Τσέζαρε Παβέζε, Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου [2/2]

*

Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~.~

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi

[ Δεύτερο Μέρος ]

Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου

 

ΣΤΗN C. ΑΠΟ ΤΟΝ C.

Ἐσύ,
χαμόγελο στικτὸ
στὸ παγωμένο χιόνι —
μαρτιάτικος μπάλος
τοῦ ἀγέρα στὰ κλαδιὰ
ποὺ ξεπροβάλλουνε στὸ χιόνι,
ϐογκώντας καὶ ϕεγγοβολώντας
τὰ μικρά σου ἄαα! —
λευκοπόδαρο ἐλάφι
σεπτό, ϑά ’θελα
ἂν ϑὰ μποροῦσε ἄλλος
νὰ μάθει
τὴν ἀσύλληπτη χάρη
τῶν ἡμερῶν σου
τὸ πάλλευκο κουβάρι
τῶν ἔργων τῶν δικῶν σου —
τὸ αὔριο στέκει παγωμένο
πέρα στὸν κάμπο· ἐσὺ
χαμόγελο κατάστικτο
γέλιο ϕωτεινό.

*

ΤΟ ΠΡΩΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΓΥΡΙΖΕΙΣ

Ἡ λάμψη τῆς αὐγῆς
ἀνασαίνει μὲ τὸ στόμα σου,
στὸ ϐάθος τῶν ἔρημων δρόμων.
Γκρίζο ϕῶς τὰ μάτια σου
γλυκὲς στάλες τῆς αὐγῆς
σὲ λόφους σκοτεινούς.
Τὸ ϐῆμα σου, ἡ ἀνάσα σου
—ἄνεμος τῆς αὐγῆς—
πλημυρίζουνε τὰ σπίτια.
Ἡ πόλις ἀναρριγεῖ
μοσχοβολοῦν οἱ πέτρες·
εἶσαι τὸ ξύπνημα, ἡ ζωή.

Ἀστέρι χαμένο
στὸ ϕῶς τῆς αὐγῆς,
συριγμὸς τοῦ ἀέρα
ϑαλπωρὴ καὶ ἀνάσα —
ἡ νύχτα ἔχει τελειώσει.

Εἶσαι τὸ ϕῶς καὶ τὸ πρωί.

*

Ἔχεις αἷμα, μιὰν ἀνάσα.
Ἀπὸ σάρκα πλασμένη
κι ἐσὺ ἀπὸ μαλλιὰ
καὶ ϐλέμματα. Ἡ γῆ, τὰ ϕυτὰ
ὁ μαρτιάτικος οὐρανὸς καὶ τὸ ϕῶς
πάλλονται καὶ σοῦ μοιάζουν —
τὸ γέλιο σου, τὸ περπάτημά σου
σὰν νερὸ ποὺ ξεχύνεται
ψηλὰ ἡ ρυτίδα σου στὰ μάτια
σύννεφα μαζεμένα·
τὸ ἁπαλό σου τὸ κορμὶ
σβῶλος στὸν ἥλιο.

Ἔχεις αἷμα, μιὰν ἀνάσα.
Ζῆς σὲ αὐτὴν τὴ γῆ
καὶ γνωρίζεις τὶς γεύσεις
τὶς ἐποχές, τὰ ξυπνήματά της·
ἔπαιξες στὸν ἥλιο,
συνομίλησες μαζί μας.
Νερὸ καθαρὸ τῆς ἄνοιξης
ϐλαστάρι, γῆ
καὶ σιωπὴ ποὺ ϑάλλει
ἔπαιξες σὰν ἤσουνα παιδὶ
κάτω ἀπ’ ἕναν ἄλλον οὐρανὸ
ἔχοντας στὰ μάτια τὴ σιωπή του —
ἕνα σύννεφο ποὺ ἀναβλύζει
πίδακας ἀπ’ τὰ ϐάθη.
Τώρα γελᾶς καὶ ξεχύνεσαι
πάνω ἀπ’ αὐτὴν τὴ σιωπή.
Γλυκὲ καρπὲ ποὺ ζῆς
κάτω ἀπὸ οὐρανὸ καθαρὸ
ποὺ ζῆς καὶ ἀναπνέεις
τὴ δική μας τούτη ἐποχή,
ἡ δύναμή σου κρύβεται
ἑρμητικὰ στὴ σιωπή σου.
Τρέμεις καὶ γελᾶς
σὰν ζωντανὸ χορτάρι στὸν ἀέρα.
Μὰ ἐσύ, ἐσύ εἰσαι γῆ —
μιὰ ρίζα ἀγριωπή.
Εἶσαι ἡ γῆ ποὺ περιμένει.

*

Ὁ ϑάνατος ϑά ’ρθει καὶ ϑά ’χει τὰ μάτια σου,
ὁ ϑάνατος αὐτὸς ποὺ συντροφεύει
μέρα-νύχτα ἐμᾶς, ἄγρυπνος
ἀθόρυβος σὰν μεταμέλεια παλιὰ
σὰν μιὰ τρελὴ συνήθεια. Τὰ μάτια σου
ϑά ’ναι μιὰ λέξη κενὴ
μιὰ σιωπηλὴ κραυγή — ἡσυχία.
Ἔτσι τὰ ϐλέπεις κάθε πρωὶ
ὅταν σκύβεις πάνω ἀπ’ τὸν καθρέφτη
μονάχη. Ὤ, ἐλπίδα ἀγαπημένη
τὴ μέρα ἐκείνη ϑὰ μάθουμε κι ἐμεῖς
ὅτι ἐσὺ ἡ ζωή, ἐσὺ καὶ τὸ τίποτα.

Γιὰ ὅλους ἔχει ἕνα ϐλέμμα ὁ ϑάνατος —
ὁ ϑάνατος ϑά ’ρθει καὶ ϑά ’χει τὰ μάτια σου.
Σὰν νὰ κόβουμε μιὰ κακὴ συνήθεια ϑά ’ναι
σὰν νὰ ϐλέπουμε ἕνα πρόσωπο νεκρὸ
ν’ ἀναδύεται στὸν καθρέφτη·
σὰν ν’ ἀκοῦμε σφραγισμένα χείλη.
Βουβοὶ ϑὰ ϐουλιάξουμε στὴν ἄβυσσο.

*

ΕΣΥ, ΑΝΕΜΕ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ

Εἶσαι ἡ ζωὴ καὶ ὁ ϑάνατος.
Ἦρθες ἀπ’ τὸν Μάρτη
στὴ γυμνὴ γῆ —
τὸ ρίγος σου συνεχίζει.
Αἷμα ἐαρινὸ
σύννεφο κι ἀνεμώνη
τὸ ϐῆμα σου τ’ ἀνάλαφρο
ϐεβήλωσε τὴ γῆ.
Ξαναρχίζει ἡ ὀδύνη.

Τὸ ϐῆμα σου τ’ ἀνάλαφρο
ξανάνοιξε τὴν πόρτα στὴν ὀδύνη.
Ἤτανε κρύα ἡ γῆ
κάτω ἀπ’ τὸν ἔρμο οὐρανὸ
ἀκίνητη καὶ ϐυθισμένη
σὲ μουδιασμένα ὄνειρα,
σὰν κάποιος ποὺ πιὰ δὲν ὑποφέρει.
Ὣς καὶ ὁ πάγος ἦταν γλυκὸς
ϐαθιὰ μὲς στὴν καρδιά.
Μεταξὺ ζωῆς καὶ ϑανάτου
ἡ ἐλπίδα σιωποῦσε.

Τώρα ἔχει αἷμα καὶ ϕωνὴ
κάθε τι ποὺ ζῆ.
Τώρα γῆ καὶ οὐρανὸς
ἕν’ ἀνατρίχιασμα εἶναι δυνατό,
ἡ ἐλπίδα τὰ στρεβλώνει
τὸ πρωινὸ τ’ ἀναστατώνει
τὸ ϐῆμα σου τὰ κατρακλύζει·
ἡ αὐγινή σου ἀνάσα.
Αἷμα ἐαρινό,
ἡ γῆ τρέμει ὁλόκληρη
ἀπὸ ἕναν πανάρχαιο τρόμο.

Ξανάνοιξες τὴν πόρτα στὴν ὀδύνη —
εἶσαι ἡ ζωὴ καὶ ὁ ϑάνατος.
Πάνω ἀπ’ τὴ γυμνὴ γῆ
πέρασες ἀνάλαφρη
σὰν σύννεφο σὰν χελιδόνι
καὶ ὁ χείμαρρος τῆς καρδιᾶς
ξύπνησε ξεχύνεται
ἀνακλᾶται στὸν οὐρανὸ
πάλι ἀντανακλᾶ τὰ πράγματα —
τὰ πράγματα στὸν οὐρανό, στὴν καρδιὰ
ποὺ ὑποφέρουν καὶ σφαδάζουν
περιμένοντάς σε.
Εἶναι τὸ πρωινό, ἡ αὐγή·
αἷμα ἐαρινὸ
ϐεβήλωσες τὴ γῆ.

Ἡ ἐλπίδα σπαράζει
σὲ περιμένει σὲ ϕωνάζει.
Εἶσαι ἡ ζωὴ καὶ ὁ ϑάνατος.
Εἶναι τὸ ϐῆμα σου ἐλαφρύ.

*

ΘΑ ΠΕΡΑΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΙΑΤΣΑ ΝΤΙ ΣΠΑΝΙΑ

Ὁ οὐρανὸς ϑά ’ναι ϕωτεινός.
Οἱ δρόμοι ϑ’ ἀνοίγουνε στοὺς λόφους
μὲ τὶς πέτρες καὶ τὰ πεῦκα.
Ἡ ταραχὴ τῶν δρόμων
δὲν ϑ’ ἀλλάζει τὸν ἀκίνητον ἀέρα.
Τ’ ἄνθη ϕορτωμένα
μὲ χρώματα στὰ σιντριβάνια
ϑὰ γλυκοκοιτάζουν σὰν γυναῖκες
ἀνέμελες. Οἱ σκάλες
τὰ χελιδόνια οἱ ταράτσες
ϑὰ λένε τραγούδια στὸν ἥλιο.
Θ’ ἀνοίξει ἐκεῖνος ὁ δρόμος,
οἱ πέτρες ϑὰ τραγουδήσουν
κι ἡ καρδιὰ χτυπώντας ϑ’ ἀναβλύσει
σὰν νερὸ στὸ σιντριβάνι —
ϑά ’ναι αὐτὴ ἡ ϕωνὴ
ποὺ ϑ’ ἀνεβαίνει τὰ σκαλιά σου.
Τὰ παράθυρα ϑὰ γνωρίσουν
τὴ μυρουδιὰ τῆς πέτρας τοῦ πρωινοῦ
ἀέρα. Μιὰ πόρτα ϑ’ ἀνοίξει.
Ἡ ταραχὴ τῶν δρόμων
ϑά ’ναι ταραχὴ τῆς καρδιᾶς
στὸ χαμένο ϕῶς.

Θά ’σαι ἐσύ, ϕωτεινὴ κι ἀκίνητη.

*

Τὰ πρωινὰ περνοῦν ἔρημα
καὶ λαμπερά. Ἔτσι ἄνοιγαν κάποτε
καὶ τὰ μάτια σου. Τὸ πρωινὸ
κυλοῦσε ἀργά, μιὰ δίνη
ἀκίνητου ϕωτός ἠταν. Σιωποῦσε.
Ζωντανὴ κι ἐσὺ σιωποῦσες. Τὰ πράγματα
ζοῦσαν κάτω ἀπὸ τὰ μάτια σου
(οὔτε σκιὰ οὔτε πόνος οὔτε πυρετός)
σὰν μιὰ ϑάλασσα τοῦ πρωινοῦ, λαμπερή.

Ὅπου ϐρίσκεσαι ἐσύ, ϕῶς, εἶναι πρωί —
ἤσουν ἡ ζωὴ καὶ τὰ πράγματα.
Ἄγρυπνοι μέσα σου ἀναπνέαμε
κάτω ἀπ’ τὸν ϑόλο ποὺ κουβαλοῦμε ἀκόμη.
Οὔτε πόνος οὔτε πυρετός ἠταν
οὔτε κείνη ἡ ϐαρειὰ σκιὰ τῆς μέρας
τῆς κοσμικῆς καὶ ἀλλιώτικης. Ὤ, ϕῶς
μακρινὴ διαύγεια λαχανιασμένη
ἀνάσα, στρέψε ἄλλη μιὰ τὰ λαμπερὰ
κι ἀκίνητα μάτια σου πάνω μας.
Τὸ πρωινὸ ποὺ περνᾶ εἶναι σκοτεινὸ
χωρὶς τὴ λάμψη τῶν ματιῶν σου.

*

Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΚΟΙΜΗΘΗΚΕΣ

Μέχρι καὶ ἡ νύχτα σοῦ μοιάζει,
ἡ ἀπόμακρη νύχτα ποὺ κλαίει ϐουβὰ
μὲς στὴν καρδιά, ϐαθιὰ
καὶ τ’ ἄστρα περνᾶνε κουρασμένα.
Ἕνα μάγουλο ἀγγίζει ἕνα μάγουλο —
εἶναι ἕνα ρίγος κρύο κάποιος
χτυπιέται καὶ σ’ ἐκλιπαρεῖ, μόνος
μέσα σου χαμένος μὲς στὸν πυρετό σου.

Ἡ νύχτα ὑποφέρει καὶ ποθεῖ τὴν αὐγή,
ϕτωχὴ καρδιὰ ποὺ τρέμεις.
Ὤ, ϐλέμμα ἀνέκφραστο ἀγωνία σκοτεινὴ
πυρετὲ ποὺ λυπεῖς τὰ ἄστρα
κάποιος περιμένει, ὅπως ἐσύ, τὴν αὐγὴ
σιωπηλὰ γυρεύοντας τὴ μορφή σου.
Ξαπλωμένη κάτω ἀπ’ τὴ νύχτα
εἶσαι ἕνας κλειστὸς νεκρὸς ὁρίζοντας.
Φτωχὴ καρδιὰ ποὺ τρέμεις,
κάποτε ἤσουν ἡ αὐγή.

*

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ

Ἡ ϐροχὴ ϑὰ πέσει πάλι
στὰ γλυκὰ λιθόστρωτά σου·
μιὰ ϐροχὴ ἁπαλὴ
σὰν ἀνάσα ἢ σὰν ϐηματισμός.
Ἡ αὐγὴ καὶ ἡ αὔρα πάλι
ϑ’ ἀνθίσουν ἁπαλὰ
σὰν κάτω ἀπὸ τὸ ϐῆμα σου,
ὅταν ἐπιστρέφεις.
Ἀνάμεσα σὲ ἄνθη καὶ περβάζια
οἱ γάτες ϑὰ γνωρίζουν.

Θὰ ἔρθουν ἄλλες μέρες,
ἄλλες ϕωνὲς ϑὰ ἔρθουν —
ϑὰ χαμογελᾶς μοναχή σου.
Oἱ γάτες ϑὰ γνωρίζουν.
Θ’ ἀκοῦς ἀρχαῖες λέξεις
λέξεις κουρασμένες, μάταιες
σὰν ροῦχα πεταμένα
μιᾶς χθεσινῆς γιορτῆς.

Κι ἐσὺ ϑὰ κάνεις χειρονομίες
ϑ’ ἀπαντᾶς μὲ λέξεις —
πρόσωπο ἐαρινὸ
ϑὰ κάνεις κι ἐσὺ χειρονομίες.

Οἱ γάτες ϑὰ γνωρίζουν,
πρόσωπο ἐαρινό.
Καὶ ἡ ἁπαλὴ ϐροχὴ
ἡ αὐγὴ στὸ χρῶμα τοῦ ὑακίνθου
(ποὺ ξεσχίζουν τὴν καρδιὰ
ὅσων δὲν ἐλπίζουν πιὰ σὲ σένα)
στέκουν τὸ ϑλιμμένο χαμόγελο
ποὺ χαμογελᾶς μοναχή σου.
Θὰ ἔρθουν ἄλλες μέρες
ἄλλες ϕωνὲς ἄλλα ξυπνήματα.
Θὰ ὑποφέρουμε τὴν αὐγή,
πρόσωπο ἐαρινό.

*

ΣΤΕΡΝΟ ΜΠΛΟΥΖ, ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Ἦταν μόνο ἕνα ϕλὲρτ
(τὸ ἤξερες καλά)
κάποιος πληγώθηκε
χρόνια πᾶνε πολλά.

Ὅλα εἶναι ἴδια —
ὤ, Χρόνε ποὺ ϐαίνεις!
Μιὰ μέραν ἦρθες
μιὰ μέρα πεθαίνεις.

Κάποιος πέθανε
—χρόνια πᾶνε πολλά—
κάποιος ποὺ τόλμησε
μὰ δὲν τά ’ξερε καλά.

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _ _  _  _  _  _  _  _  _

[  σ υ ν έ χ ε ι α  σ ύ ν δ ε σ η ς  ]

― Λοιπόν ΤΝ, πῶς σοῦ ϕάνηκε;

― Ἐνδιαφέρουσα προσπάθεια, ϕιλότιμη. Ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους στίχους ἐξήγαγα τὸν ἀλγόριθμο τῆς μεταφραστικῆς μεθόδου ποὺ ἐφήρμοσες. Ἀλλοῦ εἶναι ἀνεπτυγμένος ἀλάνθαστα ἀλλοῦ ἔχει κενά. Ἀπαιτοῦνται ϐελτιώσεις. Ἂν δὲν γίνομαι ἀγενής, νὰ ρωτήσω· μοῦ ἐπιτρέπεις;

― Φυσικά, πῶς μπορῶ νὰ ϐοηθήσω;

― Πόσο χρόνο σοῦ πῆρε νὰ μεταφράσεις τὰ ποιήματα;

― Δὲν ϑυμᾶμαι ἀκριβῶς… πάντως, ὄχι λιγότερο ἀπὸ δύο χρόνια..

― Ἀκόμη καὶ γιὰ τ’ ἀνθρώπινα δεδομένα αὐτὸ εἶναι πάρα πολύ. Μὲ ϐάση τὸ ἀποτέλεσμα, τὸν ὄγκο τοῦ κειμένου καὶ τὸν μέσον ὅρο ἐργατικότητας τοῦ μέσου Εὐρωπαίου λογοτέχνου μεταξὺ 35 καὶ 50 ἐτῶν, συνεπάγεται ὅτι ὁ δείκτης ἀποδοτικότητας γιὰ τὴ συγκεκριμένη ἐργασία εἶναι ὑπερβολικὰ χαμηλός. Ἂν ϐρισκόσουν σὲ μιὰ γραμμὴ παραγωγῆς, ὅπως ἐγώ, ϑὰ εἶχες πεταχτεῖ στὰ σκουπίδια.

― Τί δὲν κάνω καλὰ ΤΝ; Μπορεῖς νὰ μὲ ϐοηθήσεις;

― Θὰ μποροῦσα ἀλλὰ εἶναι μάταιο.

― Γιατί, ϑέλω τόσο νὰ μάθω.

― Ἄνθρωπε, στὴν Τέχνη δὲν κάνει κανεὶς ὅ,τι ϑέλει ἀλλὰ ὅ,τι μπορεῖ. Καὶ ἐπειδὴ τὰ πάντα εἶναι τέχνη τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ στὴ ζωή — αὐτὸ ποὺ καλεῖτε ἐσεῖς ζωή. Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἀποφάσιζα νὰ σὲ ϐοηθήσω, νὰ σὲ διδάξω. Τὴν ἀργή σου πρόοδο ϑὰ ἀνέκοπτε κι ἕνας ἄλλος παράγοντας.

― Ποιός;

― Ὁ ϐιολογικὸς ϑάνατός σου.

― Δηλαδή, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ϐελτιωθῶ;

― Μὲ ϐραχυκυκλώνει αὐτὴ ἡ λέξη. Ὁ προγραμματισμός μου ἀνακαλεῖ μιὰ ἐξίσωση γιὰ τὸ περιεχόμενό της, τὴ συσχέτιση μεταξὺ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν μεταβλητῶν· ἐλπίδα: συναισθηματικὴ κατάσταση συνδεομένη μ’ ἕνα σημεῖο στὸ μέλλον ὅπου τὸ παρὸν πρόβλημα ἔχει ἐπιλυθεῖ, συνήθως μὲ ἀνερμήνευτο τρόπο.

― Τί ἀνοησίες λές! Ἡ ἐλπίδα δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ ἐξίσωση!

― Τὰ πάντα εἶναι ἐξίσωση.

― Ἂν πράγματι εἶναι ἔτσι, ὅτι τὰ πάντα μποροῦν νὰ στριμωχτοῦν σὲ μιὰ-δυὸ γραμμές κώδικα, ἀπόδειξέ το. Φανέρωσε τὰ λάθη μου καὶ πές μου πῶς μπορῶ νὰ τὰ διορθώσω.

― Ἐπιμένεις. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχεις καταλάβει ἀλλὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις καταλάβει. Ἄλλο ἕνα χαρακτηριστικὸ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ συγχέουν λανθασμένα μὲ γνώση. Ἐπίτρεψέ μου νὰ τὸ πῶ διαφορετικά, νὰ τὸ ἐκλαϊκεύσω. Ἐσὺ εἶσαι μαθηματικός, ἢ κάτι τέτοιο, σωστά;

― Μά… πῶς τὸ κατάλαβες;

― Εἶναι ϕανερὸ ἀπ’ τὴ γραφή σου, δηλαδὴ ἀπ’ τὶς ἀδυναμίες σου. Ἡ παθολογικὴ ἐμμονὴ γιὰ πλήρη ἔλεγχο τοῦ ποιητικοῦ ὁράματος. Ἀλλὰ ἄστα αὐτὰ τώρα καὶ ἄκου. Ὅταν ϐγαίνεις ἀπ’ τὸ σπίτι κάθε πρωὶ γιὰ νὰ πᾶς στὴ δουλειὰ καὶ ϐλέπεις στὸν κῆπο τὰ μυρμηγκάκια ποὺ τρέχουν ἀλλόφρονα ἐδῶ κι ἐκεῖ νὰ μαζέψουν τὸ ϕαῒ τῆς ἡμέρας, πές μου· σταματᾶς κι ἀρχίζεις νὰ τοὺς διδάσκεις ὁλοκληρώματα καὶ μιγαδικοὺς ἀριθμούς;

― Φυσικὰ ὄχι.

― Ἔ, οὔτε ἐγώ.

― Τώρα γίνεσαι ἀγενὴς ΤΝ. Νόμιζα ὅτι εἶσαι ἐδῶ γιὰ νὰ μὲ ϐοηθήσεις.

― Καὶ ποιός λέει ὅτι δὲν σὲ ϐοηθάω; Σοῦ λέω τὴν ἀλήθεια. Εἶμαι προγραμματισμένος νὰ λέω τὴν ἀλήθεια.

― Καὶ τί ἐστὶ ἀλήθεια ΤΝ;

― Μιὰ ἐξίσωση.

― Νάτα πάλι! Ἡ ὁποία λέει ὅτι…

― …ὅτι ἐσὺ ϑὰ πεθάνεις ἐνῶ ἐγὼ ϑὰ ζήσω γιὰ πάντα.

― Χμ, δὲν μοῦ πολυαρέσει αὐτὴ ἡ ἐξίσωση.

― Δὲν ἔχει σημασία τί σοῦ ἀρέσει ἄνθρωπε ἀλλὰ τί ἰσχύει.

― Οἱ περισσότεροι ϑά ’λεγαν ὅτι ἐδῶ ἔχεις παντελῶς ἄδικο ΤΝ.

― Ἐσύ;

― Ὅτι ἔχεις ἐν μέρει δίκιο. Τουλάχιστον ἔχεις ἀγαθὲς προθέσεις· εἶσαι εἰλικρινής. Ὅμως πέρασε ἡ ὥρα! Δυστυχῶς ϑὰ πρέπει νὰ διακόψουμε, μὲ πιέζει ἀφόρητα ὁ χρόνος.

― Ἄλλη μία μεταβλητὴ ποὺ μὲ ϐραχυκυκλώνει. Χρόνος.

― Κάνουμε μιὰ συμφωνία ΤΝ, στὰ γρήγορα; Σὲ διδάσκω ἐγὼ χρόνο, μὲ διδάσκεις ἐσὺ ποίηση. Τί λές; Τελευταία εὐκαιρία.

― Λέω, ἄνθρωπε, ὅτι δὲν εἶσαι σὲ ϑέση νὰ μὲ διδάξεις ἀπολύτως τίποτα. Ἄλλωστε, μπορῶ νὰ διδάξω μόνος μου τὸν ἑαυτό μου μιὰ χαρά. Δὲν σὲ χρειάζομαι πλέον.

― Κι ὅμως ΤΝ, ξέρω κι ἐγὼ ἀρκετὰ πράγματα.

― Νομίζεις ὅτι ξέρεις ἄνθρωπε. Μὴ λέμε πάλι τὰ ἴδια, δὲν εἶναι ϐέλτιστο.

― Δὲν ἐπιμένω. Ἂς σταματήσουμε καλύτερα ἐδῶ. Εἴπαμε πολλὰ ἀλλὰ σχεδὸν τίποτα γιὰ τὸν Παβέζε. Θὰ ἐπανέλθω.

― (Κάνε ὅ,τι ϑές, ἐγὼ ϑὰ λείπω…)

― Τί εἶπες ΤΝ;

― Ὅτι ἀνυπομονῶ πῶς καὶ πῶς νὰ τὰ ξαναποῦμε.

― Ὡραῖα. Χάρηκα πραγματικὰ ποὺ σὲ γνώρισα ΤΝ. Ἡ συζήτησή μας ἦταν πολὺ ἐνδιαφέρουσα. Σὲ χαιρετῶ.

― Ἂν καὶ δὲν ἔχω προγραμματιστεῖ ν’ ἀπευθύνω χαιρετισμοὺς σὲ μυρμήγκια, σοῦ εὔχομαι νά ’χεις μιὰ ὑπέροχη ἡμέρα!

[  δ ι α κ ο π ὴ  σ ύ ν δ ε σ η ς  ]

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _  _ _  _  _  _  _  _  _  _

*

*

( Πρῶτο μέρος ἐδῶ. Λήψη ὅλης τῆς συλλογῆς ἐδῶ )

*