*
της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ
Τί θὰ μείνει στὸ σπίτι ἀπὸ μένα
ὅταν θά ’χω φύγει γι’ ἀντίπερα;
διερωτάται ο ποιητής στο ποίημά του «Κατάλοιπα ζωῆς».
Ο ίσκιος, η ματιά, τα όνειρα, οι επίμονοι φόβοι, η σιγανή φωνή δεν είναι τα μόνα και κυρίαρχα κατάλοιπά του στο σπίτι, όπως έγραφε. Μετά το θάνατό του, όταν χώθηκα στο αρχείο του για να το καταγράψω και να ταξινομήσω ό,τι είχε προκύψει από το γράψιμο που τον είχε απορροφήσει τόσα χρόνια, βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πλήθος χειρόγραφων κειμένων, ποιητικών και μη, από τα οποία λίγα είχαν ενταχθεί στα βιβλία του
Έδωσα τότε μυστικά την υπόσχεση στον ποιητή και στους αναγνώστες τού έργου του ότι δεν θα αφήσω να επαληθευτεί ο φόβος του ότι «ο άνεμος του χρόνου θα σαρώσει» «τα συντρίμμια των στίχων» του, όπως είχε γράψει το 1976 στο ποίημα «[Ἂν φύτεψα…]», που ακούστηκε. Η ύπαρξη αυτών των καταλοίπων αποτελούσε και αποτελεί για μένα ἕνα βαρύ καθήκον με πολλαπλές διαστάσεις.
Ο Μανουσάκης ως δημιουργός που ζούσε και έγραφε στην επαρχία νόμιζε πως είχε ασθενική ποιητική φωνή με περιορισμένη απήχηση. Γι’ αυτό πότε πότε σκεφτόταν πως ήταν μάταιο να επιμένει να γράφει. Όμως το γράψιμο ήταν για κείνον το οξυγόνο που τον βοηθούσε να ζει, ήταν η ψυχική λύτρωση από την υπαρξιακή αγωνία, ήταν συγχρόνως και «μια δημόσια εξομολόγηση “εκ βαθέων”,[1] που γεφύρωνε το χάσμα μεταξύ του ίδιου και των άλλων. Ακόμη κι όταν η φθορά του σώματος είχε αρχίσει να απειλεί την ζωή του, το γράψιμο ήταν ο μοναδικός λόγος ὕπαρξης, όπως είχε πει στην τελευταία συνέντευξή του το Νοέμβρη του 2007,
«γράφοντας κανείς αισθάνεται ότι υπάρχει κατά κάποιο τρόπο. Βγάζει τόν εσωτερικό εαυτό του, τίθεται αντιμέτωπος με τον ίδιο τον εαυτό του και ερευνά μέσα από τη γραφή του προβλήματα σύγχρονα ἀλλά και προβλήματα προσωπικά».[2]
Παρόλο που συνέχισε σ’ όλη τη ζωή του να καλλιεργεί και την πεζογραφία, αυτοπροσδιοριζόταν ως ποιητής, ίσως γιατί η ποίηση, που προϋποθέτει λιτότητα και πυκνότητα λόγου, ταίριαζε περισσότερο στην ιδιοσυγρασία του, ίσως και γιατί η ποίηση ήταν για κείνον μια προσωπική ανακάλυψη.
Τα πρώτα ποιήματά του δημοσιεύτηκαν το 1957 στη φιλολογική σελίδα της αθηναϊκής εφημερίδας Βραδυνή. Αυτά όμως δεν συμπεριλαμβάνονται στον τόμο που παρουσίαζεται απόψε, γιατί κι ο ίδιος τα θεωρούσε πρωτόλεια και τους είχε στερήσει την είσοδο στην πρώτη ποιητική συλλογή του Μονόλογοι. Τα παλιότερα ποιήματα της συλλογής εκείνης ήταν ορισμένα του 1959 που τα κράτησε και στην αναθεωρημένη του 2007 και που μαζί με τις άλλες επτά θα αποτελέσουν μελλοντικά τον πρώτο συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του.
Θα πίστευε κανείς πως οι οκτώ συλλογές που έβγαλε ο ίδιος από το 1967 ως το 2005 περιέχουν όλη την μέχρι τότε ποιητική παραγωγή του. Δεν είναι όμως έτσι. Δεν δημοσίευε συχνά ποιητικές συλλογές ούτε όταν το αποφάσιζε, περιλάμβανε όσα ποιήματα βρίσκονταν στο συρτάρι του, έστω κι αν είχαν δει το φως σε περιοδικά. Περίμενε πρώτα να γράψει αρκετά που να αποτελούν μια θεματική ενότητα για να τα συμπεριλάβει σε συλλογή.
Μετά την έκδοση της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Σπασμένα αγάλματα και πικροβότανα το 2005, όταν ρωτούσε κάποιος τον Μανουσάκη αν είχε άλλα έτοιμα ποιήματα για έκδοση, μιλούσε για «μιάμιση» συλλογή που λογάριαζε να εκδώσει μετά το μυθιστόρημα Ο Εθελοντής, που εκδόθηκε το 2008 από την Κίχλη. Δεν πρόλαβε.
Έγινα ο μεσολαβητής του. Βρήκα τα ποιήματα τής μιας συλλογής που έλεγε σε ένα πακέτο μαζί με ένα πρόχειρο χειρόγραφο κατάλογο που καθόριζε τη σειρά τους. Η συλλογή ήταν άτιτλη. Αναγκαστικά τη βάφτισα εγώ Μικρὲς καθημερινὲς στιγμές, χρησιμοποιώντας το δικό του χαρακτηρισμό. Συχνά τον άκουγα να λέει για τα ποιήματα αυτά πως είναι εμπνευσμένα από μικρὲς καθημερινές στιγμές. Ο αναγνώστης αμέσως διαπιστώνει και σ’ αυτά τη χαρακτηριστική εσωτερικότητα και βιωματικότητα της ποίησής του.
Η άλλη μισή συλλογή από τη «μιάμιση» που έλεγε αποτελείται από ποιήματα που του έχει εμπνεύσει το χριστιανικό ορθόδοξο βίωμα. Και σ’αυτή τη συλλογή έδωσα η ίδια τον τίτλο Ἀναζήτησα τὸ πρόσωπό Σου χρησιμοποιώντας τον πρώτο στίχο του τελευταίου ποιήματος της ενότητας. Σε παρόμοια ισχυρά πνευματικά βιώματα που του προκάλεσαν οι μεγάλες γιορτές της Ορθοδοξίας οφείλεται και η γέννηση κάποιων ομόθεμων «Μικρών πεζών» στο τέλος του βιβλίου.
Τα είκοσι πέντε ποιήματα τής ομάδας Ἐν ἀγρυπνίᾳ Β΄ βρέθηκαν διάσπαρτα ανάμεσα στα χειρόγραφα με τα είκοσι δύο της ομώνυμης ενότητας των Χώρων ἀναπνοῆς, γι’ αυτό επέλεξα και για τούτα τον ίδιο τίτλο. Δεν είναι ποιητικό τερτίπι ο τίτλος. Στα ποιήματα αυτά, εξομολογείται ο ίδιος
«ὅλα τὰ ἄγχη, οἱ φοβίες, οἱ ἀγωνίες, ξεπετιοῦνται σὲ μιὰ νύχτα ἀγρυπνίας ἢ ἀϋπνίας, μέσα στὸ σκοτάδι» καὶ βγαίνοντας «ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ὑποσυνείδητο δημιουργοῦν μιὰ κατάσταση ἐφιαλτική, μιὰ ποεδικὴ σχεδὸν κατάσταση».
Τα υπόλοιπα ανέκδοτα ποιήματα τα ταξινόμησα θεματικά σε οκτώ ενότητες, σύμφωνα με τα δικά του πρότυπα.
Το χρόνο γραφής των ποιημάτων του βιβλίου αυτού δεν μπορώ να τον ξέρω με βεβαιότητα, τα πιο πολλά τα έχει αφήσει αχρονολόγητα. Προσπάθησα με αστυνομική, ας πούμε, έρευνα, αξιοποιώντας το παραμικρό στοιχείο που μου έδινε το χειρόγραφο, να χρονολογήσω τα ποιήματα, γιατί γνωρίζω πόσο η χρονολογική ένδειξη συμβάλλει μερικές φορές στην καλύτερη κατανόηση ενός ποιήματος. Πιθανώς το πρώτο χρονολογικά ποίημα του τόμου αυτού να είναι το μικρούλι «[Το φεγγάρι]», που ακούσαμε· το τελευταίο είναι σίγουρα το «Ελαφονήσι, 24 Απριλίου 1824», που θα ακούσουμε στο τέλος. Το έγραψε στις αρχές του Γενάρη του 2007 για την ανθολογία του Ηλία Γκρή Το 1821 στην ελληνική ποίηση. Θυμάμαι που σχολίαζε ότι εκείνοι οι αγώνες της Κρήτης δεν έχουν προβληθεί όσο τους αξίζει. «Θέλω να γράψω για την επίθεση στο Ελαφονήσι, που δεν είναι από τις ονομαστές, για να μην ξεχαστεί» μου είπε και στρώθηκε στο γραφείο του.
Μετά το 1974 θυμάμαι πολύ καλά πώς έγραφε στο κοινό μας σπίτι. Έχω ακόμη στη μνήμη μου το πρώτο καλοκαίρι μας τού 1975, όταν κάθε απόγευμα στην ανατολική βεράντα του σπιτιού μας στα Χανιά, με θέα το δυτικό τμήμα του βενετσιάνικου τείχους και την τάφρο, έγραφε τα αγιορείτικα, τα ερωτικά, τα κυπριακά ποιήματα του Τρίγλυφου, μερικά από τα οποία άφησε τότε απέξω και περιλαμβάνονται σε τούτο τον τόμο. «Μετά τήν τουρκική εἰσβολή στήν Κύπρο» έγραψε αργότερα στον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,
«ἡ βαθειά θλίψη μου γιά τήν ἁρπαγή τῶν τόπων πού εἶχα δεῖ καί γιά τό δράμα τῶν ἀνθρώπων πού εἶχα διαβάσει μ’ ἔσπρωξε νά γράψω ἕντεκα ποιήματα – ἀτομικές κατά τό πλεῖστον περιπτώσεις πού εἶχα διαβάσει στίς ἐφημερίδες ἤ πού εἶχα φανταστεῖ, καί πού ὅλες μαζί –πίστευα- συνθέτανε μιά εἰκόνα τῆς κυπριακῆς τραγωδίας».[3]
Άλλοτε πηγή της ποιητικής έμπνευσής του ήταν μια άλλη μορφή τέχνης: αρχιτεκτονική, μουσική, γλυπτική, ζωγραφική· η επαφή του με τις τέχνες ήταν ζωντανή, καθημερινή και γόνιμη. Γοητευόταν και μόνο ξεφυλλίζοντας με τις ώρες βιβλία με πίνακες ζωγραφικής και στοχαζόταν σιωπηλός· άλλοτε μου έδειχνε κάτι, μου εξηγούσε, με πήγαινε παραπέρα από όσα έβλεπαν τα μάτια.
Κι όταν η πρώτη του εντύπωση, περνώντας από το φίλτρο του χρόνου, κατακάθιζε, τότε επιχειρούσε να μετουσιώσει μυστικά το σχήμα και το χρώμα σε λέξεις· η ποιητική ιδέα λάβαινε σώμα, ένα ποίημα είχε γεννηθεί. Μακριά από την απλή παρατήρηση και την φωτογραφική περιγραφή τής εικόνας έδινε σ’ αυτή τη δική του, ποιητική, προέκταση, διαφορετική από την πρόθεση του ζωγράφου. Ο πίνακας γινόταν μόνο η αφορμή. Η συνήθειά του αυτή ήταν παλιά, πριν από 1967 που έβγαλε την πρώτη ποιητική συλλογή, έτος στο οποίο ανήκουν τα δυο ποιήματα που περιλαμβάνονται στο νέο τόμο και ακούσαμε, το «Modigliani: γυμνό» και το «Pieter Bruegel: Ο θρίαμβος του θανάτου», τίτλοι από τους ομώνυμους πίνακες των ζωγράφων. Το ποίημα «Ο ήρωας κι ο ποιητής είναι εμπνευσμένο από τον πίνακα του Εγγονόπουλου με τον αντίστροφο τίτλο «Ο ποιητής και ο ήρωας». Η σύγκριση μεταξύ ζωγραφικού πίνακα και ποιήματος κάνει φανερή τη διαφοροποίηση του ποιητικού λόγου από το πινέλο του ζωγράφου, το ίδιο συμβαίνει και στο ομότιτλο με τον πίνακα του ίδιου ζωγράφου ποίημα «Au rendez-vous Alemand».
Κάποια από τα νεώτερα ποιήματά του προέρχονται επίσης από την ίδια πηγή έμπνευσης, τη ζωγραφική, χωρίς να το δηλώνει. Η εικόνα τού έδινε μόνο το ερέθισμα, γι’ αυτό και δεν ένιωθε πάντα την υποχρέωση να αναφέρει την πηγή της έμπνευσής του. Θυμάμαι πολύ καλά τα ποιήματα που γεννήθηκαν από τη γονιμοποιό μυστική σχέση του με τις ζωγραφιές των εξώφυλλων δίσκων μουσικής: «Ρομαντική σκηνή», «Υπό βροχήν», «Στιγμή», «Στην πόρτα» και κάμποσα άλλα. Θα άξιζε μια μελλοντική μελέτη αυτών των «ζωγραφικών» ποιημάτων του Μανουσάκη, που δεν είναι λίγα.
Όποια όμως κι αν ήταν η πηγή της έμπνευσής του έγραφε με την καρδιά, βιωματικά, όπως το είχε ομολογήσει σε μια συνέντευξή του:
«πάντα νιώθω μια ανάγκη για να γράψω και μόνο τότε μπορώ να γράψω· και στο Ημερολόγιό του (25-4-2003): Μου είναι απαραίτητη η ψυχή στο ποίημα: ένα ισοζύγιασμα ανάμεσα στη σκέψη και στο συναίσθημα. Υποδείγματά μου είναι η δημοτική ποίηση και ο Καβάφης (και μέσω αυτού η Παλατινή Ανθολογία). Έχουν πάντα ένα συγκεκριμένο θέμα…»
Όταν ο Μανουσάκης ένιωθε πως είχε πιάσει τη μαγιά, άφηνε το ποίημα «να γίνει», να «φουσκώσει» όσο έπαιρνε, δεν βιαζόταν να το πλάσει. Ύστερα από πολύμηνη ή και πολύχρονη κυοφορία το ξανακοίταζε αντικειμενικά, κρύα, έχοντας απομακρυνθεί από το καυτό συναίσθημα ή το ερέθισμα που το δημιούργησε. Τότε επενέβαινε με τη λογική να πλάσει το ποίημα, να το ντύσει, να του καλύψει τις αδυναμίες, να βελτιώσει το ρυθμό. Προσπαθούσε να απαλείψει τις ασάφειες, να πετάξει τις επαναλήψεις, να διορθώσει τις λεκτικές αστοχίες. Ακόμη και τα δημοσιευμένα ποιήματα ξανακοίταζε κι έκανε αλλαγές. Αναζητούσε το πιο δραστικό, το πιο λιτό, το τέλειο. Γι’ αυτό παρατηρεί κανείς μερικές φορές κάποιες διαφορές ανάμεσα σ’ ένα ποίημα μιας συλλογής και σ’αυτό που πρωτοδημοσιεύτηκε σε περιοδικό
«Ἐγώ αὐτό τόν καιρό, έγραφε σε συνάδελφό του το 1988, προσπαθῶ νά σουλουπώσω ἤ νά συμπληρώσω μισογραμμένα ποιήματα πού γράφτηκαν στό διάστημα μιᾶς ὁλόκληρης 10ετίας. Λέω, ἄν καταφέρω [και ]ξεκαθαρίσω ἕνα ἀριθμό ποιημάτων, πού νά μπορέσει ν’ ἀποτελέσει μιά συλλογή, νά τά ἐκδώσω».[4]
Αυτή η διαρκής έννοια τού «σουλουπώματος», το ανικανοποίητο για τη μορφή, που δεν ήθελε να προδίδει το περιεχόμενο, τον έκανε να λέει: Γράφω σχετικά δύσκολα.[5] Σε αρκετές περιπτώσεις δίπλα από μια λέξη ή φράση ποιήματος σημείωνε μια δεύτερη ή μια τρίτη για να επιλέξει την πιο ταιριαστή για πιο καίριο ποιητικό αποτέλεσμα. Η αναζήτηση συνωνύμων ήταν σταθερή έννοια του. Τα έβρισκε είτε σκαλίζοντας τη γλωσσική αποθήκη στο μυαλό του είτε στο Αντιλεξικόν του Βοσταντζόγλου. Άλλοτε με ρωτούσε «πες μου μια άλλη λέξη αντί για αυτή» και τη σημείωνε για να τη δοκιμάσει. Δεν βαριόταν να γράφει και να ξαναγράφει το ίδιο ποίημα, στο χαρτί βέβαια. Ήθελε το τελικό χειρόγραφο να μην έχει μουτζούρες. Μου διάβαζε τις διάφορες εκδοχές ενός ποιήματος και ρωτούσε τη γνώμη μου.
Τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι με έβαζε με φυσικό τρόπο στο ποιητικό εργαστήριό του· μου έδειχνε τα εργαλεία του και τη μέθοδό του κάνοντάς μου απρογραμμάτιστα κι αβίαστα το καλύτερο μάθημα δημιουργικής γραφής.
Η επαφή με τα γραφτά του Γιώργη Μανουσάκη, τα παλιά και τα νεώτερα, ακόμη και τώρα, που εκείνος είναι απών ως φυσική ύπαρξη πάνω από πέντε χρόνια, δίνει την αίσθηση, σε μένα τουλάχιστον που διαχειρίζομαι τα γραπτά αυτά, της ζωντανής, διαρκούς και έντονης παρουσίας. Εξακολουθεί να ζει όχι μόνο ως ανάμνηση, αλλά κυρίως ως ενεργός άνθρωπος και πολίτης, που έχει να καταθέσει τον καίριο, δραστικό και αχνιστό λόγο του για τη ζωή και το νόημά της με τα δοκίμια, τις μελέτες και τις επιφυλλίδες του, με τα πεζά και τα ποιήματά του, των συλλογών που γνωρίζετε και του νέου τούτου τόμου με τα ανέκδοτα και τα αθησαύριστα, που πιστεύω εμπεριέχουν τη δύναμη της μετάγγισης προς το αναγνώστη των γενεσιουργών συναισθημάτων και βιωμάτων.
Προσωπικά αισθάνομαι πως ικανοποίησα την εκφρασμένη σε ραδιοφωνική συνέντευξη πρόθεση και επιθυμία του ποιητή να στέλνει μέσω των ποιημάτων του μηνύματα επικοινωνίας με μας, το κοινό του.
Για την χειροπιαστή πραγματοποίηση εκείνης της επιθυμίας ευχαριστώ θερμά, όπως θα έκανε και ο ίδιος ο Γιώργης Μανουσάκης αν ζούσε, τον εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη που σχεδόν αμέσως μετά το θάνατό του μου ζήτησε να εκδώσει τα ανέκδοτα και αθησαύριστα ποιήματα και το επιτελείο του για την εκδοτική φροντίδα αυτού του τόμου.
ΑΓΓΕΛΛΙΚΗ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ
Ομιλία που εκφωνήθηκε τον Μάιο του 2013 κατά την παρουσίαση του τόμου Γιώργης Μανουσάκης, Τα ποιήματα 1967-2007. Ανέκδοτα – Αθησαύριστα, επιμέλεια Αγγελική Καραθανάση-Μανουσάκη, τόμ. Β΄, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2013.
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Πρόχειρο επιστολής στον Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλο, 1995.
[2] Συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό «Κύδων» Χανίων, 5.11.2007.
[3] Πρόχειρο επιστολής στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Οκτ. 1988.
[4] Επιστολή στον ποιητή Θανάση Παπαθανασόπουλο, 20.6.1988.
[5] Ραδιοφωνική συνέντευξη. ΕΡΑ Χανίων Δεκέμβρης 1994.
~.~
*
*
