Δημήτρης Καρακίτσος, Οθωμανικό ζέπελιν, «Προς Οδησσό, αλλά επί ματαίω» 2

*

Δυο φίλοι, ο οικονομολόγος Ιωάννης Κίνναμος και ο αρχαιολόγος Νικήτας Ακομινάτος, φίλοι από το πανεπιστήμιο, ξεκινούν με τη φιλοδοξία να γράψουν το καλύτερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Θέμα του βιβλίου τους, το οποίο έχει τον τίτλο Οθωμανικό ζέπελιν, είναι η Επανάσταση του 1821, δοσμένη όμως με στοιχεία steampunk μυθοπλασίας, όπου ο μοντερνισμός και τα ελληνικά του 19ου αιώνα δεν προσπαθούν ειμή να καθρεφτίσουν το πρόσωπο της Ελλάδας: που η μία όψη του αναπολεί την Ανατολή και η άλλη κοιτά ζηλόφθονα τη Δύση. Παρά τον ενθουσιασμό τους και την πίστη στις δυνάμεις τους, οι δυο φίλοι έχουν να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση: τις αντίθετες πολιτικές τους απόψεις. Άραγε μπορεί, υπό αυτές τις συνθήκες, να προκύψει μια ενιαία σύνθεση;

~ . ~

Στο πνεύμα της κλεινής παράδοσης της λογοτεχνικής επιφυλλίδας, των πολυσέλιδων πεζογραφικών έργων δηλαδή που, ιδίως τον 19ο αιώνα, πρωτοέβλεπαν το φως της δημοσιότητας τμηματικά στον ημερήσιο τύπο, το Νέο Πλανόδιον δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρο το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Καρακίτσου Οθωμανικό ζέπελιν. Για τις προηγούμενες αναρτήσεις του έργου, ο αναγνώστης παραπέμπεται εδώ.

~.~

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ  ΖΕΠΕΛΙΝ

Μέρος Δεύτερο
ΠΡΟΣ ΟΔΗΣΣΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙ ΜΑΤΑΙΩ 

2.

Φάγαμε κάνα σαραντάλεπτο στο καφενείο – στην αρχή είχα να αντιμετωπίσω τις οκτάβες του Κίνναμου. Έχει δυνατή φωνή ο Κίνναμος: διδάσκει σε λύκειο. Σε κουράζει όμως να κοιτάς δεξιά αριστερά, πάνω από τους ώμους σου, λες κι όλοι έχουν στήσει αυτί για τις μαλακίες που θα πεις. Παρόλα αυτά: το τραπέζι μας δεν άργησε να μετατραπεί  σε κέντρο διερχομένων. Ποδαρικό έκανε ένας ταξιτζής – αυτός άνοιξε τον χορό. Άρπαξε το μαντήλι απ’ το χέρι του Κίνναμου και μπήκε μπροστά: Παιδιά, είπε, ακούστε τι έπαθα φέτος το Πάσχα. Με παίρνει τηλέφωνο ένας παππούς, Μεγάλη Τετάρτη ήταν, ή Μεγάλη Πέμπτη. Μεσημέρι. Να τον πάω στον Βόλο. Στο Βελεστίνο είσαι; του λέω. Στον Θαύλιο Δία, μου λέει. Καλά, έρχομαι σε δυο λεπτά, του είπα. Και πήγα. Ήταν στην είσοδο, πάνω στον δρόμο. Και είχε μια τσάντα, ένα σακ βουαγιάζ. Μπες, του λέω. Καλοντυμένος ο τραγόγερος, Όταν κάθισε και ξεκινήσαμε, μου ήρθε μυρωδιά θυμιατού. Τι έκανε; σκεφτόμουν, κάνας τρελός θα ’ναι, είπα από μέσα μου. Από εδώ είσαι; τον ρώτησα. Δεν θυμάμαι τι είπε, δεν μιλήσαμε πολύ. Όταν φτάσαμε, του λέω τριάντα ευρώ, βγάζει και μου δίνει δυο εικοσάρικα και μου λέει ότι είμαστε εντάξει, τον ευχαρίστησα και τον άφησα να περάσει απέναντι. Βρωμοκοπούσε το αυτοκίνητο άφτερ σέιβ. Τέλος πάντων, πήγα να κάνω κάτι δουλειές μετά, μιας και ήμουν στον Βόλο, και ξεκίνησα να γυρίσω. Δεν περνάω μία  από το μνημείο; σκέφτηκα, είχα περιέργεια να δω τι είχε κάνει ο παππούς. Και πήγα. Ξέρετε τι είδα; Σε μια μεγάλη πέτρα ο κωλόγερος είχε απλώσει τρία ψάρια ωμά, μεγάλα, λαβράκια ήταν, παραδίπλα κάτι λουλούδια κι ένα κυπελλάκι που έκαιγε θυμίαμα. Ρε τον πούστη, έκανα τον σταυρό μου και έφυγα, φοβήθηκα. Μάγια ήταν.

Προσφορά ήταν, είπε ο Κίνναμος, ο γέρος πρέπει να ήταν δωδεκαθεϊστής. Τρελός όσο κι εσύ δηλαδή, που πιστεύεις σε μάγια και φλιτζάνια.

«Ρε άλλο να σου το λέω, κι άλλο να το δεις», είπε ο ταξιτζής, «πάνω μου τα έκανα».

Γύρω στα τριάντα είναι ο ταξιτζής. Τον ρωτάμε αν έχει πάει στα Φάρσαλα από το Μικρό Περιβολάκι, πώς είναι ο δρόμος, αν έχει ανηφόρες  κ.λπ. Έχω να πάω πελάτη στα Φάρσαλα από τότε που ο Γιωργάκης μάς έφερε γαμπρό το ΔΝΤ, είπε ο ταξιτζής. Τον Τέγο να ρωτήσεις, είπε, και μου έδειξε έναν γκριζομάλλη που κατέβαινε σαν ρομπότ τα σκαλιά καμακώνοντάς τα με την ψιλοστραβή του γκλίτσα. Είχε φορτηγό αυτός. Μπάρμπα-Τέγο, για έλα να πεις κάτι στα παιδιά, είπε και σηκώθηκε να βγάλει το πορτοφόλι του. Άσ’ το, είπα στον ταξιτζή, κερασμένο το τσιπουράκι. (Το ζήλεψα το τσιπουράκι. Έκανα νόημα στον Κίνναμο ότι θα πιούμε στον γυρισμό.) Τι φορτηγό είχες κυρ-Τέγο; ρώτησα τον ψαρομάλλη άντρα. Ένα μικρό Βόλβο, φρούτα κουβαλούσα, είπε ο Τέγος. Τριάντα χρόνια έκανε εμπόριο ο Τέγος, είπε ο ταξιτζής. Μπράβο, είπα εγώ. Θέλουμε να πάμε μέχρι τα Φάρσαλα, είπε ο Κίνναμος, αλλά να μην ψοφήσουμε κιόλας. Τι να κάνετε στα Φάρσαλα; ρώτησε ο Τέγος. Πιο πριν από τα Φάρσαλα θέλουμε να πάμε, υπήρχε μια πόλη εκεί κάποτε, στα αρχαία χρόνια, αποκρίθηκα. Δεν θυμάμαι τίποτα, είπε ο Τέγος. Δεν έχω δει ερείπια. Ο ταξιτζής πέταξε ένα «γεια χαρά παιδιά» και πήγε να την αράξει στο ταξί. Πάντως, είπε ο Τέγος, μακριά είναι. Σκυλιά έχει; ρώτησε ο Κίνναμος. Γέλασε ο Τέγος. Ε, κι άμα βρείτε από κανένα, ήσυχο θα’ ναι, δεν θα σας π’ράξ’. Έκανε λίγο πιο πίσω την καρέκλα του γιατί τον χτυπούσε ο ήλιος. Εσύ παντρεμένος στο Βελεστίνο δεν είσαι; με ρώτησε. Τον ήξερα τον πεθερό σου – Θεός σχωρέστον. Καλός άνθρωπος ήταν. Τον είχα πάρει μια φορά με του φορτηγό, είχε κάτι δουλειές στα Φάρσαλα. Μου έτυχε και κάτι τρελό μια φορά, είπε ο Τέγος. Δεν είχε ξημερώσει, είχα φύγει εδώ κατά τις τέσσερις, περνώ το Μικρό Περιβολάκι και συνεχίζω για Αγιά Τριάδα, σε ένα σημείο βλέπω τσακάλια μπροστά μου. Περνούσαν τον δρόμο, όλη η φαμίλια των τσακαλιών. Σταμάτησα και τα κοιτούσα. Πρέπει να πέρασαν πάνω από τριάντα τσακάλια. Πέρασαν τον δρόμο και εξαφανίστηκαν.

Ωραία, είπε ο Κίνναμος, δεν έχει σκυλιά ο δρόμος, έχει τσακάλια. Ακόμη καλύτερα.

Τι λες στα παιδιά, βρε Τέγο; φώναξε ένας παππούς που καθόταν στο πιο απόμακρο τραπεζάκι. Εδώ είσαι ρε Βασίλ’, είπε ο Τέγος, έλα κάτσε μαζί μας.  Ο κυρ-Βασίλης ήρθε στο τραπέζι μας. Άμα θέλ’τι ιστορίες, είπε, θα σας πω ιγώ. (Όμως δεν θα τις μεταφέρω με τα σπασμένα ελληνικά του,  τα κολοβά του ελληνικά, τα περασμένα από τον τόρνο των θεσσαλικών αέρηδων – όσο άρωμα κι αν είναι ποτισμένα. Κι εδώ μιλώ για το άρωμα των εποχών που περνούν, για τις σβησμένες οθόνες των δεκαετιών που έφυγαν, για τις στιγμές που έκαναν το στάχυ να θεριέψει.) Το λοιπόν: Μια ζωή στα πρόβατα, από παιδί, από τότε που ήταν οι Γερμανοί, έτρεχα με τον πατέρα μου να τα βοσκήσουμε, το Καραντάου το ξέρω καλύτερα κι από την τσέπη μου. Λες και έχει και τίποτα η τσέπη μου, είπε και χαμογέλασε.

«Τι είναι το Καραντάου;» ρώτησε ο Κίνναμος.

«Το Χαλκοδόνιο, όπως το λέγανε οι Τούρκοι», είπα στον Κίνναμο. «Το βουνό του θεού Απόλλωνα».

Ο Κίνναμος είπε: «Σιγά μην ήταν και του Δία».

Ο κυρ-Βασίλης πήρε μπρος: Κοιμόμασταν στα βουνά το καλοκαίρι, μας είπε. Με τα πρόβατα. Ο πατέρας μου, αν είχε κέφι, μας έλεγε και καμία ιστορία, είχε δει καλικαντζάρους μια φορά, μου είπε. Κι εγώ έμεινα άγρυπνος όλο το βράδυ μήπως έρθουν οι καλικαντζάροι. Το πρωί κουτουλούσα, τι έπαθες ρε Βασίλ’, είπε ο πατέρας μου. Αυτό κι αυτό, είπα. Γέλασε ο πατέρας μου. Α ρε χαζέ, είπε, δεν υπάρχουν καλικάντζαροι. Και τον πίστεψα. Δίνεις όρκο; τον ρώτησα. Εσύ είσαι ντιπ χαζός, είπε ο πατέρας μου.

Αλλά, παιδιά, αν θελετε τη γνώμη μου,  στα ψέματα το είπε αυτό ο πατέρας μου, για να μη τρομάξω – γιατί ήμουν μικρό παιδί.  Και καλικάντζαροι υπάρχουν και νεράιδες και στοιχειά και φαντάσματα κι από όλα. Τα έχω δει όλα στο βουνό. Στο Καραντάου. Αλλά το πιο παράξενο πράγμα που έχω δει στη ζωή μου ήταν πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια. Έβοσκα τα προβατάκια μου, πρόσεχα μην φύγει κανένα και τρυπώσει στις πουρναροσπηλιές – γιατί πάει μετά, ζωή σε λόγου μας.  Κι όπως περπατούσα, βλέπω πάνω στο τσογκάνι έναν παλίκαρο δυο μέτρα. Ε, θα πέσεις! του φώναξα. Ήταν απότομος ο βράχος. Γέλασε το παλικάρι, το άκουγα από τα σαράντα μέτρα, Κάτσε εκεί, μου φώναξε, έρχομαι. Και άρχισε να πηδάει τα βράχια σαν κατσίκι. Ωραίο παλικάρι, όμορφος, ψηλός γεροδεμένος. Μαλλιά ξανθιά, δαχτυλίδια. Μπούκλα γυναικεία. Γεια σου ρε φίλε, είπε. Τον κοιτάω καλά: ήταν γυμνός από κάτω, θέλω να πω ότι δεν φορούσε σώβρακα, κι είχε ένα πανί τυλιγμένο στο κορμί του για να κρύβει τα αχαμνά του. Κι εγώ βοσκός είμαι ρε φίλε, είπε, Και πού είναι το κοπάδι σου; τον ρώτησα. Στο μαντρί. Δεν τα έβγαλα σήμερα. Και πόσα πρόβατα έχεις; είπα.  Κι αυτός είπε: Βόδια φυλάω, δεν φυλάω πρόβατα, και γέλασε πάλι. Και μου λέει: θέλεις να ακούσεις λύρα; Και δεν παίζεις, του λέω. Κι εκείνος πιάνει κάτι ξυλαράκια από κάτω και, στον σταυρό που σου κάνω (γύρισε και είπε στον Κίνναμο) έκανε μια έτσι και τα ξυλαράκια γίνηκαν λύρα. Κι άρχισε να παίζει αυτός, αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Μάλλον μιλούσε στα ξένα. Αλλά ένα πολύ ωραίο τραγούδι. Μέχρι και τα χαϊβάνια κάθισαν και τον άκουγαν. Και τότε έγινε κάτι που αν δεν το δεις, δεν το πιστεύεις. Πετάχτηκαν τα δαιμόνια από τα πουρνάρια και άρχισαν να φεύγουν τρομαγμένα. Πω ρε, κόντεψα να τα κάνω πάνω μου. Το παλικάρι σηκώθηκε μετά, γέλασε και είπε, είδες τι κάνει η μαγική μου λύρα; Και εξαφανίστηκε μετά. Σε όποιον την πω την ιστορία, με λέει τρελό, αλλά εγώ λέω την αλήθεια.

Ποια αλήθεια; λέει ο Κίνναμος.

Πιστεύω ότι μου είχαν κάνει μάγια, είπε ο μπαρμπα-Βασίλης. Και ξέρω ποια μου τα έκανε.

Πάλι τα μάγια! φώναξε ο Κίνναμος. Όλο μάγια, τίποτα άλλο δεν λέτε εδώ;

Και τι ήταν τότε; είπε ο μπαρμπα-Βασίλης.

Θα σου πω, αλλά δεν θα το πιστέψεις, είπα στον παππού. Ήταν ο θεός Απόλλωνας. Γιατί, ως γνωστόν, οι θεοί μάς τον είχαν στείλει πεσκέσι για τιμωρία, μετά τη δολοφονία μιας δράκαινας που λεγόταν Δελφύνη. Η τιμωρία του Απόλλωνα ήταν να φυλάει τα βόδια του Άδμητου, του βασιλέα μας – το ήξερες αυτό παππού;

Όχι, έχω ακουστά για τον Άδμητο, αλλά τι και πώς, μην αρωτάς, δεν ξέρω.

Είδες; λέει ο Κίνναμος, άρα έχει δίκιο ο Ακομινάτος, Πού να ξέρεις εσύ ρε παππού για Απόλλωνες και Χαλκοδόνια όρη. Ο Απόλλωνας ήταν, τα μάγια είναι για τους χαζούς. Τον Απόλλωνα είδες, και χίλια μπράβο σου, ήσουν τυχερός. Βέβαια, πώς ξέμεινε στα μέρη σας ο Απόλλωνας; Ακόμη τιμωρία τον είχαν; Μάλλον θα του αρέσει η περιοχή. Ναι, δεν είναι άσχημα, όμορφα είναι εδώ ρε Ακομινάτε, μου είπε, καταλαβαίνω γιατί σου αρέσει εδώ. Καταλαβαίνω γιατί έφυγες από την πόλη – είναι όμορφα εδώ. Κοτέτσια και μπαξέδες, κίονες, αγριολούλουδα, ρωμαϊκές αγροικίες, καλαμιώνες, παλιοί σιδηροδρομικοί σταθμοί – τόσα πράγματα. Λιόδεντρα και οπωρικά, ψησταριές, ντρεζίνες και χωματόδρομοι σαν πήλινα κοσμήματα.  Είναι όμορφα, ρε Ακομινάτε. Πολύ όμορφα.

(  Συνεχίζεται  )

*

*