Χασάν Ζακτάν, Σκοπιά τη νύχτα

*

Απόδοση  ΝΙΚΟΣ  ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Χασάν Ζακτάν γεννήθηκε στη Δυτική Όχθη το 1954 κι έκτοτε έζησε σε διάφορες αραβικές χώρες καθώς και στη Λωρίδα της Γάζας. Εργάστηκε ως γυμναστής στη μέση εκπαίδευση και ως επιμελητής εκδόσεων, ενώ χρημάτισε σε θέσεις της Παλαιστινιακής Αρχής σχετικές με τον πολιτισμό. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει ποίηση, μυθιστορήματα κι ένα θεατρικό. Το ποιητικό του έργο είναι μάλλον χαμηλόφωνο, ωστόσο ξεχωρίζουν εκείνα τα ποιήματα που αφορούν όχι απλώς τον πόλεμο αλλά την εμπειρία του στρατευμένου.

Η μετάφραση έγινε από τις αγγλικές αποδόσεις του Φάντυ Τζούντα για την ανθολογία The Silence that Remains: Selected poems 1982-2003 (εκδ. Copper Canyon, 2017). Ευχαριστίες στην Αιγύπτια φίλη Ράνα Μουνίρ για τις παρατηρήσεις της.

~.~

Συζητήσεις με τον πατέρα μου

Μου έλεγε:
Μια πέτρα στον δρόμο
έχεις τις ακτές της
την επικράτειά της
από άμμο κι ήσυχη πρασινάδα
όμως δεν είναι παρά μια πέτρα
σ’ έναν δρόμο

Έλεγε:
Είχα ξεμείνει μοναχός και
αμήχανος
τα παΐδια μου στις ερημωμένες κοιλάδες
γύρω απ’ τα χωριά
μόλις το σκοτάδι πάει να τα χαιρετίσει το βράδυ,
ευφρόσυνο βράδυ,
και κατέρχεται βομβαρδισμός
κι οι πέτρες γίνονται
ό,τι τρίψουν οι αέρηδες
ό,τι σπείρουνε τα δάχτυλα

Μου έλεγε:
Με το που ξύπνησα
και σηκώθηκα και ξεχώριζα το κορμί μου
απ’ τα πλάσματα τριγύρω μου
και καταλάβαινα τη φωνή μου,
στα χέρια μου οι πληγές απέκτησαν συνειδητό,
με βρήκε η ενέδρα,
τα πυρά δυναμώσανε

Έλεγε:
Καταπώς χώρα που μαζεύει κοντά-κοντά τις επαρχίες της
προτού περάσουνε τα βομβαρδιστικά:
θα τα καταφέρει η χώρα
ή τα αεροπλάνα;

1982

~.~

Άσμα

Η δόξα που κόπηκε πια κομμάτια ίσα
για όλους
παράσημα για τους ηγέτες
παινέματα για τους στρατιώτες
φωτογραφίες για τους σκοτωμένους
τελεύτησε τον κύκλο της
και τώρα κείται
πάνω στους αμμόσακους για να πέσεις ξάπλα
να καπνίσεις ένα ολόκληρο
πακέτο καπνό
προτού να ’ρθει ο επόμενος πόλεμος

1982

~.~

Μετανάστευση

Πώς φύγαν έτσι οι άντρες… όλοι,
κι ούτε που άφησαν έν’ άχυρο για τον ύπνο μας,
κι ούτε που άφησαν παιδί να φυλάει σκοπιές,
ούτε στυλό για τα γραψίματα
ούτε κάρβουνο να κρατηθούμε στη φρικτή ζωή

Πώς φύγαν έτσι οι άντρες… όλοι,
κι ούτε που μας άφησαν
ένα καλάθι για μάζεμα μανιταριών,
ένα καπέλο να κρύβουμε τις γκρίζες έγνοιες,
ένα χέρι για χαιρετούρες
ούτε καμιά σοφία να μας βοηθάει
εξόν απ’ τη σοφία του φευγιού τους.

Πώς φύγαν όλοι τους
σειρά μικρών καπέλων
στοίχος παπουτσιών
άχυρα κολλημένα σ’ αφράτο μαλλί

1984

~.~

Ήσυχη μέρα

Δεν έχει πεθαμένους στους δρόμους σήμερα,
ήσυχη μέρα,
όχι πολλή κίνηση,
έχει άφθονο χώρο για την περιφορά
των χτεσινών πεθαμένων,
χώρο επιπλέον για
ένα όνειρο, μια ιδέα, ένα αγοράκι,
ένα ακόμη σπρώξιμο στην αγαπημένη βαρκούλα,
ένα ψευδώνυμο στο κελί,
ένα ρόδο νέου έρωτα,
ένα χέρι να δώσεις του συντρόφου σου
Έχει λιγάκι χώρο για να ζήσεις λιγάκι ακόμα,
χρόνο αρκετό ν’ απλώσεις τα χέρια
να φτάσεις τον ήλιο

Ήσυχη μέρα σήμερα, πεζών ημέρα
στη Βηρυτό χορεύουνε στους δρόμους,
κλείνουν τον δρόμο στα λεωφορεία και δεν αγοράζουν
εφημερίδες:
οι εφημερίδες ήδη κλείσανε
κι οι πεθαμένοι αναπαύονται στην Οδό των Μαρτύρων
στα περίχωρα της Σάμπρας

Ήσυχη μέρα,
η γειτόνισσα θα βγει με το νυχτικό της
να κρεμάσει λίγη νύστα γύρω μας,
λίγη βαριά περπατησιά
αυτή παραείναι ληθαργική για να κάνει τα γράμματα λέξεις

Πού βρίσκεται η ζωή σε τούτο τ’ απέραντο νωθρό πρωί;
Εμείς δεν πρόκειται να φύγουμε
Απ’ τη λευκότη του νυχτικού της ένας λόγος
θε να βγει να μας βγάλει στους δρόμους
πεθαμένους στην καλημέρα της

1984

~.~

Σκοπιά τη νύχτα

Μόλις αρχίσουν οι τραγουδιστές σιγά-σιγά την αποχώρηση
από τα ρεφραίν,
μόλις σπάσει η συντροφιά τους σαν μποτίλια
από γυαλί φτηνό και ρίξουνε σε μας
λίγη κατηγόρια,
μόλις τελειώσουνε με δαύτα
εμείς θ’ ανοίξουμε όρυγμα
λιγάκι χρόνο δικό μας μες στον βράχο
και θα κρύψουμε τα παιδικά μας παιχνίδια στις φούχτες του,
θα κρύψουμε όλα τα εύθραυστα
το χώμα των κήπων
τα νερά μας για τον δρόμο
τα λόγια του συμμάχου
τις κοτσίδες των συζύγων
και τη σεβαστική σιωπή τους
προτού να βγούμ’ έξω ν’ αποκρούσουμε την επίθεση

1984

~.~

Μαξιλάρι

Απόμεινε καθόλου χρόνος
να προλάβω να της πω
Γεια σου μάνα
γύρισα βράδυ
με σφαίρα στην καρδιά μου
κι αυτό έχω μαξιλάρι
να πέσω να κοιμηθώ;

Και Μάνα
άμα με γυρέψει ο πόλεμος
πες πως κοιμάμαι

1988

~.~

Ο θάνατος του νεαρού πυροβολητή

Όποτε σημαίνει δέκα η ώρα
τον βλέπω
στην κόλαση του μεσημεριού… αυτόν
να τρέχει και το πολεμικό αεροπλάνο να πέφτει
στον ώμο του
για να ραμφίσει σάρκα απ’ το στέρνο του

Ψηλότερος και νεότερος απ’ ό,τι ήμουν εγώ
δέκα χρόνια σαν τόξο σκεβρωμένος
κι αιμάσσων άλλα δέκα
και το αεροπλάνο
πάντα εκεί
στον ώμο του κουρνιασμένο

1988

~.~

Πολιορκία

Όλους θα τους θυμόμαστε
τις στρυμωγμένες μέρες μας, άλλο δρόμο δεν έχει στον δρόμο μας
και το πένθος πάντα κει όταν πενθούμε

Ποιος από μας να κοιμηθεί όταν η νύχτα αστράφτει
σαν ξίφος, ποιος από μας να ξεχάσει;

Κάθε τόπος έχει τον λαό του
κάθε χρόνος αγέννητους και πεθαμένους
και δικός τους είναι ο τόπος
κι ο χρόνος όλο το καλοκαίρι φέτος
μάς πατάει γερά
στον λαιμό

Ορκίζομαι σ’ ό,τι τους δένει μ’ αρμονία
και μια πνοή

Σώπασε το παιδί
μην αφήνεις τον τόπο να σπαράζει
μη φοβάσαι
και να θυμάσαι τις σκιές τους
όλους θα τους θυμόμαστε

Οι μέρες μας γεμάτες, άλλο δρόμο δεν έχει στον δρόμο μας
το πένθος πάντα κει όταν πενθούμε,
ποιος από μας να κοιμηθεί,
η νύχτα αστράφτει σαν ξίφος,
ποιος να ξεχάσει;

1988

~.~

 

*

*

*