Ειδική Ποιητική Επιχείρηση

*

Ελευθερία, ποιός άραγε γνωρίζει
την όψη-σου απο πρίν; Και πού δέ σ’ είδα!
Πότε κρατάς το κλόμπ που φοβερίζει

τα Κίτρινα Γιλέκα, πότε ασπίδα
και προστατεύεις τ’ αγριεμένα πλήθη
στους δρόμους του Κιέβου. Η προσωπίδα

του απείθαρχου σου πάει, του αρχαίου Σκύθη,
κι η λουλουδάτη ανεμελιά του χίπη,
ρεκλάμα γελαστή που ακόμα πείθει.

Δέν άφησες τερτίπι για τερτίπι
που να μήν ξέρεις, Λευτεριά, καλούπι
που να μήν έχεις μπεί. Γιά πές, τί λείπει;

– Του αξύριστου πυγμαίου το σουλούπι.

21 Μαΐου 2022. Στην εσθονική πόλη Τόρβα, η Λεττονή γλύπτρια Αγκνέζε Ρουτζίτε-Κιρίλοβα πλάθει ενα αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας απο άμμο. Το πρόσωπο της Ελευθερίας φέρει τα χαρακτηριστικά του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

~.~

Η ελπίδα, νά, κι εμένα μ’ έχει φέρει
στα πόδια-σου μαζί μ’ όλους τους άλλους,
Ελευθερία. Μα τί κρατάς στο χέρι,

σημάδι φωτεινό του αρχαίου-σου κάλλους;
Πυρσό; Λάθος! Ενα κλουβί γεμάτο
βραχνούς καμπουρομύτες παπαγάλους,

έτοιμους να τα φέρουν πάνω κάτω
κάθε πατρίδας τ’ άχραντα και τ’ άγια,
σ’ επίχρυσο, σε σμαλτωμένο πιάτο

να μας σερβίρουν λιγδερά αποφάγια,
της τρέλας την τροφή και της απάτης.
Κι απέξω της σοφίας η κουκουβάγια

ζυγιάζεται στ’ αθόρυβα φτερά-της.

~.~

Μια λιμπελούλα πέταξε απο πέρα
και χάιδεψε μ’ ενα φτερό-ξυράφι
το αριστερό-σου μπράτσο. Μαύρη μέρα.

Μα η μοίρα που όλο γράφει και ξεγράφει
σ’ έσωσε, λυγερή. Σε ξένο τόπο
– κυνηγημένο, λαβωμένο ελάφι –

βρήκες καταφυγή και ψάχνεις τρόπο
τους ώμους που ο σακατεμός πιέζει
στητούς να τους κρατήσεις. Με τί κόπο

σηκώνεις το ποτήρι απ’ το τραπέζι!
Και βλέπω στη ματιά που σε προδίνει
της νιότης την αψηφισιά να παίζει

με της θυσίας τη θεία ντροπαλοσύνη.

~.~

Τον γέρο ταβερνιάρη αφήνω πίσω
δουκάτα να μετράει μές στην κασέλα
και τρέχω, Χαϊνταμάκος, να σκορπίσω

τον πανικό, τον όλεθρο, την τρέλα
στου Πολωνού την κεφαλή. Ρεζίλι
θα γίνεις, κάθαρμα! Αμφιβάλλεις; Έλα

να μετρηθούμε απ’ την αυγή ώς το δείλι
εσύ ο παλληκαράς κι εγώ ο παρίας
με τα όπλα που η τσαρίνα θα μου στείλει…

Κι άν τα παιδιά-μου πέσουν στης ουνίας,
στου παπισμού το δόκανο, άν στη σλάχτα
πουλήσουν την τιμή της Ουκρανίας,

πρώτος εγώ θα πώ στο δήμιο: «Σφάχ’ τα!»

Το ποίημα είναι εμπνευσμένο απο τους «Χαϊνταμάκους», σημαδιακό έργο του εθνικού ποιητή της Ουκρανίας Ταράς Σεβτσένκο (1814-1861). «Χαϊνταμάκοι» (απο το τουρκικό haydamak ‛σαλαγώ, καταδιώκω, επιτίθεμαι’) ονομάζονταν οι αγωνιστές μιας αγροτικής εξέγερσης που ξέσπασε το 1768 στα δυτικά του ποταμού Δνείπερου, σε περιοχές δηλαδή που ανήκαν τότε στο βασίλειο της Πολωνίας-Λιθουανίας. Η εξέγερση στρεφόταν κατα της πολωνικής αριστοκρατίας, της σλάχτα (szlachta), η οποία με τη βοήθεια Εβραίων κυρίως διαχειριστών εκμεταλλευόταν τον ορθόδοξο σλαβικό πληθυσμό της Ουκρανίας. Τόσο οι Χαϊνταμάκοι όσο και η αντίπαλοί-τους διέπραξαν τρομερές αγριότητες.
«Τον γέρο ταβερνιάρη»: ο Εβραίος κάπελας που έχει στη δούλεψή-του τον ήρωα του ποιήματος του Σεβτσένκο.
«Τα όπλα που η τσαρίνα θα μου στείλει»: στους κύκλους των εξεγερμένων κυκλοφορούσε η φήμη οτι η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη η Β΄ ήταν με το μέρος-τους και τους ενίσχυε μάλιστα με την αποστολή όπλων. Κι άν τα παιδιά-μου πέσουν στης Ουνίας κτλ. – Στο τελευταίο επεισόδιο του ποιήματος, ενας απο τους ηγέτες της εξέγερσης καταδικάζει τους ίδιους-του τους γιούς σε θάνατο επειδή έχουν προσχωρήσει στον καθολικισμό.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
Τέσσερα ποιήματα από το βιβλίο του Ειδική Ποιητική Επιχείρηση, Άπαρσις 2022

*

*