*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Δεν είναι άγνωστη στην ιστορία η συνήθεια πολλών ισχυρών να θεμελιώνουν νέες πόλεις, για τους δικούς του λόγους ο καθείς. Τουναντίον μάλιστα. Πολλοί χτίσανε νέες πόλεις, όπως ο Αλέξανδρος. Άλλοι θεμελιώσανε πόλεις για νέες πρωτεύουσες των αυτοκρατοριών τους, όπως ο Κωνσταντίνος την φερώνυμή του Πόλη, ο Μανσούρ την ολοστρόγγυλη Βαγδάτη στον Τίγρη ή ο Πέτρος την Άγια Πετρούπολή του στον Νέβα. Κι αλήθεια, κάποιες συνέχισαν για χρόνια και καιρούς να είναι πρωτεύουσες, πολυάνθρωπες και πολύβουες πολιτείες. Άλλες σύντομα απεκδύθηκαν τα παραφερνάλια της εστεμμένης κυριαρχίας τους, κράτησαν όμως τα παρελθόντα ψιμύθιά τους κι ανανεώθηκαν, συνεχίζοντας τον βίο τους ίσαμε σήμερα· εύκαιρα παραδείγματα οι πάλαι αββασιδικές (και χτυπημένες από τη βία στις μέρες μας) πρωτεύουσες Ράκκα και Σαμάρρα. Κι άλλες βυθίστηκαν στην λήθη, απολησμονημένες από το ανθρώπινο διάβα και, χωμένες στην κουφάλα του κορμιού τους, σαν την ψυχή του ‘μελβιλικού’ Αχαάβ, βυζαίνοντας το λαμπρό τους παρελθόν, αφέθηκαν να τις ρουφήξει ο τόπος· κι η εξαχνωμένη παρουσία τους μεταβλήθηκε σιγά σιγά από μνήμη σε κουκούλι-μνήμα τους, ωσότου η άπληστη τυμβωρυχία της νεωτερικής αρχαιολογίας τις αναδείξει σε μνημεία αξιοθέατα: το Ανγκόρ των Χμερ, το Καρακορούμ του Τζεγκισχάνου (ή μάλλον του γιου του Ογκετέϊ), η Βιτζαγιαναγκάρα των Ινδουϊστών βασιλέων του ινδικού νότου.
Η επιθυμία λοιπόν του Ολτζαϊτού να φτιάξει τη Σουλτανιγιέ ως νέα πρωτεύουσα του Ιλχανάτου, της αυτοκρατορίας του της κληρονομημένης απ’ τον εγγονό τού Τεμουτζίν, τον Χουλαγκού, διόλου καινούργια ή πρωτόφαντη δεν ήταν. Μάλιστα ο πατέρας του ο Αργκούν είχε ήδη διαλέξει τον τόπο αυτόν για θερινή του κατοικία. Κι ήδη τα βαφτίσια της δηλώναν και την ιδιότητά της: Σουλτανική, δηλονότι Αυτοκρατορική.
*

*
Ο Ολτζαϊτού (από νεστοριανή μάνα), βαπτισμένος χριστιανικά Νικόλαος προς τιμήν του Πάπα Νικολάου Δ΄, μεταπήδησε διαδοχικά στον Βουδισμό κι εν συνεχεία στο σουνιτικό Ισλάμ, έως ότου πήρε την οριστική απόφαση να στραφεί στον Σηϊτισμό, μετά από την επίσκεψή του στην Νατζάφ, τον χειμώνα του 1309-1310. Με αυτή του την μεταστροφή σχετίζεται ανεκδοτολογικά και μια διαμάχη στην αυλή του, μεταξύ ουλεμάδων διαφορετικών σχολών (Χαναφιτών και Σαφιϊτών). Σαν κόρωσε η οξεία εκείνη λογομαχία και ξέσπασε σε αισχρές, βίαιες κι εκρηκτικές αλληλοκατηγορίες, λέγεται πως ένας Μογγόλος εμίρης σχολίασε σε έναν άλλο: «γιατί εγκαταλείψαμε τη Γιάσα του Τζένγκις Χαν και τη θρησκεία των πατεράδων μας κι αποδεχτήκαμε τη θρησκεία των Αράβων, που ’ναι χωρισμένη σε τόσες αιρέσεις;». Απηυδησμένος λοιπόν κι ο Ολτζαϊτού στράφηκε στον Σηϊτισμό (κατά τας –ανεκδοτολογικάς– γραφάς).
Ο Ολτζαϊτού πήρε αυτό το όνομα σαν ανήλθε στον θρόνο το 1304 -μετά τον θάνατο του αδελφού του Γαζάν- (όνομα που δηλώνει τον ‘Αίσιο’, τον ‘Τυχερό’ στα μογγόλικα) επιπροσθέτως του μογγολικού που είχε απ’ τα μικράτα του Khar-Banda, μουλαράς δηλαδή. Έτσι τον ξέραν κι οι Βυζαντινοί, τουλάχιστον ο Παχυμέρης που τον αναφέρει ως Χαρμπαντά, δηλονότι βορδονάρη, «ορεοκόμον». Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Παχυμέρης είναι πλήρως ενήμερος και για τον τρόπο ονοματοδοσίας των παιδιών στους Μογγόλους (από το πρώτο πράγμα που θα δει μετά την γέννα η μάνα τους συνήθως): «Χαρμπαντᾶς τοὔνομα ὀρεοκόμον εἴπῃ τις ἂν ἐκεῖνον, οὕτω συμβὰν ἐπὶ τῇ γεννήσει, φανέντος εὐθὺς τοιούτου, ὡς εἴθιστο σφίσι γεννωμένοις ποιεῖν κατά τι νόμιμον». Ίσως λοιπόν και για ευφημιστικούς λόγους, στη συνέχεια το μετέτρεψε σε Khudâ-Banda (‘δούλος Θεού). Βασική του έγνοια στάθηκε να πείσει διάφορους Ευρωπαίους πρίγκιπες να συμπήξουν μία συμμαχία εναντίον των Μαμελούκων, ακολουθώντας τα βήματα των προκατόχων του. Επιθυμία που δεν ευοδώθηκε, όσο κι αν οι δυτικοί αργότερα επιθυμούσαν το ίδιο στέλνοντας αυτοί με τη σειρά τους πρεσβείες στο Ιλχανάτο.
Ας κάνω εδώ μια μικρή παρέκβαση, για να εξηγήσω και την μνεία του από τον πολύ Γεώργιο Παχυμέρη. Ο Ολτζαϊτού-Χαρμπαντάς ανταποκρίθηκε στην έκκληση του Ανδρόνικου Β΄ για στρατιωτική ενίσχυση έναντι των Οθωμανών, στέλνοντας στον παρ’ ολίγον αυτοκρατορικό πεθερό του ένα στρατό 30.000 ανδρών, το 1308 για να ανακαταλάβει τις περιοχές της Βιθυνίας από τους Οθωμανούς.
Εάν δε είχε δώσει λίγη περισσότερη σημασία στους Οθωμανούς τότε, αντί να στραφεί εναντίον των εχθρών του στα ανατολικά του Ιράν, κατά πάσα πιθανότητα οι Οθωμανοί δεν θα γίνονταν η ισχυρότερη μουσουλμανική δύναμη στον αιώνα που επακολούθησε. Αλλά σκέφτομαι, και ποιος θα μπορούσε να το προβλέψει τότε;
Εν πάση περιπτώσει, σε μια εποχή εξαιρετικά στενάχωρη για τους Ρωμιούς του Βυζαντίου (όπου ‘ληΐζονται’ και νέμονται την αυτοκρατορία Βούλγαροι, Σέρβοι, Καταλανοί, Ρωμιοί στη Θεσσαλία κι Οθωμανοί στη Μικρασία), ο Ανδρόνικος Β΄ στέλνει την αυταδέλφη του Μαρία (ναι, αυτή των Μογγόλων! την πρώην σύζυγο του νεκρού Άμπακα, παππού του Ολτζαϊτού) στην πολιορκούμενη από τον Οσμάν Νίκαια για να συγκινήσει με την παρουσία της και να ταρακουνήσει τον εγγονό της να επέμβει. Συγχρόνως δε, και για να προσφέρει την Ειρήνη, ‘φυσική’ (νόθα) θυγατέρα του Ανδρόνικου για σύζυγο στον Μογγόλο εγγονό της, με αντάλλαγμα την συμβολή των Ιλχανιδών στην αντιμετώπιση των Οθωμανών: «καὶ τὰ τῆς Νικαίας μέρη κακούμενα πυνθανόμενος, τὴν οἰκείαν αὐταδέλφην Μαρίαν, τὴν καὶ δέσποινα τῶν Μουγουλίων θρυλουμένην, συνάμα λαῷ τῷ ἀρκούντι πέμπει πρὸς Νίκαιαν, ἀπήγγειλε δὲ καὶ αὐτὴν καθημένην τιῆδε καθιστάνειν τὸ πρὸς τὸν Χαρμπαντᾶν κῆδος καὶ τὰ τῶν Περσῶν δουλαγωγεῖν ὡς οἷον τε πράγματα… καὶ εἰς τὸν Χορμπαντᾶν ἐπεγκαλεῖν δήλη ἦν ἀπειλοῦσα».
Το συνοικέσιο πήγε στράφι αλλά ο Χαρμπαντάς έστειλε τους Μογγόλους του που απώθησαν τον Οσμάν, και καθυστέρησαν έτσι την πτώση της Νίκαιας κατά μια εικοσιπενταετία.
Ας αφήσουμε όμως τη Μαρία στην Κορομηλά και τον αυτάδελφό της βασιλέα στους ιστορικούς, κι ας γυρίσουμε πάλι πίσω στην ιλχανιδική αυλή. Ο Ολτζαϊτού ούτε απλοϊκός, ούτε σχεδόν γελοίος ήταν, όπως φλυαρεί ο συνήθως επιφανειακός κι επιπόλαια ανακριβής Νταλρύμπλ, προκειμένου να αναδείξει τη δική του αφήγηση. Αντιθέτως το όνομά του ακούγεται ίσαμε σήμερα αντάμα με αυτό της Σουλτανιγιέ. Και για την ακρίβεια, κυρίως για το μαυσωλείο του στην αυτοκρατορική πόλη, καθώς είναι το μόνο λαμπρό κτίσμα που απέμεινε ως τώρα να δεσπόζει ολομόναχο στην έρημη κι ερημική πεδιάδα, με τον περουζένιο θόλο του.
Η Σουλτανιγιέ, είχε κτιστεί όπως πάμπολλες ιρανικές πόλεις, με ένα εξωτερικό τείχος και μια ακρόπολη στο εσωτερικό της. Και μέσα εκεί ανύψωσε ο ιλχανίδης τον θόλο του μαυσωλείου του. Την εξωτερική πόλη τη στόλισε με λαμπρά κι άφθονα κτήρια (καμωμένα από υψηλής ποιότητας υλικά), απ’ τα οποία δεν επιβιώνουν παρά μονάχα δυο, παρότι κάμποσα στεκόντουσαν, ερειπιώδη, ακόμη ως τον 18ο αιώνα, όπως μας αφηγούνται οι δυτικοί περιηγητές κι έμποροι. Στην δε εσωτερική ακρόπολη, το μαυσωλείο του ήταν περιτριγυρισμένο από μια αρμαθιά άλλα κτήρια, κατά το συνήθειο των ιλχανιδικών ταφικών συμπλεγμάτων: τζαμί, μεντρεσέ, νοσοκομείο, χανακά (κτήριο όπου μαζεύονταν οι σούφηδες οι μυστικοί) αλλά και πανδοχείο. Και παντού το περίζωναν κήποι, με άφθονα δέντρα και φυτά αλλά και τρεχούμενα νερά. Οι απόψεις που θέλανε την πόλη να παρήκμασε λόγω έλλειψης υδάτων ξέρουμε πια πως είναι εσφαλμένες. Όλες οι πηγές αναφέρουν πως ο Ολτζαϊτού είχε φροντίσει για την συλλογή κι αποθήκευση του νερού, από κανάτ (υπόγεια λαγούμια που κατεβάζαν το νερά απ’ τα βουνά) και πηγάδια. Και μάλιστα οι κήποι συνέχιζαν να πρασινίζουν και πολύχρωμα ν’ ανθοφορούν μέχρι και τον 17ο αιώνα.
Η πόλη σύντομα έγινε το μεγάλο αυτοκρατορικό κέντρο που ονειρευόταν ο ιλχανίδης θεμελιωτής της. Εμπόροι κι αγαθά κατέφθαναν από Ανατολή και Δύση. Η πόλη αύξαινε σε κτήρια και σ’ ανθρώπους. Τα παζάρια της γέμιζαν με τις πραμάτειες των εμπόρων, που κουβαλούσαν αγαθά σπάνια και πολυτίμητα. Λένε με υπερβολή θαυμαστική πως υπήρχαν 10.000 μαγαζιά, όπου στοιβάζονταν όλες τούτες οι πραμάτειες. Μπαχαρικά ακριβά από την Ινδία, που δεν έβρισκε κανείς ούτε στη Συρία ούτε και στης Αλεξανδρέττας τις αγορές: γαρίφαλα, κανέλα, μοσχοκάρυδα και μόσχος. Μετάξι από το Γκιλάν και το Σιρβάν στις όχθες της Κασπίας, που από δω έπαιρνε τον δρόμο για τη Δαμασκό, βαμβάκι από το Σιράζ, ρούχα κι υφάσματα απ’ το Χορασάν. Πολύτιμες πέτρες και ρουμπίνια, μπροκάρ και είδη μικροτεχνίας από την Κατάη, μαργαριτάρια από τον Περσικό κόλπο, που δένονταν σε δαχτυλίδια και σκουλαρίκια, λάπις κι ό,τι βάνει ο νους. Ακόμα κι έναν αιώνα μετά την εγκατάλειψή της από σουλτανική πρωτεύουσα (με τον θάνατο του ιδρυτή της, το 1316), παρέμενε το ισχυρότερο εμπορικό κέντρο· μεγαλύτερο και σημαντικότερο κι από την Ταμπρίζ, μας λέει ο Κλαβίχο που πέρασε από κει, διαβαίνοντας σε αποστολή για την αυλή του Ταμερλάνου (1404).
Αμέσως μετά τον θάνατο του Ολτζαϊτού έγινε κι έδρα αρχιεπισκοπική των καθολικών (από το 1318 ως το 1425), αντανακλώντας το ενδιαφέρον της Παπικής έδρας για διείσδυση στην Κεντρική Ασία αλλά και για την αναζήτηση συμμάχων εναντίον των Μαμελούκων.
*

*
Στους αιώνες που επακολούθησαν, η πόλη σιγά-σιγά έφθινε, όμως μια πλειάδα δυτικών εμπόρων και ταξιδιωτών καθ’ οδόν για την Ανατολή, περνούσαν από την πόλη και μας άφησαν σημαντικές περιγραφές της αλλά και απεικονίσεις της. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι αυτή που έκαμε ο Matrakçı Nasuh, που συνόδευε τον Σουλεϋμάν τον Μεγαλοπρεπή στην εκστρατεία του στην Περσία το 1533. Στο μοναδικό του χειρόγραφο (1537-1538), όπου ιστορεί τους σταθμούς αυτής της εκστρατείας, δίνει παραπλήσιες περιγραφές με αυτές των δυτικών ταξιδιωτών. Ανάμεσα όμως στις 107 λεπτομερείς μινιατούρες των περιοχών που περιγράφει, μας χαρίζει και την πρωϊμώτερη απεικόνιση της Σουλτανιγιέ. Κι έτσι πλάι στην ανάγνωση των άλλων πηγών που έχουμε, η μελέτη της μινιατούρας του Ματρακσί μας βοηθά να ανασυστήσουμε την κάποτε μογγολική πρωτεύουσα του Ιλχανάτου.
*
![]()
*
Το μαυσωλείο του Ολτζαϊτού προαναγγέλλει το Ταζ Μαχάλ (τριακόσια χρόνια πριν!)· για την ακρίβεια το Ταζ είναι η πιο εκλεπτυσμένη του επαναδιατύπωση (κι εδώ ο Σκωτζέζος Νταλρύμπλ έχει δίκιο στην κρίση του). Ο Ρόμπερτ Μπάϋρον, το 1933 καθ’ οδόν προς την Ωξιανή, έγραφε πως «έχει την αυθάδεια της αληθινής επινόησης» και του ’φερε στον νου τον Μπρουνελέσκι. Όσο για μένα, τριγυρνώντας τις αλληλοσυμπλεκόμενες εξωτερικές καμάρες που περικλείνουν τα άδεια σπλάχνα του θόλου, στραβολαίμιαζα αποθαυμάζοντας τα φυτικά, γεωμετρικά ή γραφικά χαράγματα που τις έστιζαν σαν λεπτοκεντημένοι έναστροι ουρανοί, οργιαστικά πλουμισμένοι. Κι αναλογιζόμουν ότι παρόλο το αίμα που πλήρωνε το Ιράν κατόρθωνε να μετατρέπει την άγρια, ξέφρενη κι αιμοσταγή πλημμυρίδα που ξεχύθηκε από τις στέπες της κεντρικής Ασίας σε ένα μεθύσι παροξυσμικό της τέχνης και της ομορφιάς.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
*
![]()
*
![]()
*
![]()
*
![]()
*
![]()
*
![]()
*
Πρώτη δημοσίευση: iliasmalevitis.wordpress.com
*
