Month: Μαρτίου 2024

Δημήτρης Καρακίτσος, Δνείπερος ΙΙ

*

*

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

Δ Ν Ε Ι Π Ε Ρ Ο Σ

~.~

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Ο ΤΡΟΧΟΣ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

  1. Και ακολούθησα τον κόσμο στις σκάλες, όπου ο ένας περπατούσε με τα μάτια μισάνοιχτα κι άλλος σαν να του ’κλεψαν στον ύπνο τη ραχοκοκαλιά.
  2. Κι όλο σιωπή και χνότα που έσβηναν σαν χώρες πριν γράψει γι’ αυτές η Ιστορία. Κόσμοι που ψάχνουν τον ήλιο τους για να ξημερώσει.
  3. (Αν και ουδείς χαιρόταν σήμερα. Κι είχε η ατμόσφαιρα κάτι το νοσηρό.)
  4. Ουρές στα ΑΤΜ, και κόρνες και σπρωξιές στα φανάρια. Κι όλοι με τον εχθρό, τον εαυτό τους, έτρεχαν να κρύψει ο ένας τον άλλο.
  5. Τι θα φάνε, κι αν είναι αλήθεια αυτό που κράζουν οι σειρήνες.
  6. Βιάστηκα κι εγώ να κολλήσω στην ουρά, να πάρω τα πράγματα που θα ’ταν καλό να έχω.
  7. Που τελικά έμειναν άχρηστα όταν κόπηκε το ρεύμα – κάτι που κανείς δεν το ’βαζε στον λογαριασμό.
  8. Γιατί έλεγες: υπάρχει κράτος εδώ – το δικό μου κράτος. Και γιατί έλεγες: στο σπίτι μου δεν θα σκοτωθώ.
  9. Και τότε χτυπήθηκε το γειτονικό χωριό. Και μετά τ’ αγόρι, εκείνο, με το κομμένο πόδι, που ο πατέρας του έκλαιγε σαν ένα κερί που το κρατάς ανάποδα.
  10. Κι ένας στο ποδήλατο μετά. Κι ένα κορίτσι. Που πάλεψαν πάνω του αλλά για να δει, αν μπορούσε να δει, ότι δεν την εγκατέλειψε ο κόσμος.
  11. Άτυχο κορίτσι, είπε κάποιος. Κι άλλοι έσβησαν την οθόνη απλώς.
  12. Λες κι ήταν θέαμα – ένα τηλεπαιχνίδι με σασπένς.
  13. Το ποια κορμιά θα δοθούν στον πόνο.

*

(περισσότερα…)

Edmund Blunden (1896-1974), Δυό μικρές ἐλεγεῖες

 

Ὁ σκατζόχοιρος πού σκοτώθηκε στό δρόμο

Ἀργοπάτητε φίλε, φτωχό πλάσμα τῆς γῆς, τά λυπημένα σου μάτια,
Σάν σέ συνάντησα σερνάμενο νά ἐγκαταλείπεις τή ζωή, ἔμοιαζε
Ἴχνος συμπάθειας νά μήν προσδοκοῦν ἀπό γίγαντες σφαιρῶν ἄλλων,
Σέ πενθῶ πεσμένο ἐδῶ· καί στό σχῆμα σου
Ματαίως ἐπιδέξια κουλουριασμένο στερνή φορά, στ’ ἀγκάθια σου
Σπασμένα κι ἀσήμαντα, βλέπω ὁμοιότητα πολύ βαθιά
Μέ ἄλλα βάσανα, ἄλλες παράλογες
Ἐκρήξεις θανάτου, ἀδιανόητες γιά τό νεκρό σου τώρα μυαλουδάκι,
Κι ὅμως δεινά παρόμοια μέ τά δικά σου. Γιά σέ τά δάκρυα, παιδί τῆς γῆς.

~.~ (περισσότερα…)

Παραλλαγές οίκτου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Παρασκευή μεσημέρι. Στέκομαι έξω από μια τράπεζα. Περιμένω τη σειρά μου για το αυτόματο μηχάνημα. Με πλησιάζει ένας τύπος, κοντός, κοκαλιάρης. Τα πράσινα μάτια του είναι υγρά, γλαρωμένα, γυαλίζουν. Το βλέμμα του στάζει απόγνωση. Δεν μπορεί να κρατήσει σταθερό το κεφάλι του. Τρέμει. Μου λέει την ιστορία του. Η μάνα του μόλις βγήκε από το νοσοκομείο και δεν έχει είκοσι ευρώ για τη συμμετοχή στην ιατρική συνταγή για τα φάρμακα που πρέπει να πάρει. Μου δείχνει μια τσάντα με μικρές συσκευασίες ειδών ραπτικής – κλωστές, βελόνες ραψίματος και τα συναφή. Μου ζητά, σχεδόν απαιτεί, να τα αγοράσω όλα και να του δώσω είκοσι ευρώ. «Για τη μανούλα μου, για τα φάρμακά της» τονίζει με σοβαρότητα. Δεν με πείθει αλλά τον συμπονώ, καταλαβαίνω ότι κάποια δυστυχία τον έχει οδηγήσει σε αυτή την παράσταση. Του λέω να του δώσω 2 ευρώ και να πάρω μια συσκευασία. Βλέπω το βλέμμα του να σκοτεινιάζει. Επιμένει, θέλει οπωσδήποτε 20 ευρώ. Του λέω δεν γίνεται, δεν έχω. Απομακρύνομαι. Πλησιάζω στο μηχάνημα για να βάλω την κάρτα. Θέλω μόνο να δω το υπόλοιπο. Τον βλέπω με την άκρη του ματιού μου, προσπαθεί να δει την οθόνη. Βλέπω το υπόλοιπο και πάω να φύγω. Τον ακούω πίσω μου να λέει «έχεις, εσύ έχεις ρε πούστη!». Η φωνή του στάζει μίσος, μου προκαλεί αναστάτωση, αλλοιώνει τη συμπόνια, τη μετατρέπει σε κάτι λιγότερο κι από οίκτο. Δεν ξέρω τι είδε στην οθόνη. Μπορεί με τα υγρά θολωμένα μάτια του, τα δυο τελευταία μηδενικά του ποσού μετά το κόμμα να τα θεώρησε ακέραια και να νόμιζε ότι είχα στην τράπεζα 80.000 ευρώ. (περισσότερα…)