*
Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ
Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας» (Σελίν). Τό 1928 ἐγγράφεται στή Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βουκουρεστίου. Μελετᾶ Κάντ, Σοπενάουερ καί Νίτσε. Πιάνει φιλίες μέ τόν Ἰονέσκο καί τόν Ἐλιάντε. Τό 1933 πραγματοποιεῖ σπουδές στό Βερολῖνο μέ ὑποτροφία τοῦ Ἱδρύματος Humboldt. Μελετᾶ Χάρτμαν, Κλάγκες κ.ἄ. Ἐξονυχίζει τό ἔργο τοῦ Ζίμελ. Τήν περίοδο αὐτή υἱοθετεῖ ἀκραῖες ἐθνικιστικές καί ἀντισημιτικές θέσεις, οἱ ὁποῖες γρήγορα θά πάρουν τέλος. Ὅταν τόν ρώτησαν τί σκέφτεται γιά τό ἀλλοτινό του παραλήρημα, ἀπάντησε ὅτι «εἶναι σάν νά ἀντικρίζω τίς ἐμμονές ἑνός ξένου, καί μένω ἀποσβολωμένος ὅταν διαπιστώνω ὅτι αὐτός ὁ ξένος εἶμαι ἐγώ» (Καραβασίλης). Τό 1933 δημοσιεύει τό πρῶτο του βιβλίο, Στό ἀπόγειο τῆς ἀπελπισίας. Τό 1937 δημοσιεύει τό περιώνυμο καί ἐπίμαχο Περί δακρύων καί ἁγίων. Τήν ἴδια χρονιά ἀναχωρεῖ γιά τό Παρίσι, «παγκόσμια πολιτεία τῶν γραμμάτων» (Καζανοβά), μέ ὑποτροφία τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου καί μέ τήν πρόθεση νά ἐκπονήσει διδακτορική διατριβή πάνω στόν Μπεργκσόν. Τό ὅτι δέν τήν ὁλοκλήρωσε, τό ξέρουμε. Μαντεύουμε ὅμως καί ὅτι δέν τήν ἄρχισε κἄν. Δέν θά ἐπιδιώξει νά συγκαταλεχθεῖ στήν τιμητική φρουρά τοῦ γαλλικοῦ ἀκαδημαϊκοῦ πνεύματος· ἀλητεύει στίς γειτονιές της Μονμάρτης, στήν πλατεῖα Σαίν-Μισέλ, στό Καρτιέ Λατέν, νά πιάνει γνωριμίες μέ κάθε λογῆς ἀδέσποτους παλαβούς, πένητες καί πόρνες· κοντολογίς, δέν ἔχασε χρόνο καί ἄρχισε νά μειονεκτεῖ, νά προστυχαίνει τήν ἀξία καί νά ψευτίζει τήν κεφαλαιώδη σημασία. Θά ζήσει σέ φτηνά ξενοδοχεῖα καί σέ σοφίτες. Χωρίς ἐπιτήδευμα, χωρίς εἰσόδημα καί χωρίς ἀκαδημαϊκούς τίτλους. Θά γευματίζει (γιά περίπου δεκαπέντε χρόνια) στήν φοιτητική ἑστία καί οὐδέποτε θά ἀμελήσει τίς σπουδές του στούς Γάλλους moralistes: Σαμφόρ, Λά Ροσφουκώ, Ριβαρόλ κ.ἄ. Ὅταν, δε, τό Πανεπιστήμιο θά τοῦ δηλοποιήσει ἐπισήμως ὅτι τοῦ ἀνακαλεῖ λόγῳ προκεχωρημένης ἡλικίας τήν φοιτητική ἰδιότητα, αὐτός θά χαρακτηρίσει τήν ἡμέρα ἐκείνη «ὡς μία ἀπό τίς πιό τραγικές τῆς ζωῆς μου» (Καραβασίλης). Φαίνεται λοιπόν πώς τήν ζωογόνο ἐπαφή μέ τήν ζωή δέν τήν στερήθηκε. Γνώρισε τήν ὑπερένταση καί τήν ζέση, «τό παλμῶδες αἴσθημα τοῦ ὑπάρχειν, τήν διψαλέα ἀπόλαυση τοῦ παρόντος» (Νικολαρεΐζης). Ἡ βραχύτητα τῆς ζωῆς καί ὁ συνακόλουθος αἰσθησιασμός θά τόν ἀπασχολοῦν εἰς τό διηνεκές. Πάντοτε φιλικά προσκείμενος στήν χοϊκή, ἐνθαδική ἀνθρωπότητα, οἱ ἀνώτερες σφαῖρες θά εἶναι γι’ αὐτόν ἁπλῶς κάτι μεγάλες μπάλες πού πουλᾶνε τά ἐπώνυμα πρατήρια σκέψης. Θά ἀπέχει ριζικά ἀπό τήν μεταρσίωση. Δέν θά ἀποκτήσει μαθητές καί οὐδέποτε θά ἀνεβεῖ στήν ἕδρα τοῦ λόγου του γιά νά χειρονομεῖ καί νά ἀναγγέλλει διά προσωποπαγῶν σημάτων τίς σημασίες του. Τό 1947 ἀλλάζει γλῶσσα· ἀσκεῖται ἐξαντλητικά στήν γαλλική. Καρπός τῆς προσπάθειας αὐτῆς εἶναι ἡ δημοσίευση, τό 1949, τοῦ Ἐγκόλπιου ἀνασκολοπισμοῦ – ὁ τίτλος εἶναι πρωτότυπη παραγωγή τοῦ ἀείμνηστου Παπαγιώργη. Σήμερα εἶναι τό πιό φημισμένο. Ὁ Τσελάν τό μεταφράζει στά γερμανικά τό 1953. Ἀκολουθοῦν οἱ ἐκδοτικές ἀποτυχίες: Συλλογισμοί τῆς πίκρας (1952) καί Πειρασμός τοῦ ὑπάρχειν (1956). Τή δεκαετία τοῦ ’60 δημοσιεύει τά βιβλία Ἱστορία καί οὐτοπία, Πτώση μέσα στόν χρόνο καί Ὁ κακός δημιουργός. Ἡ πρώτη του ἐκδοτική ἐπιτυχία σημειώνεται μέ τό Περί τοῦ ἀτοπήματος τῆς ἔλευσης στήν ζωή (1973). Σιγά σιγά φημίζεται, ἔστω καί σ’ ἕναν στενό κύκλο ἀναγνωστῶν ἀρχικά. Δείχνει μετριοπάθεια στήν ζωή του. Διάγει βίον, ἄν ὄχι ἀσκητικό, τοὐλάχιστον ἐγκρατῆ. Οἱ ἀλλοτινές νύκτιες σωμασκίες στούς δρόμους τῆς πόλης, ἐκδηλώσεις ἐνθουσιασμοῦ καί διάψευσης συνάμα, καταπαύουν καί σβήνουν. Δέν ξέρω ἄν ἔγινε κύριος τῶν παθῶν του, πάντως ἐμφανίζεται μετρημένος καί ὀλιγαρκής. Ἐξάλλου ἡ μισανθρωπία καί ἡ μοναξιά δέν τόν ἐμπόδισαν νά συνάψει δεσμούς (Σιμόν Μπουέ, ἡ ἰσόβια σύντροφός του) ἤ σχέσεις φιλίας (Μπέκετ, Τσελάν κ.ἀ.). Ἐφεξῆς, καὶ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, θά κάνει ἤρεμους περιπάτους στόν Κῆπο του Λουξεμβούργου. Τά πάθη καί τά βιώματα σοβαρεύουν τή ζωή, κι ἄν δέν καταστρέψουν τόν ἄνθρωπό τους, τόν στρώνουν στή δουλειά. Τό ἔργο πού θά προκύψει εἶναι πνευματικό γεγονός, ὁλοκληρία μή ἔχουσα αἰτιώδη ἐξάρτηση μέ τή διαδρομή τῶν βιωμάτων. Θά γράφει μέχρι τέλους… Καὶ μετὰ τὸ τέλος του, θὰ ἐρίζουν γιὰ τὰ κατάλοιπα ἄφησε. Ποιός νὰ τοῦ τό ’λεγε! Ἀπεβίωσε στίς 20 Ἰουνίου τοῦ 1995.
Τό βιβλίο Ἡ πτώση μέσα στόν χρόνο δημοσιεύεται τό 1964. Τά περισσότερα ἀπό τά κείμενα αὐτοῦ τοῦ ὀλιγοσέλιδου βιβλίου εἶχαν προηγουμένως δημοσιευτεῖ στό περιοδικό La Nouvelle Revue Française, μέ τό ὁποῖο ὁ Σιοράν εἶχε τακτική συνεργασία. Σέ αὐτά, ὁ συγγραφέας διηγεῖται τήν βιβλική ἱστορία τῆς Πτώσης, σκιαγραφεῖ τό πορτραῖτο τοῦ πολιτισμένου ἀνθρώπου, διαλαμβάνει τό θέμα τοῦ σκεπτικισμοῦ, μιλᾶ γιά τήν ἀρρώστια καί τόν θάνατο, τούς κινδύνους τῆς σοφίας καί τήν ἐπιθυμία γιά δόξα. Καί εὔχεται ἀναφανδόν τήν καταστροφή τοῦ κόσμου! Γι’ αὐτό καί ὑποψιαζόμαστε ὅτι ὁ Σιοράν αὐτοβιογραφεῖται μέσῳ τῆς ζοφερῆς ἔγχρονης συνθήκης πού περιγράφει. Εὔχεται ουσιαστικά τη δική του! Εἶναι ἕνα «ψῆγμα ὕπαρξης» πού περιφέρεται ἀδιέξοδα σ’ ἕναν κόσμο διάσπαρτων συμβεβηκότων, ὅπου ὅλα γίνονται ἐκ περισσοῦ καί ἐπὶ ζημίᾳ. Κουρασμένος, μετά ἀπό τρεῖς αἰῶνες Διαφωτισμοῦ καί διάπλατου μέλλοντος, ἀπό ὅλες αὐτές τίς σημασιολογικές πτήσεις, δέν βλέπει παρά μόνο ἐπικρεμάμενους κινδύνους. Ἀναρωτιέμαι ἄν ὁ σύγχρονος σωτηριολογικός μετανθρωπισμός, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται τήν ἀνθρωπινότητα ὡς μιά ἀπολύτως ἀρνητική, ἀλύτρωτη καί νοσηρή συνθήκη, πού δέν σηκώνει καμιά διόρθωση καί πρέπει συνεπῶς νά ξεπεραστεῖ πρός κάτι άλλο, θά ἔβρισκε στό κείμενο τοῦ Σιοράν κάποιο ἔρεισμα. Ἤ μήπως τό ἀντίθετο; Ὁ Σιοράν ξέρει ὅτι τό ὅλο ζήτημα εἶναι κάτι νά σηκωθεῖ, νά σηκωθεῖ καί νά φύγει πρός μιά ὑποτιθέμενη ζωή. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά συναντήσει παρά μόνο την κερδώα ὄψη πού γιά χρόνια ἐπιμελεῖται. Συνήθως τά λόγια του εἶναι σημαιοστολισμένα, διέρχεται ἔφιππος τόν κόσμο. Μιλάει σάν ἐξαγώγιμο προϊόν. Ντύνεται τόν λόγο. Δέν μποροῦμε νά γιορτάσουμε, παρά μόνο μέσα στό σύμπτωμα τῆς ζωῆς μας. Εἶναι ἡ ἀξία μας. Νά σοῦ πῶ πώς φτιάχτηκα; Καί τί θά τό κάνεις; Πᾶμε ὅπως πᾶμε, κινούμαστε, θορυβοῦμε. Τό ποίκιλμα εἶναι γλύτωμα καί ἀπολησμονιά. Ἔλα ὅμως πού ξέρει, τό ἔμαθε δέκα χρονῶν μέσα στήν αὐπνία του, ὅτι εἶναι μιά ὑποτιθέμενη μόνο ζωή ἡ ζωή. Πέραν αὐτῆς οὐδέν. Αὐτός περισπᾶται ἀπό τήν ἀλήθεια αὐτή, μέ τό νά τήν γράφει, εἰς βάρος μας ὅμως. Ἡ διαρροή τῆς σκέψης του μᾶς χτυπᾶ μέ τήν μέγιστη δυνατή ἐπιγραμματικότητα. Κάποτε-κάποτε ζαλιζόμαστε. Πῶς ὅμως θά μποροῦσε κανείς νά ἀποφύγει τήν σκέψη ὅτι ἡ θέση του εἶναι παράσπονδη; Ὁ Κονδύλης μηδένισε (ἀντικειμενικά) ὅλες τίς ἀξίες καί τίς ἄφησε νά ἔχουν μόνο μιά ὑποκειμενική γιά τούς χρῆστες ἰσχύ. Μήπως ὅμως αὐτός κάνει τό μηδέν ἀξία; Μήπως ἀξιοδοτεῖται πού μηνύει τήν ἀξία; Βεβαίως καί ἀρνήθηκε τίς θέσεις καί τά βραβεῖα, Ἐννοῶ: μήπως πόνταρε στό ζερό καί κέρδισε; Εἰς βάρος μας; Ad hominem τό ἐπιχείρημα· δέν το λές εὔκολο, νά ρίχνουμε κρυφές ματιές στίς ἀτομικές πράξεις καί σκέψεις. Θά μείνουμε μέ τήν ἀπορία. Τοῦ φταίει καί ξεσπᾶ στόν κόσμο, δέν τόν δεοντολογεῖ ὅμως, αὐστηρά μιλῶντας, διά του μηδενός. Εἶναι ἀντιφατικός, ἀλλά ὄχι ἀσυνεπής. Τό μηδέν του δέν συνιστᾶ μιά ἀντίστροφη θεολογία… Ὁ ἴδιος πάντως θεωροῦσε τό βιβλιαράκι αὐτό ἀπό τά πιό προσωπικά του. Καί τίς τελευταῖες ἑπτά σελίδες του, τίς πιό σοβαρές πού ἔχει γράψει. Ἴδωμεν…
EMIL CIORAN
Περί ἀσθένειας
Ὁ ὑγιής, ὅ,τι χαρίσματα κι ἄν ἔχει, εἶναι σκέτη ἀπογοήτευση. Τά λόγια του δέν ἔχουν τήν παραμικρή ἀξιοπιστία, δέν μποροῦμε νά δοῦμε σέ αὐτά κάτι ἄλλο ἐκτός ἀπό προφάσεις καί ἀκροβατικές ἀσκήσεις ἰσορροπίας. Ἡ βιωματική ἐμπειρία τοῦ τρομεροῦ, πού μόνο αὐτή προσδίδει ἕνα ὁρισμένο βάθος σέ ὅ,τι λέμε, τοῦ λείπει∙ ὅπως ἐπίσης τοῦ λείπει καί μιά ὁρισμένη φαντασία τῆς συμφορᾶς, χωρίς τήν ὁποία δέν θά μπορούσαμε νά ἔρθουμε σὲ ἐπικοινωνία μέ αὐτά τά χωριστά ὄντα πού εἶναι οἱ ἄρρωστοι∙ εἶναι ἀλήθεια πώς ἄν διέθετε μιά τέτοια ἐμπειρία, δέν θά ἦταν πλέον ὑγιής. Ἐλάχιστα μεταδόσιμος, οὐδέτερος μέχρι παραιτήσεως, κατασταλάζει μέσα στήν ὑγεία, μιά κατάσταση ἀσήμαντης τελειότητας, ἀδιαπερατότητας στον θάνατο, ἀπρονοησίας ἀπέναντι στόν ἑαυτό του καί στόν κόσμο. Ὅσο παραμένει ἐκεῖ, ὁμοιάζει πρός τά ἀντικείμενα· μόλις ξεκόψει ἀπ’ αὐτήν, ἀνοίγεται στό ὅλον, γνωρίζει τό πᾶν· παντογνωσία τοῦ φόβου.
*
Ἡ σάρκα χειραφετεῖται, ἐξεγείρεται, ἀρνεῖται νά προσφέρει ἄλλες ὑπηρεσίες – ἡ ἀσθένεια εἶναι ἡ ἀποστασία τῶν ὀργάνων. Τό καθένα πορεύεται τόν δικό του δρόμο, τό καθένα, ἀπότομα ἤ σταδιακά, σταματᾶ νά μετέχει στό παιγνίδι, νά συμπράττει μέ τά ἄλλα, στρέφεται πρός τήν περιπέτεια καί τήν ἰδιοτέλεια. Ἡ ἔνταση τῆς συνείδησης αὐξάνεται μόνο ὅταν ὁ ὀργανισμός πάσχει, ἄν ὄχι ὅταν καταρρέει: στό ἀρχικό της στάδιο εἶναι συνείδηση τῶν ὀργάνων. Ὅσο ὑγιαίνουμε τά ἀγνοοῦμε· ἡ ἀσθένεια μᾶς τά φανερώνει, αὐτή μᾶς κάνει νά ἐννοήσουμε τήν εὐθραυστότητα καί τή σημασία τους, τήν ἐξάρτηση πού ἔχουμε ἀπό αὐτά. Ἡ ἀνένδοτη ἐπιμονή μέ τήν ὁποία ἡ ἀσθένεια μᾶς θυμίζει τήν ὕπαρξή τους ἐνέχει κάτι τό ἄσπλαχνο· ὅσο κι ἄν θέλουμε νά τά ξεχάσουμε, αὐτή δέν μᾶς ἀφήνει· ἡ ἀδυναμία τούτη τῆς λήθης, πρωταγωνίστρια τοῦ δράματος τῆς ἐνσώματης ὕπαρξης, γεμίζει τό διάστημα πού μένουμε ἄγρυπνοι. Ὅσο διαρκεῖ ὁ ὕπνος συμμετέχουμε στή συμπαντική ἀνωνυμία, εἴμαστε ὅλα τά ὄντα· ὅταν ὅμως ὁ πόνος μᾶς ξυπνήσει, καταστρέφοντας τήν ἠρεμία μας, εἴμαστε μόνο ἐμεῖς μέσα στήν ἀγρυπνία μας, ἐμεῖς καί ἡ ἀσθένειά μας, μαζί μέ τίς σκέψεις καί τίς ἔγνοιες πού μᾶς τρώγουν: «Ἀλίμονο στή σάρκα πού ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ψυχή καί ἀλίμονο στήν ψυχή πού ἐξαρτᾶται ἀπό τήν σάρκα»! Καταλαβαίνουμε τό πλῆρες νόημα τοῦ λόγου αὐτοῦ ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Θωμᾶ μέσα στήν ἐρημία τῆς νύχτας. Ἡ σάρκα μποϊκοτάρει την ψυχή, ἡ ψυχή μποϊκοτάρει τήν σάρκα∙ οὖσες ὀλέθριες ἡ μία γιά τήν ἄλλη, δέν γίνεται νά συνυπάρξουν, νά ἐπεξεργαστοῦν ἀπό κοινοῦ ἕνα σωτήριο ψέμα, μιά μακρόπνοη μυθιστορία.
*
Θά νόμιζε κανείς πώς ὅσο περισσότερο αὐξάνεται χάρη στήν ἀσθένεια ἡ αὐτεπίγνωσή μας, τόσο πιό ἐλεύθεροι θά ἔπρεπε νά αἰσθανόμαστε. Κι ὅμως, ἀληθεύει τό ἀντίθετο. Καθώς σωρεύονται οἱ βλάβες τῆς ὑγείας, βρισκόμαστε στό ἔλεος τοῦ σώματός μας, τοῦ ὁποίου οἱ ἰδιορρυθμίες ἰσοδυναμοῦν μέ δικαστικές ἀποφάσεις. Αὐτό μᾶς κατευθύνει καί μᾶς κυβερνᾶ, ἐλέγχει τή συναισθηματική μας κατάσταση∙ μᾶς ἐπιβλέπει, μᾶς παραμονεύει, ἀσκεῖ πάνω μας τήν κηδεμονία του∙ μόλο πού ὑπαγόμαστε στή θέλησή του ὑπομένοντας μιά ταπεινωτική ἥττα, καταλαβαίνουμε γιατί ὅταν εἴμαστε καλά στήν ὑγεία μας βρίσκουμε ἀπωθητική τήν ἰδέα τῆς μοιρολατρίας: ὁ λόγος εἶναι ὅτι τό ὑγιαῖνον σῶμα δέν μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ὕπαρξη του. Ἄν ἐν ὑγείᾳ τά ὄργανα τοῦ ὀργανισμοῦ ἔχουν μιά διακριτική παρουσία, στήν ἀσθένεια ἀνυπομονοῦν νά τραβήξουν τήν προσοχή, ἀνταγωνίζονται τό ἕνα τό ἄλλο. Ἐπικρατεῖ τό ὄργανο πού θά δείξει τόν μεγαλύτερο ζῆλο∙ κι ὅταν αὐτό κουραστεῖ, ἕνα ἄλλο, πιό δραστήριο καί δυναμικό, θά ἔρθει νά κλέψει τήν παράσταση. Τό δυσάρεστο σέ αὐτή τήν κατάσταση εἶναι ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε κατ’ ἀνάγκην καί ὁ μάρτυρας καί τό ἀντικείμενο τούτης τῆς ἀντιπαλότητας.
*
Ὅπως κάθε παράγοντας ἀνισορροπίας, ἡ ἀσθένεια χαλάει τή βολή μας, μᾶς ἀναστατώνει, εἰσάγει ἕνα στοιχεῖο ἔντασης καί σύγκρουσης. Ἡ ζωή εἶναι μιά ἐξέγερση στό ἐσωτερικό τοῦ ἀνόργανου, μιά τραγική πτήση τοῦ ἀδρανοῦς∙ ἡ ζωή εἶναι ἔμψυχη ὕλη πού –καί ἄς δώσουμε ἰδιαίτερη ἔμφαση σέ αὐτό– ρημάζεται ἀπό τόν πόνο. Ὁ μόνος τρόπος γιά νά ξεφύγουμε ἀπ’ ὅλη αὐτή τήν ὑπερδιέγερση, τήν ξεθεωτική δραστηριότητα, εἶναι νά γυρέψουμε τήν ἀνόργανη ἀνάπαυση, τήν εἰρήνη μέσα στά στοιχεῖα. Ἡ βούληση νά ξαναγυρίσουμε στήν ὕλη συνιστᾶ τόν πυρήνα τῆς ἐπιθυμίας νά πεθάνουμε. Τουναντίον, στόν φόβο τοῦ θανάτου ἐφεδρεύει ὁ φόβος αὐτῆς τῆς ἐπιστροφῆς, ἤγουν τῆς ἐπανόδου στή σιωπή καί στήν ἰσορροπία τοῦ ἀδρανοῦς – κυρίως στήν ἰσορροπία του. Πράγμα τελείως φυσικό: πρόκειται ἐν προκειμένῳ γιά μιά ζωική ἀντίδραση∙ ὅ,τι ἀποτελεῖ μέρος τῆς ζωῆς εἶναι κυριολεκτικά καί μεταφορικά ἐκτός ἰσορροπίας.
Εἴμαστε τό προϊόν τῶν ἀσθενειῶν τοῦ παρελθόντος μας καί, γιά τούς ἀνήσυχους, τῶν ἀσθενειῶν πού θά ἐνσκήψουν στό μέλλον μας. Στήν ἀφηρημένη, ἀκαθόριστη ἀσθένεια τοῦ νά εἶσαι ἄνθρωπος, παντοῖες ἄλλες συγκεκριμένες ἔρχονται νά προστεθοῦν, οἱ ὁποῖες μᾶς διαμηνύουν ὅτι ἡ ζωή εἶναι μιά ἀπόλυτα ἀνασφαλής συνθήκη, κατ’ οὐσίαν προσωρινή, ὅτι συνιστᾶ ἕναν τυχαῖο τρόπο ὕπαρξης. Κι ἄν ἡ ζωή εἶναι ἕνα συμβεβηκός, τό ἄτομο εἶναι τό συμβεβηκός τοῦ συμβεβηκότος.
Δέν ὑπάρχει θεραπεία∙ κουβαλᾶμε μέσα μας ὅλες τίς ἀσθένειες ἀπό τίς ὁποῖες ἔχουμε θεραπευτεῖ∙ οὐδέποτε μᾶς ἐγκαταλείπουν. Ἀνίατες ἤ μή, εἶναι ἐκεῖ γιά νά ἀποτρέψουν τόν πόνο ἀπό τό νά μετατραπεῖ σέ μιά διάχυτη αἴσθηση. Τόν συγκεκριμενοποιοῦν, τόν ὀργανώνουν, τόν ρυθμίζουν… Τίς ἀποκάλεσαν «ἔμμονες ἰδέες» τῶν ὀργάνων. Πράγματι, οἱ ἀσθένειες μᾶς ὑποβάλλουν τήν σκέψη ὅτι τά ὄργανα τοῦ σώματος καταλαμβάνονται ἀπό μιά μονομανία, τήν προσοχή τῆς ὁποίας ἀποκλείεται τελείως νά διαφύγουμε, ὅτι βρίσκονται στό ἔλεος προβλέψιμων, στοχευμένων διαταραχῶν, αἰχμάλωτα ἑνός μεθοδικοῦ ἐφιάλτη, ἐμμονικά μονότονου.
Ὁ αὐτοματισμός τῆς ἀσθένειας δείχνει ὅτι αὐτή δέν γνωρίζει τίποτα ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό της. Ἀφοῦ ἐμπλουτίσει τίς πρῶτες της ἐκδηλώσεις, πέπρωται στή συνέχεια νά ἐπαναλαμβάνεται, χωρίς ὡστόσο νά παριστάνει συμβολικῷ τῷ τρόπῳ, ὅπως ἡ πλήξη, τήν ἀμεταβλησία καί τή στειρότητα. Ἄς προσθέσουμε, ἐπίσης, ὅτι μετά ἀπό ἕνα ὁρισμένο χρονικό διάστημα, τό μόνο πού κάνει εἶναι νά διαβεβαιώνει καθημερινά τόν πάσχοντα ὅτι τοῦ εἶναι ἀδύνατον νά μήν ὑποφέρει.
*
Ὅσο ὑγιαίνουμε, δέν ὑπάρχουμε. Πιό συγκεκριμένα: δέν λαμβάνουμε εἴδηση τῆς ὕπαρξής μας. Ὁ ἄρρωστος λαχταρᾶ τό μηδέν τῆς ὑγείας, τήν ἄγνοια τοῦ ὑπάρχειν: χολώνεται πού κάθε στιγμή γνωρίζει ὅτι ἕνα ὁλόκληρο σύμπαν στέκεται ἀντίκρυ του, δίχως νά ὑπάρχει τρόπος ὁ ἴδιος νά ἀποτελέσει μέρος του, νά βυθιστεῖ ἐντός του σέ μιά μορφή ἀνυπαρξίας. Τό ἰδεῶδες θά ἦταν νά λησμονήσει τά πάντα καί λυτρωμένος ἀπό τό βάρος τοῦ παρελθόντος νά ξυπνήσει μία ὡραία πρωία γυμνός μπροστά στό μέλλον. «Τίποτα δέν μπορῶ νά ἀναλάβω, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν ἑαυτό μου. Εἶναι προτιμότερο νά ἐκραγῶ ἤ νά διαλυθῶ, παρά νά συνεχίζω ἔτσι», ὀμολογεῖ στόν ἑαυτό του. Φθονεῖ, καταφρονεῖ καί μισεῖ τούς λοιπούς θνητούς, κυρίως ὅμως τούς ὑγιεῖς. Ὁ ἐπίμονος πόνος, ὄχι μόνο δέν ἐξαγνίζει, ἀλλά ἀνασύρει στήν ἐπιφάνεια ὅλη τήν κακότητα τοῦ ἀνθρώπου, σωματική ἤ ψυχική. Ἐνδεδειγμένη στάση: μή δίδετε πίστη σέ ὅσους ὑποφέρουν, νά φοβᾶστε τούς βαρέως ἀσθενοῦντες, τούς κατάκοιτους. Κρυφή ἐπιθυμία κάθε ἀρρώστου εἶναι ἅπαντες νά ἀρρωστήσουν, καί τοῦ ψυχορραγοῦντος [ἡ ἐπιθυμία] εἶναι ἅπαντες νά τρεμοσβήσουν μές στήν ἀγωνία. Ἐλπίζουμε μέσα στήν κακοδαιμονία μας οἱ ἄλλοι νά γίνουν κι αὐτοί τό ἴδιο δυστυχεῖς μέ μᾶς: ὄχι περισσότερο, ἀλλά τό ἴδιο. Ἄς μήν ἔχουμε αὐταπάτες: ἡ μόνη ἰσότητα πού μετράει γιά ἐμᾶς, ἡ μόνη γιά τήν ὁποία εἴμαστε ἱκανοί, εἶναι ἡ ομοιοπάθεια τῆς Κόλασης.
Ἀκόμα κι ἄν ἀποστερηθεῖ τά πάντα, ὁ ἄνθρωπος θά βρεῖ τόν τρόπο νά τά βγάλει πέρα. Ἕνα μόνο πράγμα πρέπει νά μείνει ἀπείραχτο, διότι, ἄν τοῦ τό στερήσουμε, ὁ ἄνθρωπος θά χαθεῖ αὐτοστιγμεί: ἡ ἱκανότητα στήν ἔκφραση παραπόνων, ἤ καλύτερα, τό ἡδονικό αἴσθημα πού τοῦ προσφέρει ἡ διαμαρτυρία. Ἄν τό στερηθεῖ, δέν θά τρέφει πλέον κάποιο ἐνδιαφέρον οὔτε θά αἰσθάνεται ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση γιά τά βάσανα στά ὁποία ὑποβάλλεται. Τά ὑπομένει ἐφόσον μπορεῖ νά μιλάει γι’ αὐτά ἤ νά τά κοινολογεῖ, ἐφόσον μπορεῖ πάνω ἀπ’ ὅλα νά τά διηγηθεῖ στόν πλησίον του γιά νά τόν τιμωρήσει πού ἀκόμα δέν τά βιώνει ἤ πού πρός στιγμήν δέν τά ὑφίσταται. Κι αὐτό πού ὑπονοεῖ παραπονούμενος εἶναι: «Περίμενε λίγο, δέν θά ἀργήσει νά ἔρθει ἡ σειρά σου, τό πεπρωμένο φυγεῖν ἀδύνατο». Οἱ ἄρρωστοι εἶναι σαδιστές· ὁ σαδισμός τους ὅμως εἶναι ἐπίκτητος, αὐτή εἶναι ἡ μόνη τους δικαιολογία.
*
Ἄν, ἐν μέσῳ ἀσθενειῶν, ὑποκύπταμε στόν πειρασμό νά πιστέψουμε ὅτι αὐτές δέν χρησιμεύουν σέ τίποτα, ὅτι χωρίς αὐτές θά ἤμασταν σέ μιά ἀρίστη κατάσταση, αὐτό θά σήμαινε πώς παραγνωρίζουμε τήν διπλή ὄψη τῆς ἀσθένειας: ἐκμηδένιση καί ἀποκάλυψη· ἡ ἐμφάνιση τῆς νόσου ἀφανίζει τόν κόσμο τῶν φαινομένων καί μᾶς ἀποκαλύπτει ἕναν ἄλλον, ἐνίοτε ἀθέατο, μᾶς φανερώνει τήν ἔσχατη πραγματικότητά μας. Ἀπό μιάν ἄλλη σκοπιά, δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι ὁ πάσχων εἶναι μέ τόν τρόπο του ἕνας ἀπατεωνίσκος. Ἄν ἀπασχολεῖται τόσο πολύ μέ τίς ἀδυναμίες του, ἄν λεπτολογεῖ τήν ἀνισχυρία του, τό κάνει γιά νά μήν σκέφτεται τόν θάνατο· τόν ἀντιπαρέρχεται ἐπιμελούμενος τόν ἑαυτό του. Οἱ μόνοι πού τόν κοιτοῦν κατάματα εἶναι ἐκεῖνοι οἱ σπανιότατοι ἄνθρωποι πού ἔχoντας πλήρως κατανοήσει τά «μειονεκτήματα τῆς ὑγείας», δέν θέλουν νά ἔρθουν στά συγκαλά τους και ἀρνοῦνται νά βροῦν τή γιατρειά τους. Ἀφήνονται ἀνάλαφρα νά τούς πάρει ὁ θάνατος, ὅλως ἀντιθέτως πρός τούς πολυάσχολους ὑπόλοιπους, οἱ ὁποῖοι πνίγονται στή δουλειά καί γι’ αὐτό νομίζουν ὅτι γλίτωσαν τόν θάνατο ἐπειδή ἁπλῶς δέν ἔχουν τόν χρόνο νά τοῦ παραδοθοῦν.
Ὅσο οἱ ἱκανότητές μας βρίσκονται σέ μιά ἰσορροπία, δέν ἀντιλαμβανόμαστε ἄλλους κόσμους· τούς αἰσθανόμαστε ὅμως, ἔστω καί ἀνεπαίσθητα, εὐθύς μόλις αὐτή ἀνατραπεῖ. Σάμπως τότε νά ἔχει ἀνοίξει μιά ρωγμή στό πραγματικό, μέσα ἀπό τήν ὁποία βλέπουμε ἕναν τρόπο ὕπαρξης πού βρίσκεται στόν ἀντίποδα τοῦ δικοῦ μας. Τούτη τή διάνοιξη, ὅσο ἀπίθανη κι ἄν εἶναι ἀντικειμενικά, δέν μποροῦμε νά τήν θεωρήσουμε ἕνα τυχαῖο πλάσμα τοῦ νοῦ μας. Κάθε τί πού ἀντιλαμβανόμαστε ἔχει ἀξιώσεις πραγματικότητας, διότι ὅσο φανταστικό κι ἄν εἶναι τό ἀντιληπτό ἀντικείμενο, ἀποτελεῖ ἐντούτοις μέρος τῆς ζωῆς μας. Οἱ ἄγγελοι, γι’ αὐτόν πού δέν μπορεῖ νά μήν τούς σκέφτεται, εἶναι πραγματικοί. Ὅταν ὅμως τούς βλέπει μπροστά του, τούς φαντάζεται νά τόν επισκέπτονται… αὐτό κι ἄν συνιστᾶ μιά ἀληθινή ἀνατροπή τῆς ὕπαρξής του, ἕνα ἀληθινό ξέσπασμα κρίσης! Οὐδέποτε ἕνας ὑγιής θά νιώσει τήν παρουσία τους ἤ θά σχηματίσει μιάν ἀκριβή εἰκόνα τους. Νά τούς συλλαμβάνω διά τῆς φαντασίας μου σημαίνει ὅτι ἄγομαι πρός τήν καταστροφή μου· νά τούς βλέπω ὅμως καί νά τούς ἀγγίζω σημαίνει ὅτι ἡ καταστροφή ἔχει κιόλας συντελεστεῖ. Ὁρισμένες φυλές λένε γιά τόν ἄνθρωπο πού ὑποφέρει ἀπό σπασμούς ὅτι «ἔχει τούς θεούς» – ἐμεῖς θά ἔπρεπε νά λέμε γιά ἐκείνον πού βασανίζεται ἀπό μυστικούς τρόμους ὅτι «ἔχει τούς ἀγγέλους».
Τό νά ἐγκαταλείψει κανείς τόν ἑαυτό του στούς ἀγγέλους ἤ στούς θεούς… τό δεχόμαστε, γιατί ὄχι; Τό χειρότερο εἶναι ὅταν περνιέται κανείς διαρκῶς γιά τό πιό νορμάλ ἄτομο πού ἔζησε ποτέ, ὅταν νομίζει γιά τόν ἑαυτό του ὅτι δέν ἔχει τά κουσούρια τῶν ἄλλων, ὅτι μένει ἔξω ἀπό τίς συνέπειες τῆς πτώσης, ὅτι δέν τόν βαραίνει καμιά κατάρα, ὅτι εἶναι τέλος πάντων ἕνας καθ’ ὅλα ὑγιής ἄνθρωπος ὑπό τό κράτος συνεχῶς τῆς ἐντύπωσης ὅτι ἔχει χάσει τόν δρόμο του μέσα σέ ἕνα πλῆθος μανιακῶν καί πανωλόβλητων. Μποροῦμε ἄραγε νά γιατρευτοῦμε ἀπό τήν πεισματική ἐμμονή πού ἔχουμε μέ τήν τέλεια «κανονικότητα» καί νά γίνουμε ἕνας ὁποιοσδήποτε-δέν-ἔχει-σημασία σεσωσμένος ἤ πεπτωκώς ἄνθρωπος; Ἡ μηδαμινότητα, ἡ εξαχρείωση… ὁτιδήποτε ἐκτός ἀπό τούτη τήν κακοποιά τελειότητα!
*
Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία πώς ἄν ὁ ἄνθρωπος σταμάτησε νά κάνει παρέα μέ τά ζῶα, ἄν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο τους, αὐτό ὀφείλεται καί στό ὅτι εἶναι πιό ἐκτεθειμένος καί ἐπιρρεπής στίς ἀσθένειες ἀπ’ ὅ,τι ἐκεῖνα. Κι ἄν ὁ ἄνθρωπος διατηρεῖ τή σημερινή του θέση εἶναι ἐπειδή τόν συνδράμουν σύν τοῖς ἄλλοις οἱ ἀσθένειές του∙ πολλαπλασιάζονται, τόν κυκλώνουν συχνότερα ἀπό ποτέ, τόν κάνουν ἔτσι νά πιστεύει ὅτι δέν εἶναι μόνος καί ἔρημος∙ ἐπαγρυπνοῦν γιά τήν εὐημερία του, φροντίζουν ὥστε ποτέ νά μήν τοῦ λείψουν οἱ θλίψεις.
Χωρίς πόνο δέν ὑπάρχει συνείδηση – ὁ συγγραφέας τοῦ ἔργου Τό ὑπόγειο τό εἶδε αὐτό καθαρά. Ὁ πόνος, ἀπό τόν ὁποῖο ὅλα τά ζωντανά δοκιμάζονται, ἀποτελεῖ τήν μόνη ἔνδειξη ὅτι ἡ συνείδηση δέν εἶναι ἀποκλειστικά προνόμιο τοῦ ἀνθρώπου. Δεῖτε τά ζῶα πού ὑποβάλλονται σέ βασανιστήρια, προσέξτε τήν ἔκφραση στό βλέμμα τους καί ἀμέσως θά διακρίνετε μιά λάμψη στά μάτια τους πού τά ἀνυψώνει πρός στιγμήν πάνω ἀπό τήν συνθήκη τους. Πάρτε τό ὁποιοδήποτε ζῶο: ὁσάκις ὑποφέρει, κάνει ἕνα βῆμα πρός τό μέρος μας, προσπαθεῖ νά μᾶς φτάσει. Δέν γίνεται, ὅσο διαρκεῖ ἡ δεινή δοκιμασία του, νά τοῦ ἀρνηθοῦμε ἕναν βαθμό, ἔστω καί ἐλάχιστο, συνείδησης.
Συνείδηση δέν σημαίνει [πνευματική] διαύγεια. Ἡ διαύγεια, μονοπώλιο τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ κατάληξη μιᾶς διαδικασίας ρήξης μεταξύ τοῦ νοῦ καί τοῦ κόσμου. Εἶναι οὐσιαστικά συνείδηση τῆς συνείδησης, κι ἄν ξεχωρίζουμε σέ κάτι ἀπό τά ζῶα, σέ αὐτήν μόνο πρέπει νά δώσουμε τά εὔσημα ἤ νά ρίξουμε τό φταίξιμο.
*
Ὁ πόνος εἶναι μόνο πραγματικός: ἀκόμα κι ἄν ὁ κόσμος ἦταν ἀνύπαρκτος, αὐτός θά ἦταν ἐκεῖ. Κι ἄν ἀποδεικνυόταν ὅτι δέν ἐξυπηρετεῖ κανέναν σκοπό, θά μπορούσαμε μολοταῦτα νά τοῦ βροῦμε ἕναν: χρησιμεύει στό νά δίνει ὑπόσταση, βάρος στήν περιρρέουσα φαντασία μας. Χωρίς αὐτόν θά ἤμασταν νευρόσπαστα, θά ἄδειαζε ὁ κόσμος ἀπό περιεχόμενο· ἡ παρουσία του καί μόνο ἀρκεῖ γιά νά μεταμορφώσει τό ὁτιδήποτε, καί μιά ἔννοια ἀκόμα. Ό,τι ἀγγίζει ἀναβαθμίζεται στήν τάξη τῆς μνήμης· ἀφήνει βαθιά μέσα μας τά ἴχνη του, ἐνῶ ἡ εὐχαρίστηση τήν ἀγγίζει μόνο ἀκροθιγῶς: ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει κακοπάθει, φαίνεται, εἶναι σημαδεμένος (ὅπως καί ὁ ἔκλυτος βίος φαίνεται, ἀφοῦ ἀφήνει πάνω μας τά σημάδια του, καί δικαίως, ἀφοῦ ἡ ἀσωτία εἶναι κι αὐτή πάθημα καί ὀδύνη). Ὁ πόνος συνέχει τίς αἰσθήσεις μας, τίς συγκρατεῖ, προσδίδει ἑνότητα στό ἐγώ μας καί παραμένει, ὅταν ὅλες οἱ βεβαιότητες καταρρεύσουν, ἡ μόνη ἐλπίδα νά γλιτώσουμε τό μεταφυσικό ναυάγιο. Θά ἔπρεπε μήπως τώρα νά κάνουμε ἕνα βῆμα παραπέρα καί νά χορηγήσουμε στόν πόνο ἕνα ἀπρόσωπο καθεστώς, ὑποστηρίζοντας, μέ τή συμπαράσταση τοῦ βουδισμοῦ, ὅτι αὐτός, ὁ πόνος, ὄντως ὑπάρχει, ὄχι ὅμως καί ὁ πάσχων ἄνθρωπος; Ἄν [ὅμως] κατέχει τό προνόμιο νά ἐπιζεῖ ἀπό μόνος του, νά ὑπάρχει αὐτοτελῶς, κι ἄν ὁ «ἑαυτός» ἀποβαίνει μιά μορφή ψευδαίσθησης, διερωτόμαστε τότε ποιός εἶναι πού ὑποφέρει καί τί νόημα μπορεῖ νά ἔχει αὐτή ἡ μηχανική λειτουργία στήν ὁποία ἀνάγεται. Φαίνεται ὅτι ὁ βουδισμός ἀνακαλύπτει τόν πόνο παντοῦ μόνο καί μόνο γιά νά τόν ὑποτιμήσει. Ἐμεῖς ὅμως οἱ ὑπόλοιποι, ἀκόμα κι ὅταν παραδεχόμαστε ὅτι ὑπάρχει ἀνεξάρτητα ἀπό ἐμᾶς, μᾶς εἶναι ἀκατόρθωτο νά φανταστοῦμε τόν ἑαυτό μας χωρίς αὐτόν, νά θεωρήσουμε τόν πόνο κάτι ξέχωρο ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἀπό τό εἶναι μας∙ πόσω μάλλον ὅταν εἶναι αὐτός πού μᾶς ὑποστασιοποιεί καί μᾶς αἰτιοδοτεί. Γίνεται μήπως νά συλλάβουμε μιά αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ εἴδους ὡς τέτοια χωρίς τή στήριξη τοῦ «ἐγώ»; Θά μπορούσαμε ποτέ νά σκεφτοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας μιά ὀδύνη πού δέν θά εἶναι «δική μας»; Ὑποφέρω σημαίνει ὅτι γίνομαι συνολικά ὁ ἑαυτός μου, σημαίνει ὅτι περιέρχομαι σέ μιά ἀσύμπτωτη μέ τόν κόσμο κατάσταση: ὁ πόνος διακόπτει τήν συνέχεια, εἶναι παραγωγός παύσεων∙ ἔτσι καί σέ κυριεύσει, γίνεσαι πλέον μέ ὅλα, ἀκόμα καί μέ αὐτόν τόν ἴδιο τόν πόνο, ἀσυνταύτιστος. Μέ διπλασιασμένη τότε τήν συνείδησή μας, ξαγρυπνοῦμε πάνω ἀπό τίς ἀγρυπνίες μας.
*
Πέρα ἀπό τά δεινά πού ὑποφέρουμε, τά ὁποία ἐνσκήπτουν πάνω μας καί λίγο πολύ τά συνηθίζουμε, ὑπάρχουν παθήματα πού, ἄλλοτε ἀπό ἔνστικτο ἄλλοτε ἀπό σκέψη, εὐχόμαστε νά μᾶς συμβοῦν: ἕνας κρυφός καημός τά ἀποζητᾶ, σάμπως νά φοβόμαστε πώς ἔτσι καί πάψουμε νά τυραννιόμαστε, δέν θά ὑπάρχει τίποτα πού νά μᾶς κρατάει. Χρειαζόμαστε ἕνα καθησυχαστικό δεδομένο, τελοῦμε ἐν ἀναμονῇ ἁπτῶν ἀποδείξεων ὅτι δέν εἶναι ὅλα μιά ἀεροβασία. Ἕνας ὁποιοσδήποτε πόνος πληροῖ τόν ρόλο αὐτό, γι’ αὐτό καί ὅταν μᾶς συντροφεύει ξέρουμε μέ βεβαιότητα ὅτι κάτι ὑπάρχει. Στήν κραυγαλέα ἀπραγματικότητα τοῦ κόσμου ἀντιτάσσουμε μόνο αἰσθήσεις· πράγμα πού ἐξηγεῖ γιατί ὅταν εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι δέν μποροῦμε νά βροῦμε τό παραμικρό στήριγμα, σπεύδουμε νά στερεωθοῦμε πάνω σέ ὁτιδήποτε ἔχει θετικό περιεχόμενο, σέ ὅ,τι μᾶς κάνει νά ὑποφέρουμε. Ὁ διερχόμενος ἀπό τό Κενό ἄνθρωπος ἔμαθε νά ἀναγνωρίζει σέ κάθε ἐπώδυνη αἴσθηση μιά προνοητική βοήθεια, κι ἕνας μεγάλος του φόβος εἶναι μήπως καί τούτη τήν αἴσθηση τήν διασπαθίσει, τήν ἐξαντλήσει πολύ γρήγορα παλινδρομώντας ἔτσι σέ ἐκείνη τήν κατάσταση στέρησης τῶν πάντων, ριζικῆς ἀπώλειας καί ἀπουσίας, ἀπό τήν ὁποία αὐτή τόν διέσωσε. Ταλανιζόμενος ἀπό ἕναν στεῖρο σπαραγμό, γνωρίζει μέχρι ἀηδίας τί σημαίνει τούτη ἡ συμφορά νά βασανίζεσαι χωρίς βασανισμούς καί νά ὀδύνεσαι χωρίς ὀδύνες∙ φαντάζεται ἔτσι τόν ἑαυτό του ὅτι ὑποβάλλεται σέ ἕνα σωρό δοκιμασίες, ἀκριβεῖς καί καθορισμένες, πού ἔρχονται νά τόν λυτρώσουν ἀπό τούτη τήν ἀβάσταχτη ἀσάφεια, τήν τυραννική κενότητα, ὅπου τίποτα δέν ἀποβαίνει χρήσιμο καί ἐπωφελές, ὅπου ὅλα εἶναι μάταιος κόπος, καθώς ἡ ζωή ἀκολουθεῖ τόν ρυθμό μιᾶς μακράς καί ἀνυπόστατης ἀγωνίας. Τό Κενό, αὐτό τό ἄπειρο ἀδιέξοδο, κατατείνει στό νά θέτει ὅρια στόν ἑαυτό του· ὁρμώμενο δέ ἀπό τούτη τή ζωηρή κλίση του γιά ὁριοθέτηση, ρίχνεται εὐθύς στόν πρῶτο τυχόντα πόνο, ἁρπάζεται ἀπό τήν πρώτη τυχοῦσα αἴσθηση πού ἐνδέχεται νά διασκεδάσει τόν τρόμο του γιά τό ἀπροσδιόριστο. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ὁ πόνος, περι-γεγραμμένος, ἐχθρός τῆς θολότητας, εἶναι πάντα φορτισμένος μέ νόημα, ἔστω καί ἀρνητικό, ἐνῶ τό Κενό, ἀχανές, δέν περιέχει κανένα.
*
Οἱ συμφορές πού μᾶς βρίσκουν, οἱ ἀκούσιες, εἶναι πιότερο συνήθεις καί πραγματικές ἀπό τίς ἄλλες∙ εἶναι μάλιστα ἐκεῖνες μπροστά στίς ὁποῖες νιώθουμε πιό ἀβοήθητοι: νά τίς ἀποδεχτοῦμε μήπως; Νά δοκιμάσουμε νά ξεφύγουμε; Δέν ξέρουμε πῶς νά ἀντιδράσουμε, καί ὅμως, εἶναι τό μόνο πράγμα πού ἔχει σημασία. Ὀρθά ἔπραξε ὁ Πασκάλ πού δέν καταπιάστηκε μέ τίς ἀσθένειες καθαυτές, ἀλλά ἑστίασε μόνο στήν χρήση πού τούς ἐπιφυλάσσουμε. Εἶναι ὡστόσο ἀδύνατο νά τόν ἀκολουθήσουμε μέχρι τόν ἰσχυρισμό του ὅτι «οἱ ἀσθένειες τοῦ σώματος δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τιμωρία καί εἰκόνα ὅλων μαζί τῶν ἀσθενειῶν τῆς ψυχῆς». Ἀρκεῖ νά κοιτάξουμε γύρω μας γιά νά διαπιστώσουμε πόσο ἀβάσιμος εἶναι ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός: εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἀσθένεια πλήττει ἀδιακρίτως ἀθώους καί ἐνόχους, ἄν δέν δείχνει μιά ξεκάθαρη προτίμηση στούς ἀθώους∙ εὔλογα ἄλλωστε, ἀφοῦ ἡ ἀθωότητα καί ἡ ἐσωτερική καθαρότητα προϋποθέτουν σχεδόν πάντα μιά ἀδύναμη κράση. Δέν χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι ἡ Πρόνοια δέν κοιτάζει μέ κάποιο ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τούς εὐαίσθητους. Οἱ σωματικές μας ἀσθένειες, αἰτίες καί ὄχι ἀντανακλάσεις τῶν ψυχικῶν μας ἀσθενειῶν, καθορίζουν τήν ὀπτική μας γιά τά πράματα καί ἀποφασίζουν γιά τήν κατεύθυνση τῶν ἰδεῶν μας. Ἡ διατύπωση τοῦ Πασκάλ εἶναι σωστή ἄν τήν ἀναποδογυρίσουμε.
Δέν ὑπάρχει δικαιοσύνη ἤ κάποια ἠθική ἀναγκαιότητα στό μοίρασμα ὑγείας καί ἀσθένειας. Θά ἔπρεπε μήπως θορυβημένοι ἀπό μιά τέτοια ἀδικία νά φτάσουμε στίς ἀκρότητες τοῦ Ἰώβ; Ματαίως ἐπαναστατοῦμε ἐνάντια στόν πόνο. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ ἐγκαρτέρηση εἶναι πλέον ξεπερασμένη: μήπως δέν διακρίνουμε σέ αὐτήν μιά ἀπροθυμία κολακείας καὶ ἐξωραϊσμοῦ τῶν δυστυχιῶν μας; Δέν πεζολογοῦμε οὔτε ξεμαγεύουμε τήν Κόλαση ἀτιμώρητα. Ἡ ἐγκαρτέρηση δέν εἶναι μόνο ἄκαιρη, εἶναι καί καταδικασμένη: μιά ἀρετή πού δέν ἀνταποκρίνεται σέ καμιά ἀπό τίς ἀδυναμίες μας.
*
Ἅπαξ καί μᾶς κυριεύσει κάποιο πάθος, εὐγενές ἤ ταπεινό δέν ἔχει σημασία, εἶναι βέβαιο ὅτι θά πηγαίνουμε ἀπό μαρτύριο σέ μαρτύριο. Ἡ εὐκολία μέ τήν ὁποία μᾶς ὑποδουλώνει δείχνει ξεκάθαρα ὅτι εἴμαστε προορισμένοι νά ὑποφέρουμε. Ἀγαπᾶμε μόνο καί μόνο ἐπειδή ἀσύνειδα ἔχουμε ἀρνηθεῖ τήν εὐτυχία. Ἡ βραχμανική ρήση εἶναι ἀδιάψευστη: «μέ κάθε καινούργιο δεσμό, ἕνας ἀκόμη πόνος καρφώνει τήν καρδιά μας». Ὁτιδήποτε μᾶς μπάζει στά αἵματα, μᾶς πυρπολεῖ ἀπό πάθος, κάθε τί πού μᾶς ἀνάβει τή φλόγα τῆς ζωῆς ἤ μᾶς δίνει τήν ἐντύπωση ὅτι μένουμε ζωντανοί στό παιγνίδι, τελειώνει ἀναπόφευκτα μέ πόνο. Τό πάθος καθαυτό εἶναι τιμωρία. Ἐκεῖνος πού παραδίδεται σέ αὐτό, ἀκόμα κι ἄν πιστεύει ὅτι εἶναι ὁ πιό εὐχαριστημένος ἄνθρωπος, θά πληρώσει μέ τήν ἀγωνία του γιά τό τίμημα τῆς πραγματικῆς ἤ φανταστικῆς εὐτυχίας του. Τό πάθος προσδίδει διαστάσεις σέ πράγματα πού δέν τίς ἔχουν, ἀναγορεύει σέ εἴδωλο ἤ τέρας μιά σκιά, ἁμαρτάνει ἀπέναντι στό πραγματικό βάρος τῶν ὄντων καί τῶν πραγμάτων. Τό πάθος φέρεται ἐπίσης μέ ἀσπλαχνία στούς ἄλλους καί στόν ἑαυτό μας, ἀφοῦ δέν τό αἰσθανόμαστε χωρίς νά βασανίζουμε ἤ νά βασανιζόμαστε. Ἀφήνοντας κατά μέρος τήν ἀναισθησία καί, αὐστηρά μιλώντας, τήν περιφρόνηση, ὅλα τά ὑπόλοιπα εἶναι θλίψη καί πόνος, ἀκόμα καί ἡ εὐχαρίστηση, ἄν ὄχι κυρίως αὐτή, τῆς ὁποίας ἡ λειτουργία δέν ἔγκειται στό νά διασκεδάσει τόν πόνο, ἀλλά νά τόν προετοιμάσει. Δέν θά βρίσκαμε τρανότερη ἀπόδειξη γιά τήν ἀνεπάρκεια, τήν ἔλλειψη βαθύτητας, τήν ἀνυπαρξία πού χαρακτηρίζει τήν εὐχαρίστηση, ἀπό τήν ἴδια τήν παραδοχή πού κάνουμε γι’ αὐτήν ὅτι δέν στοχεύει καί τόσο ψηλά, ὅτι μᾶς ὁδηγεῖ ἁπλῶς στήν ἀπογοήτευση. Ἐπικρατεῖ πράγματι γύρω ἀπό τήν εὐχαρίστηση ἕνα μικροκλίμα ἀπάτης πού οὐδέποτε θά τό συναντήσουμε στόν πόνο· ὑπόσχεται τά πάντα χωρίς νά προσφέρει τίποτα· ἔχει τή στόφα τῆς ἐπιθυμίας. Ὅθεν, ἡ ἀνικανοποίητη ἐπιθυμία εἶναι ὀδύνη· εἶναι εὐχαρίστηση μόνο γιά ὅσο ἱκανοποιεῖται· ἅπαξ καί ἱκανοποιηθεῖ, ἀπογοητεύει.
Ἀφ’ ῆς στιγμῆς ἡ δυστυχία εἰσέρχεται στόν κόσμο διά τῶν αἰσθήσεων, τό καλύτερο θά ἦταν νά τίς ἐξουδετερώσουμε καί νά ἀφεθοῦμε σέ μιά θεία ἀβουλία. Τί πληρότητα καί ἄνοιγμα καρδιᾶς ὅταν προδικάζουμε τόν ἀφανισμό τῶν ὀρέξεών μας! Ἡ γαλήνη πού παραδίδεται ἀτέρμονα στήν σκέψη τοῦ ἑαυτοῦ της καί ἐγκαταλείπει κάθε ἐχθρική πρός τούτη τήν ἀναστόχαση προοπτική, ξεκόβει ἀπό ὁτιδήποτε θά μποροῦσε νά τῆς στερήσει τήν γλύκα τοῦ νά μήν αἰσθάνεται τίποτα. Ὅταν ἀπεχθανόμαστε ἐξίσου τήν εὐχαρίστηση καί τόν πόνο, ὅταν δέν βαστᾶ ἄλλο ἡ ψυχή μας ἀπό τήν κούραση πού ἀμφότερα μᾶς προκαλοῦν, δέν εἶναι ἡ εὐτυχία, μιά ἄλλη αἴσθηση πού ὀνειρευόμαστε, ἀλλά μιά ζωή πού βραδύνει, μιά ζωή καμωμένη ἀπό ἐντυπώσεις τόσο ἀνεπαίσθητες πού φαντάζουν ἀνύπαρκτες. Τό παραμικρό συναίσθημα θά ἀποτελοῦσε τότε σύμπτωμα ἀλλοφροσύνης, ἡ δέ βίωσή του θά μᾶς ἀνησυχοῦσε τόσο πολύ πού θά καλούσαμε σέ βοήθεια.
Ἄν κάθε τί πού μᾶς ἐπηρεάζει ἔτσι ἤ ἀλλιῶς εἶναι δυνάμει ὀδύνη, μήπως πρέπει τότε νά συμπεράνουμε τήν ἀνωτερότητα τοῦ ὀρυκτοῦ ἀπό τό ζωντανό; Ἄν ἴσχυε κάτι τέτοιο, ἡ μόνη λύση θά ἦταν ἡ ἐσπευσμένη ἐπιστροφή μας στήν ἀδιατάρακτη κατάσταση τῶν στοιχείων τῆς ὕλης. Θά ἔπρεπε ὅμως ὄχι μόνο νά τό θέλουμε, ἀλλά καί νά τό μποροῦμε. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι γιά ἕνα ζῶο πού πάντοτε ὑπέφερε εἶναι ἀσυναγώνιστα εὐχερέστερο νά ὑποφέρει ἀπό τό νά μήν ὑποφέρει. Κι ἄν ἡ θέση τοῦ ἁγίου εἶναι πιότερο ἀρεστή ἀπό ἐκείνη τοῦ σοφοῦ, ὁ λόγος εἶναι ὅτι στοιχίζει λιγότερο νά χτυπιέσαι ἀπό τούς πόνους ἀπό τό νά θριαμβεύεις πάνω τους διά τοῦ στοχασμοῦ καί τῆς οἴησης.
*
Ἐφόσον μιά συντριπτική νίκη στόν ἀγώνα κατά τῶν ἀσθενειῶν εἶναι ἀδύνατη, ἐναπόκειται σέ μᾶς νά τίς καλλιεργοῦμε καί νά τίς χαιρόμαστε. Τούτη ἡ συγκαταβατική ἀντιμετώπιση θά φαινόταν στούς ἀρχαίους ἐξωφρενική, δεδομένου ὅτι δέν ὑπάρχει γι’ αὐτούς μεγαλύτερος γλυκασμός ἀπό τό νά μήν ὑποφέρουν. Ἐμεῖς, λιγότερο ἐχέφρονες ἀπό ἐκείνους, κρίνουμε τά πράγματα διαφορετικά: Θεωροῦμε, εἴκοσι αἰῶνες μετά, τούς σπασμούς σημάδι πνευματικῆς προόδου. Συνηθίσαμε σέ ἕναν Σωτήρα σκεβρό, καταβεβλημένο, πού μορφάζει ἀπό τόν πόνο∙ ἀνήμποροι νά γευτοῦμε τήν ἐλαφρότητα τῶν ἀρχαίων θεῶν ἤ τό ἄσβεστο χαμόγελο ἑνός παραδομένου στήν φυτική εὐδαιμονία Βούδα. Ἡ νιρβάνα, ἄν τό καλοσκεφτοῦμε, φαίνεται νά ἔχει δανειστεῖ τό ζωτικό της μυστικό ἀπό τά φυτά. Ἡ λύτρωση ἐπέρχεται ὑιοθετώντας ἕνα ἀντίθετο πρός τήν δική μας μορφή ὕπαρξης μοντέλο.
Ἀγαπῶ νά ὑποφέρω σημαίνει ἀγαπῶ καταχρηστικά τόν ἑαυτό μου, σημαίνει ὅτι δέν θέλω νά χάσω τίποτα ἀπό αὐτόν, ὅτι γεύομαι τή χαρά τῶν ἀδυναμιῶν μου. Ὅσο, δε, περισσότερο τίς σπουδάζουμε, τόσο περισσότερο χαιρόμαστε νά ξαναγυρίζουμε στό ἐρώτημα: «Πῶς κατέστη δυνατή ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρώπου»; Στόν ἀπογραφικό κατάλογο τῶν παραγόντων πού εὐθύνονται γιά τήν ἐμφάνισή του, ἡ ἀσθένεια εἶναι ψηλὰ στὴν λίστα. Ἀλλά γιά νά μπορέσει πραγματικά νά ἀναδυθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἔπρεπε δεινά φερμένα ἀπ’ ἀλλοῦ νά προστεθοῦν στά δικά του μὲ πρῶτο καὶ καλύτερο τὴν συνείδηση, η οποία θέτει τήν τελική σφραγίδα σ’ ἕναν ἰλιγγιώδη ἀριθμό ἀναχρονιστικῶν καί τιθασευμένων παρορμήσεων, σέ μιά ἀπειρία ἀντιξοοτήτων καί δοκιμασιῶν, στά ὁποία τόσο τό δικό μας ὅσο καί τά ἄλλα εἴδη καθυποβλήθηκαν. Καί ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἐπωφελήθηκε ἀπό τοῦτες τίς ἀπειράριθμες δεινοπάθειες, κατέγινε στην συνέχεια μέ τήν δικαιολόγηση καί τήν νοηματοδότησή τους. «Δέν ἦταν μάταιες, ἑτοίμασαν καί προανήγγειλαν τίς δικές μου, ἀλλιώτικες καί πιό ἀνυπόφορες ἀπό τίς δικές σας», εἶπε σ’ ὅλα τά ὑπόλοιπα ἔμβια ὄντα, γιά νά τά παρηγορήσει πού δέν ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν βάσανα τόσο ξεχωριστά ὅσα τά δικά του.
*
*
*
