*
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ # 1
Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της
~.~
του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ
Ο τίτλος του επί της οθόνης κειμένου περιέχει εν σπέρματι τα όσα θα πραγματευτώ στη συνέχεια. Πρώτα-πρώτα, ας σκεφτούμε μια πέννα. Ας φανταστούμε ότι ο ποιητής έσφαξε μια χήνα στον κήπο του κι απ’ όλα τα λευκά της πούπουλα ξεχώρισε το πιο γερό και όμορφο. Το έκοψε κατάλληλα στην άκρη μ’ έναν πολυχρησιμοποιημένο σουγιά και, για κάθε αράδα που γράφει, βουτά τη νέα του πέννα μες στο μελανοδοχείο. Έπειτα, ας σκεφτούμε ένα απλό στυλό του καιρού μας. Είναι μια τεχνητή κάλαμος συντεθειμένη από πολυμερή. Το μελάνι εσωκλείεται μέσα της χάρη σ’ ένα έξυπνο σύστημα έκχυσης το οποίο επιτρέπει τη ροή μόνο εφόσον ασκείται πίεση πάνω στην επιφάνεια του χαρτιού. Στρώματα ολόκληρα χημικών και μηχανικών γνώσεων σωρεύτηκαν για δεκαετίες, ακόμα κι αιώνες, μέχρι που τελικά κρυσταλλώθηκαν στο απλό στυλό. Το βαστά στο χέρι του ένας συγκαιρινός μας ποιητής, μόλο που δεν γνωρίζει ούτε πώς κατεργάζονται τα πολυμερή υλικά, ούτε πώς λειτουργεί το σύστημα έκχυσης μελάνης με σφαιρίδιο, ούτε πώς οι οικονομίες κλίμακας παράγουν τέτοιες παρτίδες προϊόντων. Εκεί που ο παλαιός ποιητής είχε μια αδιαμεσολάβητη σχέση με το γραφικό του όργανο (ήδη θα φανταστήκαμε της χήνας το αίμα στα χέρια του), ο σημερινός ποιητής βαστά ένα κατασκεύασμα προέλευσης δαιδαλώδους. Κι είναι ώρα τώρα να αναρωτηθούμε: τι γίνεται όταν όχι μόνο το όργανο στο χέρι του καλλιτέχνη αλλά και το ίδιο το έργο τέχνης ξεβράζεται πια μέσ’ από τέτοιους απροσπέλαστους πλοκάμους;
~.~
Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Γκέοργκ Ζίμμελ (1858-1918) είναι σήμερα περισσότερο γνωστός για το έργο του σχετικά με τη μητροπολιτική ζωή και το ανθρώπινο υποκείμενο. Σε διάφορους γνωστικούς κλάδους, από τη φιλολογία ώς τη γεωγραφία, η «Μητροπολιτική Αίσθηση» διαβάζεται ξανά και ξανά. Ωστόσο, συχνά εκφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι το έργο του Ζίμμελ εκκινεί από μια θεμελιώδη φιλοσοφία του πολιτισμού. Κι αυτή παρουσιάζεται εκτενώς στη Φιλοσοφία του Χρήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη χώρα μας, τούτο το βασικό έργο του Ζίμμελ (ένα μέρος του!) κυκλοφόρησε μόλις το 2021, από τις εκδόσεις Πλέθρον, παρόλο που άλλα έργα του σημαντικού στοχαστή έχουν κάνει κάμποσες επανεκδόσεις. Πιστεύω ότι, όσο κι αν μας χωρίζει πάνω από ένας αιώνας από το 1900, οπότε και η πρώτη έκδοση της Φιλοσοφίας του Χρήματος, αυτό το πόνημα μέχρι και σήμερα μας επιτρέπει να συλλάβουμε την τεχνητή νοημοσύνη αλλά και τη σχέση της με την τέχνη. Και, μάλιστα, όχι σαν μια τομή στην ιστορία του πλανήτη αλλά σαν ένα βήμα, έστω και μεγάλο, μέσα σε μια μεγάλη πορεία – πορεία δίχως καθορισμένο προορισμό.
Η ζιμμελιανή φιλοσοφία του πολιτισμού εκπτύσσεται μέσ’ από μια διάκριση υποκειμένου και αντικειμένου με κριτήριο την ελευθερία. Ο Γερμανός στοχαστής ορίζει ως αντικείμενο εκείνο μπρος στο οποίο η ελευθερία του ανθρώπινου υποκειμένου υποχωρεί. Δηλαδή, εκείνο με το οποίο μπορούμε, βέβαια, να έρθουμε σε επαφή δίχως όμως να το αφομοιώσουμε αυτόχρημα στο εγώ μας. Κι αυτό πάει να πει ότι για τον Ζίμμελ η ελευθερία είναι «η θετική προέκταση του εγώ προς ενδοτικά προς αυτό αντικείμενα» (σελ. 85). Τα έτσι εννοιολογημένα αντικείμενα ο Ζίμμελ, τελικά, τα αναδείχνει σε άξονα της ιστορίας του πολιτισμού.
Η μακραίωνη μετάβαση από την προνεωτερική οικονομία της γης στον σύγχρονο καπιταλισμό σημαίνει πάνω απ’ όλα τον αυξανόμενο διαφορισμό της εργασίας και, ευρύτερα, των κοινωνικών ρόλων και λειτουργιών. Ως αποτέλεσμα, ο καταναλωτής ενός προϊόντος δεν κατανοεί πλέον από ποιες διαδικασίες προέρχεται το στυλό που κρατάει – για να επανέλθω στην αρχική μας εικόνα. Δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, διαφορετικές ειδικότητες και υποειδικότητες εμπλέκονται στον σχεδιασμό και στην παραγωγή του, ακόμα και δεκάδες διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Σαν να μην έφταναν αυτά, πρέπει να προσθέσουμε και τη διάσταση του χρόνου. Οι διαδικασίες που απαιτήθηκαν για να φτιαχτεί το στυλό δεν εντοπίζονται απλώς και μόνο στη συγχρονία του έτους 2022 αλλά και μέσα σε μια διαχρονία. Η επεξεργασία των μετάλλων, των πολυμερών, της μελάνης και τόσων άλλων προϋποθέτουν μια μακρά ιστορική πορεία συσσώρευσης γνώσης. Και η πολυπλόκαμη γενεαλογία τούτης της γνώσης, αν κάναμε έστω μια απόπειρα σκιαγράφησής της, θα εκτεινόταν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια στο παρελθόν. Νά, λοιπόν, το ζιμμελιανό συμπέρασμα απ’ όλα αυτά: το στυλό είναι περισσότερο «αντικείμενο» σε σχέση με την πέννα. Και τούτο επειδή το στυλό φαντάζει άγνωστης προέλευσης στα μάτια του γραφιά και, οπωσδήποτε, διόλου «ενδοτικό» στην άμεση κατανόηση, διόλου «ενδοτικό» στην ελευθερία του υποκειμένου. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τον καταναλωτή αλλά και για τον παραγωγό. Ο εργαζόμενος του εργοστασίου της Bic ή της Parker κατανοεί ένα μικρότατο κλάσμα των αλυσίδων του σχεδιασμού και της παραγωγής. Ο σύγχρονος άνθρωπος λοιπόν, καταναλωτής ή παραγωγός, στέκεται ενώπιον μιας πλειάδας «αντικειμένων» για την προέλευση των οποίων έχει ελάχιστη γνώση και κατανόηση. Δεδομένου, τώρα, ότι ο αυξανόμενος διαφορισμός της εργασίας στη νεωτερικότητα γεννά ολοένα περισσότερα «αντικείμενα» και, μάλιστα, ολοένα και πιο σύνθετα, μπορούμε να μιλήσουμε, λέει ο Ζίμμελ, για μια «μεγέθυνση του αντικειμενικού πνεύματος». Εκεί που το «υποκειμενικό πνεύμα» αναφέρεται σε όσα το ίδιο το ανθρώπινο υποκείμενο παράγει ή μεταβολίζει απροβλημάτιστα, το «αντικειμενικό πνεύμα» αναφέρεται σε όλο εκείνο το πλήθος δημιουργημάτων που εκφεύγουν από την άμεση επόπτευση και τον άμεσο έλεγχο του ατόμου. Για τον Ζίμμελ, η μεγέθυνση του αντικειμενικού πνεύματος περιγράφει την κοινή πορεία της ανθρωπότητας από την προϊστορία μέχρι το σήμερα. Αν τον δέκατο έκτο αιώνα υπήρχαν ακόμα ορισμένοι πανεπιστήμονες, αυτό σήμερα είναι αδιανόητο. Κανένας μεμονωμένος άνθρωπος δεν δύναται πια να εποπτεύσει, να ξεδιαλύνει και να μελετήσει όλες τις ατραπούς του υπερμεγεθυμένου αντικειμενικού πνεύματος. Και η μεγέθυνση τούτη κατέστη δυνατή χάρη στις διάφορες τεχνικές καταγραφής και αποθήκευσης, από τη σφηνοειδή γραφή ως τον σκληρό δίσκο.
Τι κι αν ο Ζίμμελ τα έγραφε αυτά στο γύρισμα από τον δέκατο ένατο στον εικοστό αιώνα; Σήμερα επιβεβαιώνεται ακόμα περισσότερο. Με τον υψηλότατο καταμερισμό εργασίας του 2022, ο καθένας από μας κατέχει ένα ελάχιστο κλάσμα του διαθέσιμου αντικειμενικού πνεύματος, είτε μιλάμε για τις επιστήμες είτε για τον πολιτισμό. Μολαταύτα, η ζιμμελιανή θεωρία δεν τελειώνει εκεί. Παραθέτω ένα κομματάκι από τη μετάφραση του Χρήστου Γεμελιάρη (σελ. 86). Η ακρίβεια είναι ανατριχιαστική:
Μέσω της απρόσωπης κινητικότητάς τους, τα πράγματα ολοκληρώνουν τη διαφοροποίησή τους από τους ανθρώπους, φτάνοντας στο σημείο της αυτάρκους διασύνδεσής τους.
Εδώ πια έχουμε μια εκπληκτικά ολοκληρωμένη θεώρηση όχι μόνο του αυτοματισμού αλλά ακόμα και του διαδικτύου! Εκκινώντας από γερές προκείμενες, ο στοχασμός του μας οδηγεί από τα αντικείμενα που λίγο-πολύ υποτάσσονται στο ανθρώπινο υποκείμενο, στα αντικείμενα τα οποία ξεπερνούν το ανθρώπινο υποκείμενο ένεκα της συνθετότητάς τους και, τελικά, στα αντικείμενα τα οποία αυτονομούνται! Και, μάλιστα, όχι απλώς αυτονομούνται αλλά και συνδέονται μεταξύ τους δίχως την ανάγκη άμεσης ανθρώπινης παρέμβασης. Σ’ ένα συνοπτικότατο παράδειγμα, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναφέρει δύο αντικείμενα: τον αυτόματο πωλητή και ένα κάποιο προϊόν, ας πούμε μια σοκολάτα. Το πρώτο αντικείμενο κρατά μέσα του το δεύτερο αντικείμενο και το δίνει σε εμάς εφόσον του προσφέρουμε χρήματα. Ο αυτόματος πωλητής φαντάζει αυτονομημένος από μας και αυτάρκως συνδεδεμένος με τη σοκολάτα. Σήμερα, το ακόμα καινοφανές «internet of things» δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια όξυνση αυτού ακριβώς του φαινομένου. Το ψυγείο της κουζίνας πολύ σύντομα θα συνδέεται με μια εφαρμογή στο κινητό μου τηλέφωνο, θα με ενημερώνει για τυχόν ελλείψεις στα τρόφιμα και θα με επαναφέρει στην τάξη όταν αγοράζω υπερβολικά πολλά γλυκά – για να μην αναφερθούμε σε τεχνολογίες ακόμα πειραματικές όπως το μέταλλο που «αισθάνεται» τα απτικά ερεθίσματα και κινείται αναλόγως.
~.~
Η μετάβαση, λοιπόν, από την πέννα του παλιού ποιητή στο στυλό του νέου ποιητή προϋποθέτει τη μεγέθυνση του αντικειμενικού πνεύματος. Ακριβώς γι’ αυτό λέμε ότι το στυλό είναι πιότερο «αντικείμενο» σε σχέση με την πέννα. Κι αν τούτο το φαινόμενο επεκταθεί από τη γραφική ύλη του ποιητή στο ίδιο του το δημιούργημα; Στην περίπτωση αυτή, ποιήματα (ακουαρέλες, προτομές, τραγούδια…) θα ξεπηδούν όχι από το μυαλό και το χέρι του καλλιτέχνη αλλά από τους υπερδιαφορισμένους διαύλους του αντικειμενικού πνεύματος. Όπως το στυλό είναι κατ’ αρχήν ακατανόητο ως κατασκεύασμα, έτσι μέλλει να γίνει και το έργο τέχνης.
Είναι ή, έστω, θα γίνει ποτέ δυνατόν κάτι τέτοιο; Η απάντηση είναι ναι. Αναφέρομαι στην τεχνολογία των νευρωνικών δικτύων, η οποία –πιστεύω– είναι η κορυφαία έως τώρα έκφανση του αντικειμενικού πνεύματος. Ένας υπολογιστής μπορεί πλέον να παράγει τεχνουργήματα απλώς και μόνο με βάση τις επιθυμίες του χρήστη. Οι δυνατότητες αυτές ολοένα και θα εκλεπτύνονται και, την ίδια ώρα, θα γίνονται ολοένα και πιο προσβάσιμες στο ευρύ κοινό. Μάλιστα, το 2022 είδαμε νευρωνοδίκτυα κατασκευής εικόνων όπως το Dall-e και το Midjourney να κερδίζουν χιλιάδες νέους χρήστες. Αρκεί να πληκτρολογήσεις τι θες, οσοδήποτε παράδοξο, και μετά από κάποια δευτερόλεπτα θα λάβεις μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα. Το αυτό ισχύει και για το Chat GPT, το οποίο συγγράφει κείμενα.
Πώς εντάσσονται τα νευρωνικά δίκτυα στη ζιμμελιανή αντίληψη του πολιτισμού; Αρκεί να πούμε ότι τα νευρωνικά δίκτυα είναι μια καινοφανής πύκνωση του αντικειμενικού πνεύματος. Ζητάμε από το νευρωνοδίκτυο κάτι –οτιδήποτε!–, για παράδειγμα μια γελοιογραφία ενός ιππότη καβάλα σε έναν κροκόδειλο ή ένα ποίημα καμωμένο με τον τρόπο του Ελύτη, και αυτό μας επιστρέφει ένα αποτέλεσμα. Το νευρωνικό δίκτυο ανέτρεξε στιγμιαία στο γιγαντιαίο αποθετήριο του αντικειμενικού πνεύματος και, συγκεκριμένα, σε βάσεις δεδομένων με φωτογραφίες, γκραβούρες, σκίτσα, βίντεο, ταινίες, αφίσες, στίχους, βιβλία, σχέδια κ.λπ. και ύστερα συνέθεσε ό,τι έκρινε σκόπιμο με βάση της λέξεις-κλειδιά (prompts) που του δώσαμε. Στη μια περίπτωση βρήκε εικόνες ιπποτών και εικόνες κροκοδείλων και τις συνέθεσε κατάλληλα. Στην άλλη περίπτωση «διάβασε» το corpus του Ελύτη και παρήγαγε κάτι με το ύφος του, οσοδήποτε ατελές. Λέω ότι αυτή είναι η μέγιστη ως σήμερα πύκνωση του αντικειμενικού πνεύματος γιατί όλη η διαχρονία και η συγχρονία της ανθρώπινης γνώσης και πολιτισμικής παραγωγής συντίθεται σε ένα παράγωγο προϊόν με τρόπο εξαιρετικά αδιαφανή στον μέσο χρήστη. Από τούτη την αδιαφάνεια προκύπτει και η αίσθηση ότι το προϊόν είναι πια αυτονομημένο από τον άνθρωπο που το παρατηρεί – είναι περισσότερο «αντικείμενο».
Επαναλαμβάνω ότι, sub specie spiritus rerum, το έργο που ξεπήδησε μέσ’ από ένα νευρωνοδίκτυο μπορούμε να το δούμε όχι σαν τομή αλλά σαν ένα ακόμα σκαλί της μεγέθυνσης και κατόπιν της αυτονόμησης του αντικειμενικού πνεύματος. Επικουρικά, να κάνουμε μια αναφορά στο ύστερο έργο ενός άλλου μεγάλου Γερμανού, του Νόρμπερτ Ελίας (1897-1990), και να πούμε τροχάδην ότι η τέτοια μεγέθυνση του αντικειμενικού πνεύματος δείχνεται ήδη κιόλας στο θεμελιώδες φαινόμενο της γλώσσας. Ο άνθρωπος, κάποια στιγμή στην ιστορία του, πέρασε από τα απλά, βιολογικώς καθορισμένα σήματα, όπως το χαμόγελο και η κραυγή, στη χρήση ενός αποθετηρίου με κοινωνικώς κατασκευασμένα ηχητικά πρότυπα τα οποία υπερβαίνουν τα κελεύσματα της ανθρώπινης φυσιολογίας και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.
Ακόμα, ας εμβάλουμε εδώ ένα ζήτημα ορολογικό. Τον όρο «τεχνητή νοημοσύνη» τον αποφεύγω εσκεμμένα. Ο φιλόσοφος Νικ Μπόστρομ παρατηρεί, καίρια κατά τη γνώμη μου, πως, αφ’ ης στιγμής βρει πλατιά εφαρμογή ό,τι μέχρι πρότινος φιγουράριζε σαν τεχνητή νοημοσύνη, αυτό παύει να θεωρείται τέτοια και αρκούμαστε πλέον να την περιγράφουμε σαν μια ακόμα τεχνολογική εφαρμογή. Το δίχως άλλο, ο μέσος άνθρωπος του 1950 θα έβλεπε την «Αλέξα» της Άμαζον σαν κάποιο ημινοήμον ρομπότ. Ο άνθρωπος του σήμερα θα απέρριπτε διαρρήδην έναν τέτοιο χαρακτηρισμό! Τούτα, φυσικά, ουδόλως σημαίνουν ότι δεν μπορεί να κατασκευαστεί κάποιο αμιγώς ανθρωποειδές υποκείμενο που να αναγκάσει άπαντες να το ονομάσουν νοήμον. Εντούτοις, τουλάχιστον για το μεσοπρόθεσμο μέλλον, η ιδιοσυστασία της ανθρώπινης υποκειμενικότητας φαίνεται ότι θα συνεχίσει να διαφεύγει.
~.~
Φτάνουμε σ’ ένα ερώτημα κεντρικό: τι σημαίνουν όλα αυτά για την τέχνη; Ίσως ο εικοστός αιώνας να επιφυλάσσει τροπές που αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε καν να τις διανοηθούμε. Παρόλα αυτά, εκκινώντας από την παρατήρησή μας ότι η νευρωνοδικτυακή παραγωγή καλλιτεχνημάτων δεν αποτελεί τόσο τομή αλλά, πιότερο, όψιμη έκφανση παλαιών τάσεων, θα μπορέσουμε ίσως να ψηλαφίσουμε κάποια πιθανά μελλούμενα. Το ζιμμελιανό έργο επιφυλάσσει χρήσιμες παρατηρήσεις για το ζήτημα.
Ο Ζίμμελ λέει ότι σε επίπεδο καλλιτεχνικό/πολιτισμικό, η μεγέθυνση του αποθετήριου του αντικειμενικού πνεύματος έχει δύο επιπτώσεις αλληλένδετες. Πρώτα-πρώτα, η ψυχή του ανθρώπου αποκτά μια «ελαστικότητα», δηλαδή παύει να εγκολπώνεται αστόχαστα τα καλλιτεχνικά/πολιτισμικά στοιχεία του περιγύρου της. Πλέον, το ανθρώπινο υποκείμενο τείνει να στοχάζεται τα τέτοια στοιχεία όχι ως δεδομένα αλλά, κατά τρόπο συνειδητό, ως συγκεκριμένες επιλογές μεταξύ άλλων. Εξ’ ου και η δεύτερη επίπτωση, δηλαδή οι «ιστορίζουσες τάσεις» του σύγχρονου πολιτισμού, ο οποίος πηδά από στυλ σε στυλ κι από περίοδο σε περίοδο. Αν τα έγραφε όλα τούτα ο Ζίμμελ γύρω στα 1900, τι να πει κανείς για το σημερινό μας τοπίο όπου, για παράδειγμα, τα στυλ της ένδυσης και τα genres της τέχνης γίνονται αντικείμενα pastiche και συνειδητής επανεπεξεργασίας κατά τρόπο πότε σεβαστικό και πότε ειρωνικό. Η «αφέλεια», κατά την πάντα δημοφιλή διατύπωση του Σίλλερ, δηλαδή η αμεσολάβητη, αστόχαστη σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, καταρρέει. Ως αποτέλεσμα, το υποκείμενο δύναται πια να προσεγγίζει μια πληθώρα πολιτισμικών στοιχείων και υφών κι αυτό το πράττει in principio αδέσμευτα. Έτσι, τα διάφορα στοιχεία και οι διάφοροι τρόποι έρχονται μεταξύ τους ακόμα και σε ανοίκειες επαφές – αρμονικές ή δυσαρμονικές.
Ο Ζίμμελ οδηγεί τη σκέψη μας ένα βήμα παραπέρα όταν εννοιολογεί την «ψυχή», την οποία αντιδιαστέλλει στο «πνεύμα». Παραθέτω δυο αποστροφές (σ. 97):
Το πνεύμα είναι το αντικειμενικό περιεχόμενο εκείνου που συνειδητοποιεί η ψυχή ως ζώσα λειτουργία· η ψυχή αποτελεί, τρόπον τινά, τη μορφή που λαμβάνει το πνεύμα, δηλαδή το λογικό-εννοιολογικό περιεχόμενο της νόησης για την υποκειμενικότητά μας, ως η υποκειμενικότητά μας.
Θα έλεγε κανείς ότι τα πνευματικά περιεχόμενα βρίσκονται κάπως διάσπαρτα και ότι μόνο η ψυχή τα συνενώνει με ομοιόμορφο τρόπο μέσα της, περίπου όπως η μη οργανική ύλη αφομοιώνεται από τον οργανισμό και την ενότητα της ζωής του.
Ιδού λοιπόν ένα πιθανό πρόταγμα για τον καλλιτέχνη της εποχής μας: να δράσει ως ψυχή αρμολογώντας τα νευρωνοδικτυακά κατασκευάσματα και υποτάσσοντάς τα σε ένα αισθητικό όραμα. Άλλωστε ήδη ο λογοτεχνικός και εικαστικός μοντερνισμός αυτό δεν προσπάθησε να κάνει; Στην εμβληματική Έρημη χώρα (1922), λόγου χάρη, ο Έλιοτ λειτουργεί σαν ψηφιδοθέτης προσπαθώντας κάπως να συνθέσει τα θραύσματα του σύγχρονου κόσμου. Τούτο το πρόταγμα, λοιπόν, θα το ονομάσω, για λόγους συντομίας, ελιοτικό. Εδώ ο καλλιτέχνης φιγουράρει όχι ως τεχνίτης ενός ολότμητου έργου αλλά, πιότερο, ως ο συνδυαστής των θραυσμάτων του σύγχρονου κόσμου. Κάπου εδώ ας θυμηθούμε και το «αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης» που διέκρινε ο Παναγιώτης Κονδύλης πίσω από τα εικαστικά, τη λογοτεχνία κ.ά. πολιτισμικές εκφάνσεις του εικοστού αιώνα. Ας φανταστούμε έναν καλλιτέχνη να παραγγέλνει στο νευρωνικό δίκτυο ένα έργο με βάση κάποιες λέξεις-κλειδιά (prompts). Σε λίγα δευτερόλεπτα, το νευρωνικό δίκτυο ανταποκρίνεται και ξεφουρνίζει ένα κείμενο (μια εικόνα, ένα μουσικό κομμάτι…) κοντά στο επιθυμητό. Ο καλλιτέχνης, λοιπόν, ακολουθεί το ελιοτικό πρόταγμα στον βαθμό ακριβώς που ωθεί –χρησιμοποιώντας λέξεις-κλειδιά– το νευρωνικό δίκτυο να συνδυάσει τα αποθέματα του αντικειμενικού πνεύματος κατά τον τρόπο που αυτός επιθυμεί ως άλλος ελιοτικός ψηφιδοθέτης. Εξίσου σημαντική είναι και η πιο ακραία έκφανση τούτου του προτάγματος: Το νευρωνικό δίκτυο παράγει οτιδήποτε του ζητηθεί εν ριπή οφθαλμού, πράγμα που σημαίνει ότι ωθεί δυνητικά τη φαντασία σε ατραπούς ανοίκειες, παράδοξες, οξύμωρες. Να τι δύναται να βγάλει ένα νευρωνοδίκτυο στο άψε σβήσε: ένα ζεϊμπέκικο με σαξόφωνα, έναν ουρανοξύστη ζωγραφισμένο μεταβυζαντινά, μια φωτορεαλιστική απεικόνιση ενός υποβρυχίου στην έρημο Σαχάρα. Κι εννοείται ότι ο καλλιτέχνης μπορεί μετά παρέμβει και να τελειοποιήσει το αποτέλεσμα κατά το γούστο του. Το διαδίκτυο είναι ήδη γεμάτο από ερασιτέχνες οι οποίοι αξιοποιούν τα νευρωνοδίκτυα λειτουργώντας ως τέτοιοι αναλυτές-συνδυαστές. Μια ηλεκτρονική βόλτα στο «Showcase» του ευρέως διαθέσιμου νευρωνικού δικτύου Midjournery θα πείσει για του λόγου το αληθές. Όταν, τελικά, ανακαλυφθούν και από τους καλλιτέχνες της υψηλής κουλτούρας, μένει να δούμε τι ενδιαφέρον ή ανούσιο θα προκύψει. Φυσικά, ένα νευρωνικό δίκτυο δίχως την ανάγκη κατεύθυνσης από τον άνθρωπο, ένα νευρωνικό δίκτυο αυτόβουλο, δεν φαίνεται προς το παρόν στον ορίζοντα και, γι’ αυτό, ας το αφήσουμε κατά μέρος.
Εννοείται ότι το ελιοτικό πρόταγμα δεν είναι το μοναδικό. Ένα άλλο θα είναι, πιθανότατα, ακριβώς η έκφραση της αποκοπής του ανθρώπινου υποκειμένου από έναν κόσμο όπου το αντικειμενικό πνεύμα έχει διογκωθεί σε βαθμό πρωτόφαντο. Αν ο Γκρέγκορ Σάμσα μεταμορφώθηκε σε έντομο αποξενωμένος ων από τους λαβυρίνθους του καταμερισμού εργασίας και της μητροπολιτικής ζωής, μένει να δούμε πώς θα εκφράσουν οι καλλιτέχνες την αλλοτρίωση σε έναν κόσμο στον οποίον ακόμα και τα κείμενα, οι μουσικές και οι εικόνες (ακόμα και τα γλυπτά οσονούπω: ας μην ξεχνάμε την τρισδιάστατη εκτύπωση) θα παράγονται κατά βούληση και κατά ριπάς. Τούτο το πρόταγμα ας το ονομάσουμε καφκικό. Ας φανταστούμε, φερ’ ειπείν, τον πρωταγωνιστή μιας νουβέλας να βυθίζεται σε μια ιδιότυπη μοναξιά μαγεμένος από το θέαμα ενός τεχνητού Σλαβόι Ζίζεκ μπλεγμένου σε μια κυριολεκτικώς ατέρμονη συζήτηση με έναν εξίσου τεχνητό Βέρνερ Χέρτσογκ. Αυτή συμβαίνει ήδη στον ιστότοπο The Infinite Conversation. Κι ας μην ξεχνάμε και το περίφημο Ηλεκτρικό Πρόβατο του Φίλιπ Κ. Ντικ και τη θρυλική μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη από τον Ρίντλεΰ Σκοτ ως Blade Runner. Εκεί πια, σε μια ιδιοφυή αντιστροφή, βλέπουμε το θέμα της αλλοτρίωσης όχι από τη σκοπιά του ανθρώπου αλλά από τη σκοπιά της αυτονομημένης τεχνητής νοημοσύνης η οποία έχει διεκδικήσει την ανθρωπινότητα για λογαριασμό της ερχόμενη πια αντιμέτωπη με το βάρος της ύπαρξης.
Ένα άλλο πιθανό πρόταγμα είναι η διερεύνηση των ατραπών του κατά Ζίμμελ αντικειμενικού πνεύματος όχι μέσω ενός νέου Γκρέγκορ Σάμσα αλλά μέσω του ίδιου του δημιουργού. Για λόγους συμμετρίας, θα αναφερθώ ξανά σε έναν λογοτέχνη. Ο Αμερικανός Πωλ Ώστερ έχει επεξεργαστεί πολλαχώς την ιδέα ενός συγγραφέα που εισάγεται ως χαρακτήρας μέσα στο ίδιο του το έργο, με τρόπο κάποτε σοβαρό και κάποτε παιγνιώδη. Εξ’ ου και τούτο το πρόταγμα θα το ονομάσω ωστερικό. Σαν του Ώστερ δείγματα, έχουν δώσει και οι Σόμερσετ Μωμ, Κερτ Βόνεγκατ, Μισέλ Ουελλμπέκ κ.ά. Ωστόσο, όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες εισάγουν εαυτόν στο έργο τους από μια θέση ισχύος – ακόμα κι όταν η ενδοκειμενική περσόνα τους βρίσκει τον… θάνατο. Εντούτοις, η ιδιαιτερότητα προς διερεύνηση στην εποχή των νευρωνικών δικτύων είναι ότι η πατρότητα του έργου ίσως να μην μπορεί καν να αποδειχτεί. Στην καλύτερη περίπτωση, ίσως να καταστεί δευτερεύουσα. Τι θα γίνει σε έναν κόσμο όπου το όποιο έργο μπορεί κάλλιστα να ξεβράστηκε από μερικές συνάψεις των ηλεκτρισμένων νευρώνων πυριτίου του αντικειμενικού πνεύματος; Κάποτε οι μεταμοντέρνοι φαντασιώθηκαν τη γλώσσα να ξεβράζει τη λογοτεχνία εξαλείφοντας τρόπον τινά τον δημιουργό. Όσο κι αν αυτό υπήρξε φαντασιοκοπία, μέλλει να πραγματωθεί κωμικοτραγικά και παρωδιακά με τη βοήθεια λίγων κλικ. Πληροφορούμαστε ότι η, ημιτελής, Δεκάτη Συμφωνία συμπληρώθηκε από νευρωνικό δίκτυο με τον Μπετόβεν κοντά δυο αιώνες στον τάφο. Και βλέπουμε νευρωνοδικτυακές φωτογραφίες από τα γυρίσματα του καλτ δισκοπότηρου των σινεφίλ, του Dune, του Αλεχάντρο Χοδορόφσκι – μόνο που η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ. Άραγε, θα εξερευνηθεί η θέση του δημιουργού μέσα σ’ ένα τέτοιο τοπίο; Είναι κάτι που εύλογα προσδοκούμε. Περιττό, δε, να επισημάνουμε ότι θα τεθούν ζητήματα νομικής, ηθικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσεως.
Το δίχως άλλο, ένα διαφορετικό πρόταγμα –εμφατικό– θα είναι η ακατάβλητη επιβίωση της ανθρώπινης δημιουργίας. Ας το ονομάσουμε, λοιπόν, ανθρωποκεντρικό. Οι ιστορικές ενδείξεις μάς λένε ότι η ανάδυση ενός νέου τρόπου δεν σημαίνει αυτόχρημα την εξαφάνιση των παλαιών, όσο κι αν οι παλαιοί ενταχθούν πλέον σε ένα πλαίσιο αναστοχαστικότητας. Το γεγονός ότι η ακρόαση της μουσικής μπορεί να γίνει άνετα και στο σπίτι μας δεν σημαίνει ότι δεν λαχταράμε να δούμε τη ζωντανή εκτέλεση κομματιών και τις σύντονες προσπάθειες της ορχήστρας κοινωνώντας την εμπειρία με τους συνακροατές μας. Όσο κι αν σήμερα κυκλοφορούν πολυσύνθετα μοντέρνα μυθιστορήματα, ακόμα διαβάζονται ευρέως ρομάντζα και περιπέτειες, όπως τον δέκατο ένατο αιώνα. Όσο κι αν παράγονται ψηφιακά εικαστικά έργα με τη βοήθεια ειδικών γραφίδων και ταμπλετών, ακόμα χαίρει αγάπης η λαδομπογιά και το κάρβουνο. Όλα αυτά μου φαίνονται σαν ενδείξεις ότι ένα ανθρωποκεντρικό πρόταγμα μέλλει να λάβει μορφή και, μάλιστα, ιδιαίτερα συνειδητή.
~.~
Το μέλλον ξανοίγεται μπροστά μας με μεγάλα ερωτηματικά για τον άνθρωπο, την τεχνική και κάθε τι το ενδιάμεσο. Παρ’ όλα αυτά, φαντάζει κάπως παρήγορο που ένας στοχαστής του 1900 μπορεί να μας μιλήσει για τους δικούς μας καιρούς. Οι πλόκαμοι της τεχνολογίας είναι ανάμεσά μας και μου φαίνεται πως οι καλλιτέχνες θα πρέπει να διαλέξουν ρότα ελιοτική, καφκική, ωστερική ή ανθρωποκεντρική – συνδυασμοί δεν αποκλείονται. Από τότε που ο καλλιτέχνης έκοβε τη μύτη της πέννας του με τον σουγιά πέρασε πια καιρός. Ο χρόνος μάς επιφυλάσσει πολλά.
ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ
~.~
Βιβλία που αναφέρθηκαν
– Νόρμπερτ Ελίας, Θεωρία του Συμβόλου, μετάφραση Ρεβέκκας Πεσσάχ, Μεταίχμιο 2010.
– Γκέοργκ Ζίμμελ, Ο Τρόπος Ζωής – Από τη Φιλοσοφία του Χρήματος, μετάφραση Χρήστου Γεμελιάρη, Πλέθρον 2021.
– Νικ Μπόστρομ, Superintelligence: Paths, dangers, strategies, Oxford University Press, 2014
*
*
*
