“στάζοντας μύρα μελανά” (ένα ταξίδι ελληνικό του «Μεθυσμένου καραβιού»)

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κάπου στο μακρινό ’78, εκεί στο γύρισμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, μας αγόρασε (με γραμμάτια) ο πατέρας μου, από ένα πλανόδιο πλασιέ, την 20τομη Εγκυκλοπαίδεια του Γιοβάνη, καθώς η Αντιγόνη Μεταξά είχε προ πολλού εξαντλήσει τις δυνατότητές της. Έπεσα λοιπόν πάνω της και ξεκίνησα να την καταβροχθίζω, όχι αλφαβητικά, όπως αυξάνουν κι οι τόμοι, ούτε θεματικά ή άλλως πως αλλά όπως λάχαινε κάθε φορά. Άλλοτε στην τύχη κι άλλοτε, από αφορμή ένα λήμμα, ξεστράτιζα σε δρόμους άλλους κι από εκεί αλλού, μέχρι να κουραστώ. Σε κάποιαν από τις αδηφάγες περιπλανήσεις μου, έπεσα επάνω και στο λήμμα για τον Αρθούρο Ρεμπώ (τ. 18, σ. 83). Μου εντυπώθηκε ο πίνακας του Φαντέν-Λατούρ αλλά ακόμη περισσότερο αιχμαλωτίστηκε για τα μελλούμενα χρόνια ο νους μου από το Μεθυσμένο καράβι.

Τόσο πολύ χαράχτηκε μέσα μου που το είχα σχεδόν αποστηθίσει ολάκερο. Το σφρίγος κι εικονοποιητική ζωντάνια του Μεθυσμένου καραβιού με βρήκανε σε μια στιγμή που η ψυχή μου είχε ήδη ποντιστεί βαθιά μέσα στον λυρισμό. Είχα δε μείνει για καιρό με την ακλόνητη σιγουριά ότι αυτό ήταν όλο κι όλο το ποίημα, πλώρη-πρύμνη, ως την 14η στροφή, όπως την είχε η ανώνυμη μετάφραση της εγκυκλοπαίδειας. Έφτασα πια στο τέλος των λυκειακών χρόνων για να μάθω πως το μυθικό καράβι δεν ήταν τελικά τόσο μικρό, αλλά είχε εικοσιπέντε –αντί για δεκατέσσερα– τετράστιχα. Τότε ήταν κι η εποχή που διάβασα τον Ρεμπώ αλλά και τον αγάπησα περισσότερο. Αν κι ίσως βέβαια ν’ αγάπησα πάνω απ’ όλα τον μύθο που ’σερνε τ’ όνομά του, καθώς λευκή τ’ αφρού γραμμή, κυματιστή, που αφήνουν πίσω τους τα πλοία. Τώρα που ξανακοιτάζω πάλι εκείνη τη σελίδα της παλιωμένης μα ιλλουστρασιόν εγκυκλοπαίδειας, διαβάζω σαν σε φθαρμένη αρχαία επιγραφή και τις λέξεις: τυχοδιωκτικές περιπέτειες… πρωτόγονου αισθησιασμού, κι αναρωτιέμαι τι αχνάρι μπορεί και ν’ άφησαν στον εφηβικό μου ψυχισμό, τι αποτύπωμα μελλοντικό. Ας είναι…

Τα ποιήματα του Ρεμπώ συμπορεύονταν πλέον πλάϊ-πλάϊ με το αίνιγμά του, τις επιστολές και τις φωτογραφίες του, μα και την πεζή ζωή του σαν υπαλλήλου, (λαθρ)εμπόρου, εξερευνητή στην κοντινή μου Ανατολή. Και στα ταξίδια που ακολούθησαν, πάντα έψαχνα για τα ίχνη του, το καταγάλανο, φωτεινό του βλέμμα κάπου αφημένο, στου Άντεν τον ηλιοδαρμένο βράχο ή στου Χαράρ τα σοκάκια. Εκτός από του Γκάτσου όμως το μουσικό Καράβι, ψέλλιζε η μνήμη έντρομη και τις εικόνες τις οργιαστικά τρομακτικές, που κάποτε θωρούσα ως του Μεθυσμένου καραβιού την πρύμνη:

«Εἶδα τοὺς βάλτους νὰ κοχλάζουν, δίχτυα πελώρια ὅπου σαπίζει
μέσα στὸ βοῦρλο τους γιγάντιον ἑνὸς Λεβιάθαν τὸ κορμί,
τὴ νηνεμία εἶδα νὰ σπάζη ξάφνου κι η θύελλα νὰ ποντίζη
τὰ βάραθρα τὰ μακρυσμένα μὲ καταράχτινην ὁρμή.

Μάργαρα κύματα, ἀσημένιους ἥλιους, οὐράνια σταχτωμένα,
πάγους, βουλιάγματα ἀποτρόπαια σὲ βάθη κόλπων σκοτεινά,
ὅπου γιγάντια φίδια πέφτουν ἀπὸ ἔντομα καταπιωμένα,
πάνω ἀπὸ δέντρα τερατώδη στάζοντας μῦρα μελανά».

Όσο κι αν έψαχνα, άκρη δεν έβρισκα για τον Έλληνα μεταφραστή του Μεθυσμένου καραβιού. Το βιβλίο της Ελένης Σκούρα για τον μύθο του Ρεμπώ και το Μεθυσμένο καράβι του ασχολιόταν με τις εννέα (9) μεταφράσεις στα ελληνικά. Άλλη καμιά δεν ανέφερε· και μέχρι σήμερα δεν ξέρω γιατί κράτησε αυτή την απαρίθμηση. Είχα σχεδόν απελπιστεί, σκεφτόμουν πως ίσως κι η μετάφραση που ήξερα από μικρός να ήταν μια επί τούτου μερική μετάφραση κάποιου συντελεστή του έργου. Η υψηλή της όμως ποιότητα καθόλου δεν συνηγορούσε σε μια τέτοια υπόθεση. Ωσότου ήρθε η μέρα που έπιασα λιμάνι.

Η απάντηση ήταν μπροστά μου τόσον καιρό αλλά δεν την έβλεπα. Ο Κατσίμπαλης στην Ελληνική Βιβλιογραφία του Ρεμπώ την μνημονεύει ήδη από το 1955. Αντιγράφω: «22. ―Τὸ μεθυσμένο καράβι [Bateau ivre],μετ. Γ. Γεραλῆ, περ. Καλλιτεχνικά Νέα, 25 Σεπτ. 1943». Κι έτσι το βρήκα ολόκληρο κι ατόφιο το Μεθυσμένο καράβι, στην απόδοση του ποιητή Γιώργου Γεραλή (1917-1996). Και όχι μόνον αυτό, αλλά θεωρώ την μετάφρασή του από τις πλέον σφριγηλές και ζωντανές (μ’ όλα τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητές της) που έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Εκ των υστέρων, έμαθα ότι το 1954, ο Περάνθης είχε συμπεριλάβει την μετάφραση του Γεραλή στις σελίδες για τον ποιητή, στην Μεγάλη Ελληνική Ποιητική Ανθολογία του Περάνθη, τ. Β΄, σ. 644-647, και κατακλείοντας μάλιστα το υποσελίδιο εισαγωγικό σημείωμα έλεγε πως, παρά τις τόσες αποδόσεις του έργου στα ελληνικά, «Η μετάφραση Γεραλή μπορεί να διεκδικήσει τα πρωτεία». Σήμερα πλέον, εδώ και μια δεκαετία, με τη συνολική έκδοση του έργου του Γιώργου Γεραλή, από τον Κώστα Φρουζάκη στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, έχουμε την δυνατότητα να έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με το σύνολο ποιητικό του έργο (η συγκεκριμένη μετάφραση αναδημοσιεύεται στις σ. 478-481).

Στη μνήμη του Ρεμπώ, είπα να κάνω τον κόπο και να αντιγράψω την μετάφραση του Μεθυσμένου καραβιού, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα του 1943 (τ. 16, 25 Σεπτεμβρίου, σ. 5). Ίσως και κάποιοι άλλοι να χάθηκαν, ακολουθώντας την μεθυσμένη ρότα του.

[Ας αναφέρω εδώ και την συγκίνηση που νιώθει κανείς, βλέποντας στο ίδιο τεύχος, μεταξύ άλλων, να υπογράφουν τα άρθρα τους ο Σπύρος Βασιλείου κι ο Τέλλος Άγρας.]

Ελάχιστες μικρές σημειώσεις. Όπως μπορεί να δει κανείς και στην παρατιθέμενη φωτογραφία οι δυο τελευταίοι στίχοι της 1ης στροφής (1), ελαφρώς ο πρώτος της 4ης (2) και ο τρίτος της 6ης στροφής (3) διαφέρουν από του πρωτοτύπου. Αυτό οφείλεται βέβαια στο ότι οι συντάκτες της εγκυκλοπαίδειας, αφού προτίμησαν την απόδοση του Γεραλή, ακολούθησαν πιστά την έκδοση του Περάνθη. Πέραν τούτων, σημειώνω και δυο άλλες -μία μικρή (4) και μία εκτενέστερη (5)- αλλαγές (στον δεύτερο στίχο της 15ης και στους τρεις τελευταίους της έσχατης στροφής αντίστοιχα), που παρατηρώ στην Ανθολογία του Περάνθη. Ποιος αλήθεια να έκανε αυτές τις αλλαγές; Το αποτόλμησε μονάχος του ο Μιχαήλ Περάνθης; Απίθανο το βρίσκω. Ζήτησε την μετάφραση από τον ίδιο τον ποιητή, κι ίσως ο Γεραλής, ξανακοιτάζοντάς την, επέφερε κάποιες αλλαγές; Η έκδοση του Φρουζάκη πάντως ακολουθεί πιστά την δημοσιευμένη στα Καλλιτεχνικά Νέα μετάφραση και δεν κάνει την οποιαδήποτε μνεία για διόρθωση του ποιητή. Καθόλου δεν γνωρίζω τον λόγο αυτής της αλλαγής, βρίσκω όμως ενδιαφέρουσα την προσπάθεια για μια άλλη (πιστότερη;) απόδοση και ερμηνεία, που αποπειρώνται αυτοί οι στίχοι. Στον Περάνθη (και στην εγκυκλοπαίδεια, μέχρι την 14η όπως είπαμε στροφή) λοιπόν έχουν ως εξής:

(1) «Γυμνούς, σὲ παρδαλὰ παλούκια καρφώνοντάς τους οἱ Ἐρυθροί,
τοὺς εἶχαν βάλει στὸ σημάδι μ᾽ ἄγριες κραυγές, μὲ ἀλαλαγμούς».
(2) «..και στα πελάγη»
(3) «Τοὺς πράσινους βυθοὺς ρουφώντας, ποὺ κάποτε σὰν ἕνα ὠχρὸ» αντίστοιχα.
(4) «τραγουδιστικά».
(5) «…δρόμους ἐπάνω στὰ νερά,
τὶς ἀλαζονικὲς σημαῖες καὶ τὰ σινιάλα νὰ διατρέχω
κι οὔτε νὰ πλέω κάτω απ᾽ τὰ μάτια τῶν κάτεργων τὰ τρομερά».

Και μια ακόμη, σύντομη, ύστατη και βαθιά προσωπική, σημείωση. Οι στίχοι της προτελευταίας στροφής: «ὅπου, μέσα στὴ μοσκοβόλια τοῦ βραδιοῦ / ἀναγερτὸ κάποιο παιδάκι, στὴ λύπη βυθισμένο, ἀφήνει / ἕνα καράβι ἀδύναμο ὅσο μιὰ πεταλούδα τοῦ Μαγιοῦ», μέσα μου συντονίζονται κι αντιλαλούν θλιμμένα, αντάμα με τους προτελευταίους στίχους του «Yara Yara», του Καββαδία:

«Mια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές».

~·~

Τὸ μεθυσμένο καράβι

Καθὼς ἐπάνω σὲ γαλήνιους σιγοκυλοῦσα ποταμοὺς
ἔνοιωσα ξάφνου ἀπ᾽ τοὺς πιλότους πὼς εἶχα πιὰ ἐγκαταλειφθεῖ.
Τοὺς γύμνωσαν καὶ σὲ πασσάλους καρφώνοντάς τους οἱ Ἐρυθροί,
ἀφιονισμένοι τοὺς τοξεύαν μ᾽ ἄγριες κραυγές, μὲ ἀλαλαγμούς. (1)

Δὲ μ᾽ ἔνοιαξε ποιὰ μοῖρα βρῆκε τὸ ἄτυχο ἐκεῖνο ναυτολόϊ
ποὺ κουβαλοῦσε ἀπὸ τὴ Φλάντρα στάρι, καὶ νήματα Ἀγγλικά.
Ὅταν ἐκόπασεν ὁ σάλος καὶ σβύστηκε τὸ μοιρολόϊ,
ἕρμαιο μὲ πῆραν τῆς φυγῆς μου τὰ κύματα δαιμονικά.

Στῆς παλιρροίας τὴ μανιασμένη δίνη κυλιόμουνα τὸν ἄλλο
χειμῶνα, τόσο κοῦφον, ὅσο καὶ τὸ μυαλὸ μικροῦ παιδιοῦ.
Οἱ ἔκπληκτες ποὺ ἄφηνα ξωπίσω στεριές, στοῦ τρελλοῦ ταξειδιοῦ
τὸ δρόμο, δὲν εἶδαν ποτές τους ὄργιο θριάμβου πιὸ μεγάλο.

Ἔχει εὐλογήσει ἡ τρικυμία τὸ ξύπνημά μου τὰ πελάγη, (2)
κι ἔχω έλαφρὰ ὡς φελλὸς ἐπάνω στὴν ἄγρια θάλασσα χορέψει,
στὸ κῦμα ποὺ ὅλοι τὸ ὀνομάζουν αἰώνια τῶν ναυαγῶν ἁρπάγη,
δέκα νυχτιές, χωρὶς τοῦ φάρου τὸ ἀγαθὸ φῶς νὰ μὲ χαϊδέψει.

Γλυκά, σὰν τὸ χυμὸ τῶν μήλων στὴ γεύση ἑνὸς παιδιοῦ, κι ἀκόμα,
διαπέρασαν τὸ ἐλάτινό μου σκάφος τὰ πράσινα νερά,
ξεπλένοντάς με ἀπὸ κηλίδες μπλάβες κρασιῶν, ἀπὸ τὴ βρῶμα,
τινάζοντας τὴν ἄγκυρά μου καὶ τὸ τιμόνι μου μακρυά.

Κι εἶναι ἀπὸ τότε πιὰ ἡ ψυχή μου μὲς στοῦ πελάου δροσολουσμένη
τὸ ποίημα, διάστικτον ἀπὸ ἄστρα, στεφανωμένο ἀπ᾽ τὸν ἀφρό.
Τοὺς πράσινους αἰθέρες πίνω τὴν ὥρα ποὺ σὰν ἐλαφρὸ (3)
πλεούμενο φάσμα, σκεπτικὸς κάποιος πνιγμένος κατεβαίνει.

Κι ὅπου οἱ πικρὲς τοῦ Ἔρωτα φλόγες κοχλάζουν, βάφοντας μὲ στάλες
αἱμάτινες τὰ μπλάβα πλάτη, κάτω ἀπὸ τὸ λαμπυρισμὸ
τῶν ἥλιων, ἔξαλλες μανίες σ᾽ ἕναν παράφορο ρυθμό,
πιὸ δυνατὲς ἀπ᾽ τὸ μεθύσι κι ἀπὸ τὴ λύρα πιὸ μεγάλες.

Ξέρω τὰ οὐράνια ποὺ ξεσκίζονται σὲ ἀστραπές· καὶ τ᾽ ἀγριοκαίρια
τῶν καταιγίδων, τοὺς τυφῶνες· τὶς ἁπαλές, ξέρω νυχτιές,
τὴν ἔκθαμβην αὐγὴ ποὺ μοιάζει μ᾽ ἕνα λαὸ ἀπὸ περιστέρια,
γνώρισα ἐκεῖνα ποὺ οἱ ἀνθρῶποι δὲ γνώρισαν ἴσως ποτές.

Τὸν ἥλιο χαμηλὰ ἀπὸ φρίκες μυστηριακὲς κηλιδωμένο
νὰ φωτολούζει παγετῶνες μενεξεδένιους τοῦ βορρᾶ,
παρόμοια ὑποκριτὲς σὲ κάποια δράματα ἀρχαῖα καὶ φοβερά,
τὰ κύματα εἶδα νὰ κυλοῦνε τὸ ριγηλό τους πεπρωμένο.

Τὴν πράσινη νυχτιά, στὸ χιόνι τὸ ἔκθαμβον ἔχω ὀνειρευθεῖ,
φιλιὰ στῶν θαλασσῶν τὰ μάτια ποὺ ἀργὰ ἀνεβαίνουνε· χυμοὺς
ποὺ ἀνάκουστοι κυκλοβολοῦνε· καὶ τῶν φωσφόρων τὸ βαθὺ
τραγούδι, ὅταν ξυπνάει γαλάζο καὶ κίτρινο νὰ διαχυθῆ.

Μῆνες ἀκέριους ἀκλουθοῦσα τὶς φουσκοθαλασσιὲς ποὺ ἐσποῦσαν
πάνω σὲ ὑφάλους τὴν ὀργή τους, ταύρων κοπάδι ὑστερικό,
χωρὶς νὰ φανταστῶ τὰ πόδια τῶν Μαριὰμ πὼς θὰ μποροῦσαν
μὲ τὸ Ἅγιο φῶς τους νὰ δαμάσουν τῶν ὡκεανῶν τὸ μυκηθμό.

Πάνω σὲ ἀπίστευτες Φλωρίδες ἔχω σκοντάψει στὴ φυγή μου
κι εἶδα μὲσ᾽ στ᾽ ἄνθη νὰ φεγγρίζουν μάτια πανθήρων· φωτεινὰ
ούράνια τόξα τεντωμένα στὰ χάη τῆς θαλασσίας ἐρήμου
νὰ μοιάζουν χαλινοὺς ποὺ σέρνουν κοπάδια ἀλόγων γαλανά.

Εἶδα τοὺς βάλτους νὰ κοχλάζουν, δίχτυα πελώρια ὅπου σαπίζει
μέσα στὸ βοῦρλο τους γιγάντιον ἑνὸς Λεβιάθαν τὸ κορμί,
τὴ νηνεμία εἶδα νὰ σπάζη ξάφνου κι η θύελλα νὰ ποντίζη
τὰ βάραθρα τὰ μακρυσμένα μὲ καταράχτινην ὁρμή.

Μάργαρα κύματα, ἀσημένιους ἥλιους, οὐράνια σταχτωμένα,
πάγους, βουλιάγματα ἀποτρόπαια σὲ βάθη κόλπων σκοτεινά,
ὅπου γιγάντια φίδια πέφτουν ἀπὸ ἔντομα καταπιωμένα,
πάνω ἀπὸ δέντρα τερατώδη στάζοντας μῦρα μελανά.

Ἤθελα στὰ παιδιὰ νὰ δείξω τοὺς κόσμους τῶν γλαυκῶν κυμάτων,
χρυσόψαρα χαριτωμένα καὶ ψάρια τραγουδιστά· (4)
ἄνθινοι ἀφροὶ μ᾽ ἔχουν μυρώσει στὶς νύχτες τῶν παραδαρμάτων
κι ἄνεμοι ἐξαίσιοι στὰ φτερά τους μὲ λίκνισαν εὐφραντικά.

Κάποτε, αἰώνια ταξιδεύτρα τοῦ ἀπείρου, ταλαιπωρημένη,
ἡ θάλασσα ποὺ ἔχει ἁπαλύνει τοὺς σάλους μου μὲ τὸ λυγμό της,
τὰ χλωμά, σκοτεινά της ἄνθη μοῦ ἀνέβαζε ἀπὸ τὸ βυθό της,
κι ἔμενα ἐκεῖ σἀμπως γυναῖκα σὲ μιὰ ἱκεσία γονατισμένη.

Σὰ χερσονήσι ποὺ λικνίζονται στ᾽ ἀκρογιάλια του οἱ ἐκκρίσεις
κι οἱ γοερὲς φιλονικίες κάποιων πουλιῶν μὲ ξανθὰ μάτια,
καὶ πάντα ἁρμένιζα ὥσπου ἀνάμεσ᾽ ἀπὸ τ᾽ἀσθενικά μου ξάρτια
ὕπτιους κατέβαζε πνιγμένους ἡ τρικυμία νὰ τοὺς κοιμίση.

Κάτω ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τῶν κόλπων, τοῦ ὀλέθρου πλεούμενο, τοῦ τρόμου
σ᾽ ἕνα παντέρημον αἰθέρα ριχμένο ἀπὸ μιὰν ἄγρια μπόρα,
ἐγώ, ποὺ θωρηκτὰ καράβια καὶ ξακουσμένα ἱστιοφόρα
δὲ θὰ μποροῦσαν ν᾽ ἀνασύρουν τὸ μεθυσμένο σκέλεθρό μου,

λεύτερο, ἀπὸ καπνοὺς ζωσμένο, πλέοντας σὲ ὁμίχλη μενεξένια,
ἐγὼ ποὺ διατρυποῦσα τ᾽ ἅλικα οὐράνια τῆς ἀνατολῆς
σὰν ἕνα τοῖχο που θαυμάσιο γλύκισμα φέρνει σὲ ἀφελεῖς
ποιητές, τὶς βλέννες τῶν αἰθέρων, τὰ μοῦσκλα τὰ ἡλιοσταλαγμένα,

πού, διάστικτον ἀπὸ μηνίσκους ἠλεκτρικούς, ποντοποροῦσα,
ἐνῶ ἡ χορεία μ᾽ ἀκολουθοῦσε τῆς ἱπποκάμπης σκοτεινή,
ὅταν στοῦ θέρους τὸ μαστίγωμα ἐσπάζαν καὶ κατρακυλοῦσαν
μέσ᾽ ἀπὸ διάπυρες χοάνες οἱ βαθυγάλαζοι οὐρανοί,

Ἐγὼ ποὺ τῶν Μαελστρὸμ γροικοῦσα καὶ τῶν Βεεμὼθ τὸ φρικαλέον
ἐρωτικὸ τραγούδι ὡς ρῖγος ἀπόμακρο καὶ ὡς οἱμωγή,
τῆς γαλανῆς ἀκινησίας κλώστης αἰώνιος, τώρα πλέον
τ᾽ ἀρχαῖα μουράγια τῆς Εὐρώπης μόνο ἡ ψυχή μου νοσταλγεῖ.

Εἶδα νησιὰ ποὺ οἱ οὐρανοί τους ἀνοίγουνε μιὰ μεθυσμένη
στὸν ποντοπόρο ἀγκάλη· καὶ εἶδα τὰ ἀρχιπελάγη τὰ ἀστρικά.
Σὲ τέτοιες νύχτες δίχως τέλος μήπως κοιμᾶστε ἐξωρισμένοι
λαοὶ χρυσῶν πουλιῶν, ὦ Σφρίγη ποὺ θἄρθετε μελλοντικά;

Ὄμως πολὺ ἔχω κλάψει ἀλήθεια. Οἱ αὐγὲς κρατοῦν μιὰ θλίψη τόση.
Φαρμακερὸς καθένας ἥλιος κι εἶναι φριχτὸ κάθε φεγγάρι.
Ὁ πικρὸς ἔρωτας μὲ νάρκες μεθυστικὲς μ᾽ ἔχει πληγώσει.
Κάλλιο νὰ μοῦ ἔσπαζε ἡ καρίνα. Κάλλιο ὁ βυθὸς νὰ μ᾽ εἶχε πάρει.

Ἂν τῆς Εὐρώπης ποθῶ κάποια νερὰ δὲν εἶναι παρὰ ἡ λίμνη
ἡ κρύα καὶ σκοτεινή, ὅπου, μέσα στὴ μοσκοβόλια τοῦ βραδιοῦ
ἀναγερτὸ κάποιο παιδάκι, στὴ λύπη βυθισμένο, ἀφήνει
ἕνα καράβι ἀδύναμο ὅσο μιὰ πεταλούδα τοῦ Μαγιοῦ.

Γιατὶ πιά, ὦ κύματα, λουσμένο στὶς ραθυμιές σας, δὲν ἀντέχω
γιὰ τοὺς ἐμπόρους νὰ ξανοίγω δρόμους ἐπάνω στὸν ἀφρό,
ἀπ᾽ τὶς περήφανες σημαῖες κι ἀπ᾽ τὶς φωτιὲς μέσα νὰ τρέχω,
κι οὔτε νὰ πλέω κάτω ἀπ᾽ τὰ μάτια τὰ τρομερὰ τῶν γεφυρῶν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΛΗΣ
(Ὀκτώβριος 1942)

~.~

Πρώτη δημοσίευση: iliasmalevitis.wordpress.com

*

 

*

*

*