*
Πές μου, φοράς πού και πού το μαντήλι που σού ʼκανα δώρο;
…Θά ʼταν η πρώτη φορά πού ʼχαμε πάει εκδρομή
δίχως παρέα, μοναχοί-μας. Χριστούγεννα νά ʼταν, των Φώτων;
Νύχτωνε πάντως νωρίς πάνω απʼ την πόλη, κι εμάς,
χέρι με χέρι πιασμένους, κανείς δέ μας πρόσεχε μέσα
στου γιορτινού παζαριού το εύθυμο πλήθος. Ποτέ
πρίν δέν είχαμε νοιώσει κοντύτερα ο ένας τον άλλο,
στη συμπλοκή των χεριών τόση κρυφή ζεστασιά.
Κι όταν μας είδε ο παππούς κι αράδιασε πάνω στον πάγκο
γάντια, μαντήλια, κασκόλ, «Διάλεξε – σού ʼπα – ό,τι θές.»
Σού ʼδειξε τόσα μαντήλια! Κι εσύ μου πήρες το μαύρο
με τις χρυσές πιτσιλιές κάτω στην άκρη. Γιατί;
«Μάθε επιτέλους, κουτέ – με αποπήρες γελώντας – πως φέγγει
και το μικρότερο φώς δυό φορές πιό δυνατά
μές στο σκοτάδι. Κι η αγάπη, που εσύ την περνάς για παιχνίδι,
θέλει σκοτάδι κι αυτή πρίν λαμπαδιάσει. Μα ποιός,
ποιός είναι τάχατε αυτός που θα σβήσει ποτέ τη δική-μας;»
Άμυαλη! Μόνο δυό τρείς μήνες χρειάστηκαν για
νά ʼρθει σάν κλέφτης, κρυφά, ο χωρισμός, και να μπεί το μαντήλι
μές στη βαλίτσα κι αυτό… Πές μου άν ποτέ το φοράς!
~.~
Όλοι μαζί για τη νίκη – των άλλων! Αυτών που μας έχουν
κλείσει μπαμπέσικα εδώ, να κολλάμε τα χέρια στις μπάρες
άβουλοι, οκνοί, φοβισμένοι, ρωτώντας σάν τί θα μας φέρουν
σήμερα για φαγητό: της στεγνής, της άχρηστης γνώσης
τʼ άχυρα, κόκαλα κρύα, λιγδερά, ρουφηγμένα απο χείλη
πρόστυχα σʼ άκεφες τάβλες, φιστίκια, ανοστιές, σαχλαμάρες,
ψέματα φρέσκα, αχνιστά, να μυρίζουν ακόμα κουζίνα,
τη συφορά σε μπουκίτσες, αστεία με βγαλμένο κουκούτσι –
όλο το σκουπιδαριό της τροφής που σε κάνει να θέλεις
κι άλλο, κι άλλο ώσπου πιά ο εμετός να σου κάψει το στόμα.
Ζήτω στους φύλακες, ζήτω! Σʼ αυτούς χρωστάμε τα πάντα:
στέγη, τροφή, σιγουριά. Για μάς πολεμάν κάποιους άγριους,
κάποιους ανήλεους εχθρούς. Κανείς δέν τους έχει αντικρίσει.
Πώς νά ʼναι τάχα; Ωμοφάγους τους λέν, βιαστές, βρεφοκτόνους,
λύκους σωστούς στο ουρλιαχτό, στο δάγκωμα, στο φαγοπότι.
Σίγουρα πάντως κι αυτοί, σάν τόσους άλλους, θα χάσουν
μάχη τη μάχη τον πόλεμο, βήμα το βήμα τη γή-τους.
Κι όταν, αιχμάλωτους πιά, τους δούμε νά ʼχουν κολλήσει
πάνω στις μπάρες τα χέρια, ρωτώντας σάν τί θα τους φέρουν
σήμερα για φαγητό – θα γνωρίσουμε λές τον εαυτό-μας;
~.~
Κι έρχεται η μέρα που νοιώθεις κι εσύ μονομιάς οτι βγήκαν
πλάνες, πλάνες οικτρές όλα όσα σκέφτηκες. Τί
σχέδια, τί θαρρετά ξεκινήματα, τί καρδιοχτύπια!
Χάθηκαν όλα. Κι εσύ, το ίδιο χαμένος, κοιτάς
μήπως και βρείς παρηγόρια… πού; Στην απόλαυση βέβαια.
Δέ θά ʼναι πλάνη κι αυτή! Θίασο μαζεύει τρελό,
γλέντι τρικούβερτο στήνει ο θεός για χάρη-σου ακόμα
κι όταν σʼ αφήνει… Σωστά; Πρόσεξε μή γελαστείς:
Όλοι μαζεύτηκαν κιόλας, χορεύουν στην πίστα, κι εσένα
ποιός να σου ανοίξει! Σκυφτός κάθεσαι απέξω κι ακούς,
σκέφτεσαι τό ʼνα και τʼ άλλο, ξεχνιέσαι, μα μήτε τις πρώτες,
μήτε καινούργιες χαρές βρίσκεις στην ξένη γιορτή…
~.~
Στο άπειρο ψάχνω να βρώ το σημείο που ενώνονται οι ράγιες
της κουταμάρας, αλί, και της ζήλειας. Εκεί το μυαλό-σου
τρέχει με χίλια προτού προλάβω κάν να ψελλίσω
κάποιο επιχείρημα. – Πώς;! Επιχείρημα; Πλάκα μου κάνεις;
Θέλεις να πείς δηλαδή πως το απόκομμα πού ’χεις στο χέρι
δείχνει εντελώς κατα τύχη απ’ την πίσω μεριά τη Μπελούτσι,
έστω κομμένη μισή; (Για κόλπο τό ’κανες βέβαια.)
Και το χαρτάκι που βρήκα στην τσέπη-σου κι έγραφε: ΣΚΟΡΔΟ –
ΡΙΓΑΝΗ – ΔΑΦΝΗ; Δάφνη! Σε ποιό σουπερμάρκετ, κορτάκια,
πήγαινες για ραντεβού; Και τί ήταν η Δάφνη, ταμίας;
Φτού να χαθείς! Δέ σ’ αντέχω! – Μα εγώ σε γουστάρω. Μου δίνεις
τόσο κακόπιστη πού ’σαι, δικαίωμα σχεδόν στην απάτη.
Κι ούτε μπορείς να με πιάσεις. Δέν έχεις μυαλό, κακομοίρα…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
(Απο την ανέκδοτη συλλογή Πλάτη με πλάτη)
*
*
*
