Ο Νήφων στους Κουρσούς

Ατενίζοντας τον κλειστό κόλπο από τα Κουμαρά
προς τη Χρυσομηλιά των Φούρνων ή Κουρσών.

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

To κεντρικό, ομώνυμο νησί του συμπλέγματος των Φούρνων, ανάμεσα στη Σάμο και την Ικαρία, είναι ένας μικρός και απλός τόπος που έχει να προσφέρει στον επισκέπτη του μόνο φυσική ομορφιά. Ακόμα και αυτή όμως χαρακτηρίζεται μάλλον λιτή – μικρές ακτές, ήπιο γενικά ανάγλυφο, χαμηλή βλάστηση, λίγες καλλιέργειες, μερικά μελίσσια. Αν κάτι γίνεται κάπως περίπλοκο, είναι το τοπίο που συνθέτουν οι γύρω νησίδες και τα ονόματά τους: Θύμαινα και Θυμαινάκι, Kισηριά, Αλατσονήσι, Στρογγυλό, Πλάκα, Μακρονήσι, Άγιος Μηνάς, Μικρός και Μεγάλος Ανθρωποφάς.

Οι Φούρνοι —οι αρχαίες Κορσεαί— άκμασαν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και εξήγαγαν μάρμαρα από το λατομείο τους —το Πετροκοπειό— στις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Στην εποχή του Βυζαντίου φαίνεται ότι ερημώθηκαν, παρόλο που παρέμεναν κομβικό σημείο στους θαλάσσιους δρόμους του Αιγαίου. Στις αρχές  του 15ου αιώνα ναυάγησε εδώ ο περίφημος Ιταλός ταξιδευτής Χριστόφορος Μπουοντελμόντι, ο οποίος, πεπεισμένος ότι θα πεθάνει, έγραψε σε μια σπηλιά τη φράση «Hic dira fame Christophorus mortuus est». Κατά την οθωμανική περίοδο, οι Φούρνοι συχνάζονταν από πειρατές, που έβρισκαν κρησφύγετο στους πολλούς κολπίσκους τους. Το κεντρικό νησί επανοικίστηκε από τον 18ο αιώνα. Οι κάτοικοί του υπερηφανεύονται σήμερα ότι κρατούν από κουρσάρους· σίγουρα είναι φύσει ατίθασοι και αγαπούν πολύ τον κρότο του δυναμίτη.

Ο πληθυσμός είναι συγκεντρωμένος στον μεγάλο οικισμό του λιμανιού και στο μικρό χωριό της Χρυσομηλιάς· ένας ακόμη οικισμός υπάρχει στο δεύτερο μεγαλύτερο νησί, τη Θύμαινα. Το κεντρικό χωριό αποτελείται επί το πλείστον από αδιάφορες οικοδομές του ’80, οι οποίες όμως του προσδίδουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα και μια ευχάριστη ομοιογένεια. Το σοκάκι, ένας μακρύς δρόμος περιστοιχισμένος από ασβεστωμένες μουριές, οδηγεί από το λιμάνι στην πλατεία της εκκλησίας. Που και που επιβιώνουν κτίσματα περασμένων χρόνων, με μια αρχιτεκτονική που θυμίζει εκείνη της γειτονικής Πάτμου.

Κάποτε, στο όχι μακρινό παρελθόν, μεγάλο μέρος του νησιού ήταν δασωμένο· αλλά τα δάση αυτά τα ξύλευσαν Σαμιώτες ή Ικαριώτες, και η βόσκηση κατόπιν ερήμωσε τον τόπο. Σήμερα απομένει μόνο μία κατάφυτη τοποθεσία, τα Κουμαρά, όπου διατηρείται πλούσια βλάστηση από πεύκα, κουκουναριές, φίδες (αγριοκυπάρισσα), σκίνα, πλήθος κουμαριές —εξ ου και το τοπωνύμιο— και κάμποσα ήμερα κυπαρίσσια, αλλά ακόμα και πλατάνια. Τα Κουμαρά απλώνονται σε μία επικλινή πλαγιά που βλέπει προς τον ευρύτερο κόλπο της Χρυσομηλιάς. Το γύρω τοπίο θυμίζει λίμνη, καθώς η έξοδος του κόλπου δεν είναι πάντα ορατή. Απέναντι προβάλει το ψηλότερο βουνό των Φούρνων, ο Κόρακας, όπου χαμηλά κατά τη θάλασσα ασπρίζουν τα σπίτια της Χρυσομηλιάς. Η εικόνα αυτή, όπως την αντικρύζει κανείς από τα Κουμαρά, έχει μία πληρότητα που αναπαύει το βλέμμα και ηρεμεί την ψυχή.

Ο περιπατητής που θα αφήσει τη βοτσαλωτή παραλία των Κουμαρών και θα ανηφορίσει προς την πλαγιά, θα συναντήσει μικρές εκπλήξεις. Η βλάστηση είναι πιο πυκνή απ’ ό,τι φαίνεται από χαμηλά και γεννά αληθινή ευφορία, με τα χρώματα και τη δροσιά της, ιδίως εν μέσω της θερινής ζέστης. Προχωρώντας, γίνεται αισθητό ότι κάπου εδώ υπάρχει ή υπήρχε νερό. Ο χωματόδρομος βρίσκει ένα πλακόστρωτο μονοπάτι, το οποίο κατηφορίζει μαλακά προς τον κόρφο της πλαγιάς. Σε λίγο, ανάμεσα στα πεύκα και τους θάμνους εμφανίζονται μερικές πεζούλες και λίγες γέρικες ελιές, σημάδια παλαιού ανθρώπινου μόχθου. Στο τέλος του μονοπατιού προβάλλει ένα ψηλό εξωκκλήσι, άσχημα επισκευασμένο, ώστε να μοιάζει σχεδόν καινούριο.

*

Ο ναός της Ευαγγελίστριας και τα αιωνόβια ελαιόδεντρα στα Κουμαρά.

*

Η μικρή ιστορία αυτού του τόπου πηγαίνει πίσω στον 18ο αιώνα και στους Κολλυβάδες, το καλογερικό κίνημα που είχε τότε αναστατώσει τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και πρέσβευε την επιστροφή στις αρχαίες παραδόσεις του μοναχισμού, απορρίπτοντας τους δυτικούς νεωτερισμούς και τις ιδέες του Διαφωτισμού. Ένας από τους εκφραστές αυτού του κινήματος ήταν —ο μετέπειτα όσιος— Νήφων από τη Χίο, ένας αεικίνητος μοναχός, ο οποίος με αφετηρία το Άγιο Όρος σχημάτισε μία μικρή συνοδεία και περιπλανήθηκε στην πατρίδα του Χίο, στη Σάμο, στη Νάξο, στην Πάτμο, στους Λειψούς, στους Φούρνους, στην Ικαρία και στη Σκιάθο, αναζητώντας την ησυχία και την άσκηση. Στα δύο τελευταία νησιά ίδρυσε μοναστήρια που εξελίχθηκαν σε σημαντικά κέντρα των Κολλυβάδων.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1770, αφού δοκίμασαν να εγκατασταθούν στους Λειψούς, ο Νήφων και οι ακόλουθοί του έφτασαν στο νησί των Φούρνων, ή αλλιώς στους Κουρσούς, όπως τους ονομάζει σε σχετική επιστολή του ο ηγούμενος της μονής της Πάτμου Συμεών. «Παρακαλέσαντες τοὺς νοικοκυροὺς τοῦ αὐτοῦ νησίου», γράφει ο Συμεών, «τοὺς ἐδόθη ἡ ἄδεια καὶ τοὺς ἐδιώρισαν νὰ ὑπάγουν εἰς εἰρημένον νησίον τους νὰ ἡσυχάσουν εἰς ἑνα μέρος ἐκτελοῦντες τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀθορύβως». Ο Νήφων και η συνοδεία του «ἔκτισαν τὰς καλύβας των» στα Κουμαρά και άρχισαν να αναμορφώνουν τον έρημο τόπο: οικοδόμησαν τον μικρό ναό της Ευαγγελίστριας, κελλιά και στέρνες, δημιούργησαν αναβαθμούς για καλλιέργειες, φύτεψαν ελιές και έσπειραν σιτάρι, «διάγοντες ἱκανὸν καιρὸν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἡσυχίᾳ, ὡς χρῆ τοῖς ἀπερριμένοις πάσης θνητότητος ζῆν».

Δεν γνωρίζουμε για πόσα ακριβώς χρόνια η μικρή μοναστική κοινότητα έδωσε ζωή στα Κουμαρά. Κατά τον Συμεών, ο Νήφων προσπάθησε να εξασφαλίσει την κυριότητα της περιοχής, πείθοντας τον Κωνσταντίνο Κούρτη και την αδερφή του Μαριώ, που την κατείχαν, να του παραχωρήσουν τον «κάβο ἀπὸ τὸν Κάλαμον ὡς τὸ Κουμαρὸν λεγόμενον». Ωστόσο ο Κούρτης είχε μόνο την επικαρπία του τόπου· η κυριότητα ανήκε στον σουλτάνο, κατά το οθωμανικό δίκαιο. Ο γέροντας, που έτσι κι αλλιώς δύσκολα στέριωνε σε ένα μέρος, αποφάσισε τότε να μεταφέρει τη συνοδεία του στη γειτονική Ικαρία, όπου έκτισαν το μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Λευκάδα, κοντά στον Άγιο Κήρυκο.

Πολύ λίγοι γνωρίζουν ή θυμούνται σήμερα το πέρασμα των Κολλυβάδων από τους Φούρνους —ή Κουρσούς— και τα Κουμαρά. Η θαλερή βλάστηση έχει πια χωνέψει τα έργα τους. Από τον μικρόκοσμο που δημιούργησε εδώ η κοινότητα των ζηλωτών καλογήρων μένουν μόνο οι κορμοί των απεριποίητων ελαιοδέντρων, οι ξερολιθιές και τα χαλάσματα των κελλιών τους. Το ερημοκκλήσι πλέον της Ευαγγελίστριας δεν δείχνει τίποτε που να παραπέμπει στα χρόνια της δημιουργίας του. Αλλά και το νερό έχει σιωπήσει· στα μέσα του περασμένου Αυγούστου η πηγή ήταν στεγνή. Αν κάτι παραμένει απαράλλακτα ίδιο με τότε, είναι σίγουρα ο αυλός του αέρα στα πεύκα, οι ευφρόσυνες παραλλαγές του πράσινου στις φυλλωσιές και μερικά «κάδρα» του τοπίου ανάμεσα στα μεγάλα δέντρα, άχρονα και ανεξιχνίαστα ωραία.

*