μερικοί σνομπ έχουν την πολυτέλεια να επιλέγουν την πρώτη.

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη
Από το βιβλίο Vanità, Aragno Editore, Torino 2010

~.~

*

*

*