Μια χώρα που τη λένε Χιροσίμα

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ειρήνη Καραγιαννίδου
Συρτός στα τρία
Πανοπτικόν 2023

Μπερδευόμαστε καμιὰ φορὰ ὅσοι σπουδάσαμε φιλολογία ὅταν πιάνουμε ἕνα βιβλίο στὰ χέρια μας, ἐπειδὴ ἐθιστήκαμε νὰ ψάχνουμε τί ἐνδεχομένως εἶναι ἀξιερεύνητο κι’ ὄχι τί εἶναι ἀξιανάγνωστο σ’ αὐτό. Ἀλλιῶς, θὰ τὸ ἔλεγα ὡς ἑξῆς: ψάχνουμε νὰ βροῦμε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν τελικὰ σὲ μιὰ κρίση ἢ σ’ ἕνα κείμενο βασισμένο πιθανότατα σὲ ἕνα θεωρητικὸ/ἑρμηνευτικὸ κοστουμάκι, κι’ ὄχι στὴν ἀπόλαυση ποὺ μπορεῖ —ἢ δὲν μπορεῖ— νὰ μᾶς δώσει τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ποὺ πιάσαμε νὰ διαβάσουμε. Τελικά, καταλήγουμε σὲ μιὰν ἀξιολόγηση ποὺ συχνὰ εἶναι παραπλανητικὴ τόσο γιὰ ἐμᾶς ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἀναγνώστη, διότι ἑδράζεται σὲ ἐπισφαλῆ κριτήρια. Ὅταν παρουσιάζουμε ἕνα βιβλίο καλούμαστε νὰ κάνουμε δύο πράγματα: κατὰ πρῶτον νὰ κρίνουμε τὸ βιβλίο σιωπηρά, μιᾶς καὶ ἡ ἀποδοχή μας νὰ συμμετέχουμε στὴν παρουσίασή του δηλώνει κάτι ἐξ’ ὑπαρχῆς (ἐκτὸς κι’ ἂν κάνουμε 20 παρουσιάσεις τὸν χρόνο, ἄρα ἐκεῖ μιλᾶμε γιὰ παροχὴ ὑπηρεσιῶν)· κατὰ δεύτερον νὰ παρουσιάσουμε τὸ βιβλίο αὐτὸ κατὰ τὸν ἑλκυστικότερο δυνατὸ τρόπο ὥστε ὁ κόσμος ποὺ ἔχει ἔρθει, νὰ βρεῖ κάτι σ’ αὐτὸ ποὺ τελικὰ θὰ τὸν ὁδηγήσει νὰ τὸ ἀγοράσει ‒ διότι, κάπου-κάπου ἂς τὸ λέμε, πέρα ἀπὸ πολιτιστικὴ συμβολὴ κι’ ὅλα αὐτὰ τὰ σωστὰ πλὴν γλυκερά, τὸ βιβλίο εἶναι κι’ ἕνα προϊὸν ποὺ ζεῖ καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὅταν τὸ κοινὸ τὸ ἀγκαλιάζει ‒ κι’ ὅταν λέω «τὸ ἀγκαλιάζει» ἐννοῶ «τὸ ἀγοράζει». Αὐτὰ γιὰ ἀρχή, ὥστε νὰ διευκρινίσω ἐκ προοιμίου ὅτι ὅλα ὅσα καταλογίστηκαν παραπάνω στὸ μετιέ μου, θὰ τὰ κάνω κι’ ἐγὼ δίχως φόβο καὶ πάθος, ἐλπίζω ὡστόσο κάπως πιὸ συγκρατημένα.

Ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ κυκλοφόρησαν πέρσι, τὸ βιβλίο τῆς Εἰρήνης Καραγιαννίδου ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα, καλὰ καὶ ἄρτια κατασκευασμένα ὡς πρὸς τὴν ὕλη τους ποιητικὰ βιβλία. Προφανῶς, δὲν ἐκφράζω μόνο τὴ δική μου ἄποψη, καθὼς τόσο στὰ κοινωνικὰ δίκτυα ὅσο καὶ σὲ κριτικὲς ἐπισκοπήσεις, ἡ ὑποδοχή του ἦταν παραπάνω ἀπὸ θερμή. Κι’ ὄχι ἄδικα. Τὸ βιβλίο τιτλοφορεῖται Συρτὸς στὰ τρία κι’ ἀποτελεῖται ἀπὸ ποιήματα ποὺ ὅλα τους φέρουν μᾶλλον χαλαροὺς τίτλους σὲ σχέση μὲ τὸ περιεχόμενό τους καὶ ὑπότιτλους ἐντὸς παρενθέσεων κυρίως μὲ τίτλους ἢ στίχους δημοτικῶν τραγουδιῶν, περισσότερο περιγραφικοὺς γιὰ ὅ,τι ἐκτυλίσσεται ἐντὸς τῶν παρακάτω τους στίχων. Ἡ σειρὰ τῶν ποιημάτων φαίνεται νὰ ἀκολουθεῖ μιὰ γενετικὴ λογική, ἐνῶ ἂν θὰ θέλαμε νὰ προσδώσουμε ἕναν χαρακτηρισμὸ στὴ θεματική τους, θὰ λέγαμε ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ «[ὄ]ντως φοβερώτατον, [τὸ] τοῦ θανάτου μυστήριον». Μιὰ τέτοια ὅμως μονομερὴς ἀνάγνωση θὰ περιοριζόταν στὸ φαινόμενο κι’ ὄχι στὴν οὐσία, ἡ ὁποία ἔχει περιγραφεῖ ἤδη στὸ παρελθὸν μὲ ἐναργεῖς τρόπους. Ἂν θέλω λοιπὸν ὡς ὁμιλὼν νὰταΐσω τὴ ναρκισσιστική μου φιλολογικὴ σαρκοείδωση, θὰ ἔλεγα τὸ ἑξῆς. Κάπου στὸ Εἶναι καὶ χρόνος ὁ Μάρτιν Χάιντεγκερ λέει —πολὺ χοντρὰ— πὼς ἡ ἀνθρώπινη ἐμπειρία μπορεῖ νὰ βιώσει τὰ πάντα —ὁρατὰ καὶ ἀόρατα, διὰ τῶν ὁρατῶν—, πέρα ἀπὸ δύο συνθῆκες. Ἡ μὲν πρώτη εἶναι ἡ γέννηση, καθὼς τιθέμεθα ἐρριμμένοι ἐπὶ γῆς (χωρὶς ποιητικὸ αἴτιο), ριγμένοι δηλαδὴ στὴ συνειδητότητά μας, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ δὲν μποροῦμε νὰ βιώσουμε τὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου μας, στὴν ὁποία ὡστόσο διαρκῶς τείνουμε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ διαπιστώνουμε τὴν ἐρριμμενότητά μας. Τὸ εἶναι μας λοιπόν εἶναι ἕνα εἶναι-πρὸς-θάνατον. Μ’ ἁπλὰ καὶ περισσότερο σέξι λόγια, ἐφόσον διαρκῶς τείνουμε πρὸς αὐτόν, ὁ θάνατος βρίσκεται μέσα στὰ πράγματα. Α ὐ τ ὴ τὴ συνθήκη ἡ Εἰρήνη Καραγιαννίδου ἀξιοποιεῖ δίνοντας μέσα στὰ ποιήματά της πολλαπλὲς ἐκδοχὲς αὐτῆς τῆς συνύπαρξης μὲ τὸ ἐπικείμενο τέλος σὲ κάθε ἔκφανση τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας. Ἐγὼ λέω πὼς τὸ καταφέρνει.

Εὐθὺς ἐξαρχῆς στὴ συλλογὴ διαφαίνεται τὸ πάντρεμα τοῦ παραδοσιακοῦ καὶ τοῦ νέου ‒ προτιμῶ νὰ μὴν πῶ «μοντέρνου», γιατὶ ὁ ὅρος ἔχει χρησιμοποιηθεῖ καταχρηστικά. Σχεδὸν ὅλα τὰ ποιήματα συνιστοῦν ἐνσταντανὲ καθημερινότητας, ὄχι ὅμως δοσμένης στὴ σκέτη της ἀναπαραστατικὴ ἐκδοχή, ἀλλὰ ἐνδεδυμένης μὲ αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ὀνομάσουμε ὡς ἀπόθεμα. Τὸ ἀπόθεμα κάθε καθημερινοῦ ἐνσταντανὲ εἶναι αὐτὸ ποὺ σὰν θερμοστάτης ὁρίζει τὴ θερμοκρασία κάθε ποιήματος, προσπαθῶντας καὶ καταφέρνοντας νὰ βγεῖ ἀπ’ τὴ στενὴ ὑποκειμενικὴ περιπτωσιολογία ποὺ λειτουργεῖ ὡς ἀφορμὴ δημιουργίας, τείνοντας μιὰ χείρα πρὸς τὸν ἀναγνώστη, ἔτσι ὥστε τὸ βίωμα, τὸ συναίσθημα, τὸ γεγονὸς ἢ ἡ κατάσταση ποὺ εἶναι θεμέλιο κι’ ἀφορμὴ τῆς ἀφήγησης νὰ γίνει ἡ προσληπτικὴ βάση πάνω στὴν ὁποία ὁ παραλήπτης θὰ βρεῖ κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του μέσα στὸ ποίημα.

Τὸ ποιητικὸ ὕφος τῆς Καραγιαννίδου εἶναι ἐξόχως διακριτό, μιᾶς καὶ ἂν θὰ θέλαμε νὰ δοῦμε μέσες-ἄκρες τὴ δομὴ τοῦ ποιήματος θὰ διαπιστώναμε πὼς τὴν συγκεκριμένη κεντρικὴ ἰδέα τὴ διαδέχεται μιὰ ἀντικειμενικὴ πανανθρώπινη ἐξακτίνωση, κλείνοντας μὲ ἕνα παρὰ προσδοκίαν ἄτυπο “ἐπιμύθιο” ποὺ ἔρχεται νὰ συνοψίζει τὴ βαθεία οὐσία τοῦ ποιήματος. Οἱ πλούσιες παρομοιώσεις, τὸ κουβεντιαστὸ πλὴν ὅμως φοβερὰ ρυθμικὸ καὶ ποιητικὰ ποιητικὸ ὕφος καὶ ἡ πολὺ προσεγμένη στιχουργικὴ δομὴ μὲ τοὺς δίσημους διασκελισμοὺς καὶ τὴ σωστὴ χρήση τῶν τυπογραφικῶν κενῶν ἢ τὴν ἐναλλαγὴ πεζῶν/κεφαλαίων στὶς ἀρχὲς τῶν στίχων, δημιουργοῦν ἕνα περιβάλλον πολὺ προσωπικὸ καὶ ταυτοτικὸ τῆς γραφῆς τῆς Εἰρήνης, στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν ἤδη ἀπὸ τὸ προηγούμενό της βιβλίο.

Ὅσο γιὰ τὴν ποιητικὴ ὕλη, τώρα, καὶ ἐπιστρέφοντας στὴν παραπάνω κεντρικὴ ἰδέα περὶ ἑνὸς θανάτου ποὺ ὑπάρχει μέσα στὰ πράγματα φωτίζοντάς τα μὲ ἕναν τρόπο ἀλλόκοτα σημαντικό (ἐκ τῆς σήμανσης, κι’ ὄχι τῆς σημασίας), ὁ Συρτὸς στὰ τρία ἁπλώνεται σὲ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Μοναξιά, ἐρωτικὲς σχέσεις, ἐκκρεμότητα, ἐπισκέψεις νεκρῶν, ὅρια ἀνθρωπινότητας καὶ ἐπικοινωνία, μύθοι, οἰκογενειακὴ ζωή, μητρότητα καὶ γυναικεία ταυτότητα, ποιητικὴ γραφή, ὅλα μαζὶ ἀλληλοδιαπλέκονται δημιουργῶντας τὴν προαναφερθεῖσα γενετικὴ κίνηση τῶν ποιημάτων καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ποιητικῆς συλλογῆς.

Ἡ σύνολη διαπραγμάτευση τῆς συλλογῆς βασίζεται στὴν ἀποστέρηση ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζεται μὲ στωϊκότητα ὅταν ἔχει συντελεστεῖ καὶ ἐκκρεμότητα ὅταν ἐπίκειται. Ἀρετές, ἀλλὰ καὶ ὄχι, ἀνάλογα τὴ συγκυρία. Διαβάζω τὸ ποίημα «Θεοῦ ἀφάνεια»:

ΘΕΟΥ ΑΦΑΝΕΙΑ

(Όργανο βαστάει, κερί κρατεί)

Πριν πέσει για να κοιμηθεί
έκανε πάντα τον σταυρό του
τόσο αδέξια
σαν να ’ταν να βουτήξει στο νερό
ανήμερα Θεοφανείων στη στέρνα της Αγιά Βαρβάρας
Κι αφού βεβαιωνόταν πως έτσι είναι η αίσθηση του δράσκελου
στην άλλη τη ζωή
άλλαζε ευθύς τα ρούχα
βιαζόταν ο καιρός
Οι πρώτες πέφτανε ψιχάλες.

Ὁ θάνατος παίρνει διάφορα πρόσωπα ὅπως στὸ «Κόρη καλοκόρη» ἢ στὸ «Νανούρισμα σὲ πεζοδρόμιο», τὴ «Μαυροθαλασσίτισσα» κ.ἄ. Ὅλα τὰ παραπάνω στοιχεῖα διαπλέκονται καὶ δημιουργοῦν κάθε φορὰ καὶ μιὰ διαφορετικὴ ἱστορία ποὺ στὶς πλεῖστες τῶν περιπτώσεων δίνει τὴν ἐντύπωση πὼς ἐνῶ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ὑπαρκτὴ ἐμπειρία τῆς συγγραφέως, καταλήγει νὰ μυθοποιεῖται, ἄρα νὰ γίνει παραδειγματική, ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ἕνας ἀδιέξοδος ὑποκειμενικὸς λυρισμὸς ποὺ εἶναι στενότερα ἐπικοινωνήσιμος στὴν ἀναγνωστικὴ πρόσληψη. Λόγου χάρη, ἡ μητρότητα παίρνει διάφορα πρόσωπα στὴ «Μαυροθαλασσίτισσα» μάνα τοῦ Βασίλη καὶ στὴν κόρη τοῦ «Puerta del Sol», ὅπου τὸ συχνὸ ἀπευθυντικὸ β΄ ἑνικὸ φαίνεται νὰ ἔρχεται σὲ δεύτερη μοίρα ἀπὸ τὴν «ἀληθινὴ κόρη» ποὺ «πουλάει μενεξέδες στὴ Μαδρίτη». Ἡ ὅποια αὐτοαναφορικότητα δὲν καταντᾶ αὐτιστικὴ ἡμερολογιακὴ καταγραφή, μὰ περιέχει τὴ γυναικεία συνήθως ταυτότητα μὲ τρόπο τέτοιο ποὺ ὑπερβαίνει τὴν ἐξατομικευμένη ἐμπειρία. Ὁ ἔρωτας ἔρχεται νὰ ἐμφανιστεῖ μέσα στὸ ἀρχέγονο δίπολο «ἔρωτας καὶ πόλεμος». Ἡ ἀ πριόρι πολεμική του ἐκδοχὴ συνδέεται μὲ τὴν πανθομολογούμενη παροδικὴ φύση του, τὴν ὁποία φαίνεται νὰ ἐνστερνίζονται τὰ ποιητικὰ ὑποκείμενα, ἂν καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐλπίζουν σπαρακτικὰ γιὰ τὸ ἀντίθετο: «Ας εμφανιστεί επιτέλους / Κάποιος να ομολογήσει / Πως οι μεγάλες αποστάσεις / Είναι για αυτούς / Που σπρίντερ στάθηκαν της μοναξιάς αντάξιοι / ή αγνόησαν τη συντομία του δρόμου» γράφει στοὺς «Δρομεῖς» ἢ στὸ «Αἴνιγμα» ποὺ θὰ τὸ διαβάσω ὁλόκληρο:

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

(Η Θήβα έχει όμορφες)

Δεν ξέρω αν το έμαθες
Μετά από σένα φύγαν κι άλλοι
Είναι το στιγμιαίο ετούτο
αιχμαλωσία του όλου
Κι όσο το στιγμιαίο αυτό διαρκεί
Θεσμοθετώ την αναρχία της εικασίας
που καμία στο εξής πραγματικότητα
δεν δύναται να μου την ανατρέψει

Αχρείαστα να είναι τα στοιχήματα, λοιπόν
που έβαλε ο Οιδίποδας
Αν το τέρας πουλήθηκε, αν δίκαια
αγοράστηκε – Κάθε υπόθεση
δηλώνει το πραγματικό
ώστε να περισσεύει η απόδοση
που χάνεται μύθους μονολογώντας
Κι ίσως ποτέ να μην υπήρξε
το αίνιγμα της Σφίγγας
Όπως κι αίνιγμα κανένα δεν υπάρχει
Παρά ο ήχος από τα κουμπιά
Που ανοίγουνε απότομα και σπάνε
Κι αυτό το λένε έρωτα μεγάλο.

ποίηση φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ λείπει ἀπὸ τὴ συλλογή. Ὡστόσο, και ἐδῶ τὰ —ἂς τὰ ποῦμε ἔτσι— ποιήματα ποιητικῆς δὲν περιορίζονται στὸ σινάφι ἢ καθαρὰ στὴ γραφὴ ὡς μιὰ λειτουργία ἐσωστρεφῆς καὶ αὐτοκαταναλωτική. Οἱ ἀναφορὲς ἔρχονται χωνεμένες μέσα στὸ ποιητικὸ σῶμα, δηλώνοντας ἄλλοτε τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας κι’ ἄλλοτε τὴν ἀποσύνδεση ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ αὐτὸ ποὺ ὑπερτιμήθηκε σὺν τῷ χρόνῳ ὡς ποιητικῶς ζῆν. Στὸ ποίημα «Ὁδὸς Στρωμνίτσης», ἀφιερωμένο στὸν Γιῶργο Οἰκονόμου θὰ γράψει:

Κι επιτέλους χωρίς θόρυβο
θυμάται φράσεις που σωπάσαν ξαφνικά
αρχίζοντας τα ίδια απ’ την αρχή
χωρίς ειρμό και δίχως τέλος
μα ως εκ τούτου ευχαριστημένος είναι που βαδίζει σε λευκό
όπως βαδίζει ο ποιητής
κρύβοντας το πνευμόνι του
Κάτω από τα χαρτιά του.  

ἐνῶ στὸ «Λιγνὸ κορίτσι», ποὺ τὸ θέμα του ἀπέχει παρασάγγας ἀπὸ ποιητολογικὲς ἀναφορές, ἡ Καραγιαννίδου ἐπιλέγει νὰ κάνει ἕνα πέρασμα ἀπὸ τὸν φακὸ τῆς ἑστίασης σὰν τὸν Χίτσκοκ ἢ τὸν Σακελλάριο στὶς ταινίες τους γράφοντας:

Εγώ αλλιώς λογάριαζα πράσινους διασκελισμούς:
Τουρίστρια στην Πάρο
με μπλοκ σημειώσεων
κι ένα μπλε στυλό διαρκείας
που αγόρασα στο αεροδρόμιο

Ἡ διαλεκτικὴ αὐτὴ στάση ἀνάμεσα στὸ κοινῶς δυσάρεστο καὶ στὸ ἀπόθεμά του ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει ποιητικὸ ὑλικό, ἐπενδύεται μὲ μιὰ στιχουργία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑποστηρίξει τοὺς στόχους μιᾶς ποιητικῆς συλλογῆς ποὺ ἀπ’ τὸ πρῶτο ὣς τὸ τελευταῖο ποίημα ξέρει τί θέλει νὰ προβάλλει, μὲ τρόπο ποὺ νὰ καθιστᾶ ἑλκυστικὲς τὶς ἀφηγούμενες περιγραφόμενες καταστάσεις. Ἡ εἰκονοποιία τῆς Εἰρήνης καταφέρνει νὰ συγκεράσει (ἢ μᾶλλον, καλύτερα, νὰ συνθέσει) τὰ ἀντίθετα, ἐπανασυστήνοντας μιὰν ἀπολεσθείσα ἀποφθεγματικὴ ποιητικότητα, ὅταν λ.χ. λέει «εἶμαι ἀπουσία ἐλέφαντας ἐμένα ποὺ μὲ βλέπεις» ἢ μιλᾶ γιὰ «ἐκεῖνο ποὺ τὸν παίδευε πολὺ» ὅταν τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἔπαιζε ὄνομα ζῶο πράγμα καὶ «[] σκάλωνε πάντα στὸ ψι». Οἱ χαριτωμένες αὐτὲς στιγμές, πέρα ἀπὸ ποικίλματα καὶ παράσημα χρήσης τῆς γλώσσας σηματοδοτοῦν καὶ κάτι ἀκόμα. Τὸ ὄργανο ποὺ λέγεται λέξη πρέπει νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ντυθεῖ πολλὲς φορὲς ἀνοικειώνοντας τὸ ἀρχικό της νόημα, μὲ στόχο νὰ παραγάγει ἕνα νέο ποὺ θὰ μετατρέψει τὸ κείμενο ἀπὸ ἁπλὴ δημοσιογραφία σὲ λογοτεχνικὸ αἰσθητικὸ ἀντικείμενο. Ἔτσι τὸ γράμμα ψὶ ποὺ δυσκολεύει στὸ ὄνομα-ζῶο-πράγμα γίνεται παράλληλα τὸ λίγο πρὶν τὸ τέλος, ἐνῶ ὁ ἐλέφαντας τῆς ἀπουσίας δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὰ ὀγκηρὸ ζῶο ‒ γιατί ὄχι ἱπποπόταμος; Ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ποιητικὴ σημαντική. Ὄχι μὲ ἀπόλυτες καταδηλώσεις, οὔτε μὲ εὐφυολογήματα, λογοπαίγνια καὶ ἐξυπνάδες. Ἐπιπλέον, ἔτσι δημιουργεῖται καὶ μιὰ καθαρτικὴ διαδικασία γιὰ τὸν παραλήπτη της, ὁ ὁποῖος κάπου κάπου στέκεται ἀναστοχαζόμενος, χωρὶς ὅμως νὰ καλεῖται νὰ λύσει τὸν γρίφο τῶν παουντικῶν φαντασιώσεων ποὺ ἀναμένουν ἕναν ἀναγνώστη ποὺ μοιάζει μὲ ἐγκυκλοπαιδιστὴ Ἰντιάνα Τζόουνς καὶ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸν μίτο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ νόημα στὸ πάτωμα ἑνὸς γαζωτηρίου γεμάτου μὲ ξέφτια καὶ τσόλια. Τέλος, κάπως ἔτσι, ἡ ποίηση ἔρχεται μὲ ἁπλὰ καθημερινὰ ὑλικὰ νὰ γίνει ποίηση μὲ οἰκουμενικὴ ἀπεύθυνση, δηλ. μιὰ ποίηση γιὰ ὅλους καὶ ὄχι γιὰ λίγους δανδῆδες τῆς συντεχνίας. Γιὰ ὅλους, δηλαδή, ποὺ διαβάζοντάς την μποροῦν νὰ καταλάβουν πὼς ὁ θάνατος, ἡ στέρηση, τὸ τέλος, ὁ φόβος μποροῦν νὰ ἀντιμετωπιστοῦν ὅταν γράφονται στίχοι ὅπως «τὸ κίτρινο τοῦ φόβου μας θὰ ἦταν καναρίνι». Κλεινω μ’ ἕνα ἀγαπημένο:

ΚΑΤΑ ΣΥΝΘΗΚΗΝ ΕΚΔΟΧΕΣ

(Να το πούμε ένα)
Υπάρχει η περίπτωση
Να σου κολλήσει η ιδέα
Πως δεν ήσουν για τους άλλους
Αυτό που μέχρι πρότινος φαντάστηκαν
Ούτε και για σένα
Αυτός που ώς τώρα ονειρεύτηκες πως είσαι
Το όνειρο κυρίως το ανεξήγητο
Δεν είναι χωνευτήρι γεγονότων, όσο επιθυμιών
Και μάλιστα εκείνων που διαφεύγουν
από τον σχεδιασμό του βίου
Πάρε ως παράδειγμα τα πτώματα Εσκιμώων
που για κυνήγι πήγαν
να βυθίσουν με ορμή την τρίαινα
σε κρύα σάρκα ζώου μα πρόλαβαν
και τους κατάπιανε του πάγου οι ρωγμές ή
όπως άλλοτε σπαράζει κέλυφος
που δεν έχει μέσα του ζωή
γιατί δεν ευδοκίμησαν οι φυσικές συνθήκες
Και μην ξεχνάς τους έρωτες
που φαγωθήκανε από σκυλιά
μέρα μεσημέρι με ήλιο ντάλα
Λίγα χρόνια πάνω, λίγα χρόνια κάτω
Και το παιδί του πρωινού αδιάβροχου
για αλλού ξεκίνησε, αλλού κινάει
με τις παλάμες ματωμένα βούκινα
Λίγα χρόνια πάνω, λίγα χρόνια κάτω
Πολλά διέφυγαν απ’ τον σχεδιασμό του βίου
Γι’ αυτό και λέμε βίος αβίωτος
Στερημένος δηλαδή
Όπως η ηρωίδα στα κοινά τα παραμύθια
Στεγνή κι όλο στεγνή
Κάθε απόψε
Τάχα και πως τη δική σου χώρα
Δεν τη λένε Χιροσίμα.
Εκφωνήθηκε κατά την παρουσίαση της συλλογής στην Αθήνα, στο βιβλιοκαφέ «Zatopek», στις 9 Μαρτίου 2024

*

*

*