Το Αγόρι και ο Ερωδιός στο Νησί των Νεκρών

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Ο κορυφαίος δημιουργός κινουμένων σχεδίων Χαγιάο Μιγιαζάκι στην τελευταία του, έντονα αυτοβιογραφική, ταινία Το αγόρι και ο ερωδιός ακροβατεί στη λεπτή γραμμή που οριοθετεί τη ζωή με τον θάνατο, το όνειρο με τον εφιάλτη. Ταινία σπάνιας ομορφιάς, κινείται στην ίδια γραμμή της ιαπωνικής σιντοϊστικής παράδοσης με το αριστουργηματικό Ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων (2001). Ογδονταπεντάχρονος πλέον ο θρυλικός μαιτρ της χειροποίητης τέχνης του animation, έχει κάθε λόγο να ζωγραφίσει και να ζωντανέψει καρέ προς καρέ αυτόν τον μυστηριώδη «άλλο κόσμο», τον τόσο ιδιαίτερο των isekai anime, όπου ο ήρωας μεταφέρεται σε μια άλλη πραγματικότητα, φανταστική ή εικονική, ή σε μια άλλη διάσταση, ή ακόμα παγιδεύεται μέσα σε ένα περιπετειώδες παιχνίδι ρόλων. Όμως, ο «άλλος κόσμος» του Μιγιαζάκι δεν είναι ένας εξωπραγματικός κόσμος, ούτε βέβαια ο ρεαλιστικός. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από τα δύο. Είναι, θα λέγαμε, το ψυχικό αποτύπωμα του πραγματικού κόσμου, ο φλεγόμενος πυρήνας του.

Καθόλου παράξενο που το έργο ξεκινάει με μια πύρινη λαίλαπα, που ο τετράχρονος τότε Χαγιάο Μιγιαζάκι δεν μπόρεσε να σβήσει από τη μνήμη του, είναι το Τόκυο, η μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας, που βομβαρδίζεται το 1945, όχι μόνο για συμβολικούς λόγους αλλά και για στρατιωτικούς, καθώς εκεί συγκεντρώνονταν πολλά εργοστάσια παραγωγής στρατιωτικού υλικού και οχημάτων. Η πόλη, με τα πολλά ξύλινα κτήρια και τους φτιαγμένους από χαρτί και ξύλο εσωτερικούς τοίχους, γίνεται παρανάλωμα του πυρός, με θύματα περισσότερα από το Ναγκασάκι και την Χιροσίμα.

Παρόμοια και ο εντεκάχρονος Μαχίτο, ο ήρωας της anime ιστορίας, χάνει τη μητέρα του σε πυρκαγιά στο νοσοκομείο όπου δούλευε, στον ανελέητο βομβαρδισμό του Τόκυο, και ακολουθεί τον βιομήχανο πατέρα του, κατασκευαστή μαχητικών αεροσκαφών, όπως ήταν και ο πατέρας του  Μιγιαζάκι, στην έπαυλή του στην εξοχή, με την άρρωστη Ματσούκο, την έγκυο νέα του γυναίκα, μικρότερη αδελφή της μητέρας του. Τον περιβάλλουν με αγάπη γηραιές υπηρέτριες, χωρικές κοντόχοντρες με φουσκωτά μάγουλα, κιμονό και ξύλινα πέδιλα γκέτα, ανάμεσά τους η στοργική Κιρίκο, ενώ ένας μαγεμένος γκρίζος ερωδιός με μια φρικτή οδοντοστοιχία από τεράστια δόντια, τον περιτριγυρίζει και τον προκαλεί με τις αλλόκοτες πτήσεις του και τις απρόβλεπτες επιθέσεις του.

Μέχρι που η μητριά του, η μελαγχολική Ματσούκο, χάνεται στο δάσος. Τότε ο ερωδιός τον παρασέρνει σε έναν ερειπωμένο πύργο που είχε χτίσει ο αδελφός του παππού του, με την πεποίθηση ότι εκεί ζει η (νεκρή) μητέρα του. Μπαίνουν από ένα σκοτεινό διάδρομο και αμέσως περνούν σε ένα άλλο σύμπαν. Προπορεύεται η υπηρέτρια Κιρίκο, σε μια νεότερη τώρα εκδοχή της, και τον μυεί στον μυστηριώδη αυτό κόσμο, που δεν είναι άλλος από μία αλληγορία της επίπονης διαδικασίας του πένθους που πρέπει ο μικρός Μαχίτο να ακολουθήσει, μέχρι να αποσύρει τις συναισθηματικές του εναποθέσεις από τη μητέρα που έχασε, για τον θάνατο της οποίας επιπλέον αισθάνεται φρικτά ένοχος, καθώς, παρόλο που όρμησε ο ίδιος στις φλόγες, δεν κατάφερε τελικά να την σώσει. Το βίωμα της απώλειας είναι ανυπόφορο, το παιδί φτάνει να ενσωματώσει το αγαπημένο πλάσμα, να το περικλείσει μέσα του, προκειμένου να διαφυλάξει την αγάπη εντός του, με κίνδυνο να μην μπορεί να αναπνεύσει ελεύθερα, πλήττοντας ταυτόχρονα τον «κακό», ανεπαρκή, ένοχο εαυτό του, τιμωρώντας τον με αυτοτραυματισμούς και βυθιζόμενος στην κατάθλιψη. Και να που ο γκρίζος αποκρουστικός ερωδιός τού λέει πως η μητέρα του είναι ζωντανή μέσα στον εγκαταλελειμμένο πύργο.

Η αποκαρδιωτική πορεία προς την αυτοκαταστροφή θα αναστραφεί, καθώς ο  ερωδιός ως αγγελιαφόρος μιας άλλης ζωής, όπου συνυπάρχουν ζωντανοί και νεκροί, θα του ανοίξει την πύλη ενός παράξενου κόσμου, με ανθρωπόμορφα πουλιά, αγέννητες ψυχές, γιγάντια ψάρια, σαρκοφάγους παπαγάλους, απελπισμένους πελεκάνους, σοφούς γέροντες και πυροφόρες γυναίκες. Αυτή όμως που θα τον ταξιδέψει στην άγρια τρικυμισμένη θάλασσα είναι η μαχητική Κιρίκο, τώρα βαρκάρισσα, δεινή γυναίκα-ψαράς και μάγισσα. Αυτή θα τον οδηγήσει στο Νησί των Νεκρών, ένα Toten-insel, με φουντωτά πυκνά κυπαρίσσια να περιβάλλουν έναν ερειπωμένο πύργο, αντίγραφο του πραγματικού. Σε μια σπηλιά θα τεμαχίσει το τεράστιο ψάρι που ψάρεψε και θα ταΐσει τις αγέννητες ψυχές, τα Ουαραουάρα, κάτι αφράτα λευκά σαν φούσκες πλάσματα, που θα αναληφθούν στους ουρανούς για να γεννηθούν κατόπιν στην πραγματική ζωή, ενώ ένα σμήνος πεινασμένων πελεκάνων θα ορμήσουν στο κατόπι τους να τα κατασπαράξουν. Η Χίμι, το κορίτσι της φωτιάς, τυλιγμένη στις φλόγες, θα εξολοθρεύσει με τους κεραυνούς της τους πελεκάνους και θα οδηγήσει τους τρεις επισκέπτες στον πύργο.

Πόρτες ανοίγουν, που οδηγούν σε διαφορετικές αίθουσες και κόσμους. Μέσα στον πύργο όλα τα πλάσματα γίνονται ανθρωπόμορφα, ο ερωδιός χάνει την κομψή φτερωτή του όψη και γίνεται ένας γκροτέσκος και καβγατζής καλικάντζαρος με πρησμένη μύτη, πρόθυμος ωστόσο παλιόφιλος, που θα οδηγήσει το παιδί στον Σοφό Γέροντα. Ενσαρκώσεις του μιλιταριστικού πνεύματος, που διαχέεται σαν δηλητήριο στον πύργο, οι ανθρωποφάγοι πολεμοχαρείς παπαγάλοι παρελαύνουν με το απεχθές πρωσικό βήμα της χήνας, νιώθεις τις μπότες τους να προσγειώνονται στο πρόσωπό σου, υπακούοντας στα παραγγέλματα του Στρατηγού τους.

Σε έναν λευκό θάλαμο, την αίθουσα της γέννας, είναι ξαπλωμένη η ετοιμόγεννη θετή μητέρα του αγοριού, Ματσούκο, φασκιωμένη ή μήπως σαβανωμένη με λευκές λωρίδες υφάσματος. Είναι τόσο θλιμμένη που μοιάζει ετοιμοθάνατη. Η Χίμι με τα γοργόφτερα πύρινα στεφάνια της και τους αλάνθαστους κεραυνούς της, θα την απαλλάξει από τις ασφυκτικές γάζες, σηκώνοντας μέσα στον θάλαμο μια χιονοθύελλα από ράκη, θα την ζωντανέψει και θα την εμψυχώσει. Σε έναν γαλήνιο κήπο ο αδελφός του παππού του, ο Σοφός Γέροντας, ο ισορροπιστής του κόσμου, στήνει και ξαναστήνει έναν πύργο με 13 λίθινα τουβλάκια. Και αυτόν τον έλεγχο της ισορροπίας θέλει να τον αναθέσει σε μια αγνή ψυχή, στον εγγονό του. Αυτός όμως αρνείται. Νιώθει πολύ ταραγμένος για να αναλάβει την ευθύνη μιας τόσο ευαίσθητης ισορροπίας. Πολύ ανίσχυρος, πολύ εύθραυστος, πολύ ασταθής.

Και ενώ ο πύργος αρχίζει να ταρακουνιέται από μία άξεστη κίνηση του Στρατηγού στα μπλοκ ισορροπίας, το κορίτσι της φωτιάς, η Χίμι, του αποκαλύπτει πως είναι η μητέρα του σε νεαρή ηλικία. Γεννήθηκε μες στη φωτιά, και χάθηκε απ’ τη φωτιά, ζωή και θάνατος ένα, είναι κάτι που θα μπορούσε να σκεφτεί ο γιος της, Μαχίτο, και να αντιμετωπίσει επιτέλους τους εφιάλτες του. Και καθώς ο πύργος καταρρέει, αυτή ανοίγει ξαφνικά μια πόρτα και ξεβράζονται όλοι στον κήπο της έπαυλης: ο Μαχίτο, η μητριά-Ματσούκο, ο ερωδιός-πουλί, η Κιρίκο-γριά υπηρέτρια. Και όλοι οι πελεκάνοι και οι παπαγάλοι, στις φυσικές τους πλέον διαστάσεις και μορφή, τρυπώνουν βαθιά στο δάσος. Και η ζωή έξω συνεχίζεται. Όλοι έχουν κάπως συμφιλιωθεί με την οδύνη και την απώλεια. Όλοι έχουν μέσα τους μια αμυδρή ελπίδα. Ο πόλεμος τελείωσε. Βομβαρδισμοί και ατομικές βόμβες. Το μωρό της Ματσούκο, το μικρό αδελφάκι, όπου να ’ναι θα γεννηθεί.

Αυτός ο ονειρικός ή εφιαλτικός κόσμος όπου συνυπήρχε η ζωή με τον θάνατο  θα μείνει για πάντα κλεισμένος μέσα στον μαγεμένο, μισογκρεμισμένο πύργο, πίσω από τις συστάδες των θαλερών κυπαρισσιών του Νησιού των Νεκρών. Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για μια συγκλονιστική εικονογράφηση της μεταθανάτιας αλλά και της προγενέθλιας ζωής, την οποία ο Μιγιαζάκι αντλεί κατευθείαν από τον μνημειώδη πίνακα του Άρνολντ Μπαίκλιν.

Τι συμβαίνει ακριβώς σε αυτό το Νησί των Νεκρών, μέσα στην εικόνα του Μπαίκλιν; Τι συμβαίνει σε αυτό το σιωπηλό νησί με τα σκαλισμένα στα βράχια νεκρικά δωμάτια και πίσω από τα κυματιστά σαν φλόγες κυπαρίσσια; Σε αυτή την ερώτηση πρώτος προσπάθησε να απαντήσει ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ με το θεατρικό του έργο Toten-insel, που παρέμεινε ημιτελές*. Μια μαύρη βάρκα που την οδηγεί ένας μαυροφορεμένος βαρκάρης φτάνει στο νησί. Μέσα στη βάρκα ένα λευκό φέρετρο και μια όρθια λευκή μορφή. Ο Δάσκαλος τους υποδέχεται, διαβάζει την κάρτα του νεκρού, είναι ένας ταλαιπωρημένος ανθρωπάκος σε όλη του τη ζωή, ενώ από το βάθος ακούγεται μια αθέατη χορωδία, «καὶ ἐξαλείψει ἀπ’ αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι …» (σελ. 16).

«Ξύπνα», διατάζει τον νεκρό, και ο νεκρός ανασηκώνεται. Το όνομά του είναι Ασσίρ. Ασσίρ στα αιγυπτιακά είναι ο προσκολλημένος στη ζωή. Και πράγματι, αυτός ο νεκρός δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τις έγνοιες και τα βάσανα του επίγειου βίου, μονολογεί και οδύρεται που έχει χρέη να πληρώσει, το νοίκι, λογαριασμούς στον χασάπη, τον βιβλιοπώλη, τον ράφτη, γυναίκα να καθησυχάσει, παιδιά να θρέψει, τη σόμπα να ανάψει να μην κρυώνουν, πενήντα τετράδια μαθητών να διορθώσει, ξημερώματα να σηκωθεί να πάει στο σχολείο να διδάξει, δεν αντέχει άλλο, και τώρα που ξύπνησε από τους νεκρούς, θέλει να ξεχάσει, να ξεχάσει… Θέλει να κοιμηθεί, να πεθάνει.

Ο Δάσκαλος, γεμάτος κατανόηση, θα τον αφήσει λίγο να αναπαυθεί στον νεκροθάλαμο και μετά θα διαβάσει μαζί του το βιβλίο της ζωής, θα ερμηνεύσει μαζί του «τα ανερμήνευτα αινίγματα της μοίρας του» (σελ. 22) και θα τον βοηθήσει να αποχωριστεί τη ζωή. Δεν θα του προτείνει τη λήθη και τον θάνατο, γιατί «η μνήμη είναι η περιουσία μας και οφείλουμε να την τοκίζουμε» (σελ. 26), αλλά να κάνει κάτι ευχάριστο, να ξεχαστεί, να ξεγελαστεί. Και ο Ασσίρ θα επιλέξει να δει μια θεατρική παράσταση, αφού πάντα λάτρευε το θέατρο. Ο Δάσκαλος χαμογελώντας θα του πει: «Πάντα προτιμούσες να βλέπεις έργα στη σκηνή παρά να ζεις τη ζωή. Αν όμως η ζωή είναι όνειρο, τότε και το θέατρο είναι το όνειρο του ονείρου, παρά το γεγονός ότι το αντιλαμβανόσουν πάντα σαν κάτι το πραγματικό» (σελ. 37). Δεν μαθαίνουμε τι έργο είδε ο Ασσίρ. Μόνο το ότι του φάνηκε γνωστό, και μάλιστα πιο πραγματικό από την πραγματικότητα. Αν όντως τα όρια ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα είναι δυσδιάκριτα, τότε η μνήμη είναι η μόνη πραγματικότητα. Μπορεί ο νεκρός να είδε τη ζωή του σαν θεατρική παράσταση. Και όσο κι αν μισούσε τη ζωή του, τώρα που την είδε στο θέατρο, δεν γίνεται να τη διαγράψει, δεν γίνεται να απαρνηθεί τη μνήμη αυτών που έζησε, καλών ή κακών, να τα παραδώσει στη λήθη. Η αναπαράσταση τον βοηθάει, είναι ένα τρικ για να αντέξει τον πόνο, να τον δει από απόσταση. Έτσι, «το πνεύμα του ξελαφρώνει» (σελ. 38) και είναι έτοιμος για το ταξίδι του προς το φως.

Σε αυτή την «εικόνα ονείρου» που είναι ο πίνακας του Μπαίκλιν θα σταθεί απέναντι και ο Μιγιαζάκι. Τι κρύβεται πίσω από το σκοτεινό τείχος των κυπαρισσιών, μέσα στην παλλόμενη καρδιά του πύργου; Ο μικρός Μαχίτο θα δει κι αυτός σαν σε όνειρο, σαν σε θέατρο, τη ζωή του, την τωρινή αλλά και την προγενέθλια, θα συναντήσει ζωντανούς και νεκρούς, θα ακούσει πάλι τις ιαχές του πολέμου από τα κυρτά ράμφη των παπαγάλων, θα συναντήσει τη Μίχι, το κορίτσι της φωτιάς, που ενσαρκώνει τη μητέρα του σε νεαρή ηλικία μέσα στις φλόγες χωρίς να αναλώνεται από αυτές, θα γνωρίσει τη φιλία στο παραμορφωμένο πρόσωπο του γκρίζου ερωδιού και τη συντροφικότητα στη σπιρτόζικη φατσούλα της βαρκάρισσας Κιρίκο, θα δει την ετοιμόγεννη μητριά του να ανακτά τις δυνάμεις της, τα Ουαραουάρα, τις εύθραυστες αγέννητες ψυχές να δίνουν σκληρή μάχη για να έρθουν στον κόσμο, θα αρνηθεί στον Σοφό Γέροντα, αδελφό του παππού του, να αναλάβει την ισορροπία του σύμπαντος, αυτός είναι ένα μικρό παιδί, αδύναμο, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να θεραπεύσει τα τραύματά του, χωρίς να απαρνηθεί τη μνήμη του, και να συνεχίσει κι αυτός το ταξίδι του προς το φως όπου «ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος…»

———————————-

* Όλες οι παραπομπές στην έκδοση: August Strindberg, Toteninsel, Μετάφραση Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, Εισαγωγή Μαρία Σεχοπούλου, Επίμετρο Χρήστος Μαρσέλλος, Περισπωμένη, 2017.

*

 

*

 

*

*