Month: Ιουνίου 2019

Νικόλας Κακατσάκης, Τρία ποιήματα

1280px-PairOfMules

Βιβλιοθήκη

Με την παλάμη ελαφρά απλωμένη
πάνω στο εξώφυλλο
αποστηθίζω το περιεχόμενο.
Με το νύχι δικάζω στις σελίδες
αναγιγνώσκω  την ποινή που η τύχη ίσως διάλεξε.
Η βιβλιοθήκη μου είναι ο καρμικός μου καθρέφτης.
Τις ράχες, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών, με τα ακροδάχτυλα ακουμπώ
και σεμνά φιλώ.
Ότι υπήρξα γενναίος αγοραστής βιβλίων αλλά όχι μεταπωλητής, το ξέρω
και μου έχει μείνει φυρά για αυριανά διαβάσματα.
Μερικά κρυστάλλινα ποτήρια που δεν χώραγαν στο ντουλάπι
στάζουν στα ράφια ηδύποτο με γεύση από γάλα.
Άρωμα από σκελίδες πορτοκάλια, μαζί με το φρούδι,
υπενθυμίζει ότι πνευματικά δικαιώματα
δεν έχουν οι νεκροί
– ποτ πουρί για χρόνια κλειστό στα ερμητικά τζάμια.
Βιάζομαι λοιπόν και αποφασίζω
να μην γεμίσω υποσημειώσεις τα κείμενα
να μην τσακίσω τις σελίδες στην δεξιά γωνία
με τρίγωνα πανιά να μην ταξιδέψω
στην θάλασσα των φιλικών συγγραφέων
και οι σελιδοδείκτες των ποιητών πέφτουν,
δαίμονες σε αχρηστία.
Όταν μια μέρα τρελάθηκα
άνοιγα τις βιτρίνες για ν’ αεριστούν τα βιβλία
από τον φόβο ότι τα λερώνουν
έντομα και μύκητες.
Παρακάλεσα τον αέρα να μπει από τ’ ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού
να ζωντανέψει την γνώση και την τέχνη
που κτήμα δικό μου θεωρώ,
κάθε τόμος κι αξίωμα.
Ουρλιάζουν οι τίτλοι γιατί δεν έχουν μάτια να δουν
και αυτιά ν’ ακούσουν,
δεν με αναγνωρίζουν
για αυθεντία ούτε για αφέντη.

~.~

Το Άλογο

Δεν ξέρεις πόσο όμορφα θα ένιωθα αγαπητέ
αν μου ανήκε ένα άσπρο άλογο,
να το έχω για δικό μου άνθρωπο.
Το άλογο ξυστρίζω και για τις οπλές του νοιάζομαι,
χτενίζω με την βούρτσα χαίτη και ουρά
κι απ’ τον λαιμό έως τα πλευρά
με ανοιχτή παλάμη θωπεύω.
Σκεπάζω τ’ άλογο με την παλιά κουβέρτα
και την αρματωσιά του
σέλα και χάμουρα, στολισμένα φυλαχτά
ακουμπώ προσεκτικά στην μάντρα.
Το περήφανο άτι τώρα έχω για θεό
γιατί έφιππος στην Μικρασία κάλπασα
να δω όλη την γη που περιουσία μου ήταν και κληρονομιά
και για να φθάσουμε ως εκεί που τα κτήματα τελειώναν
βάλαμε σημάδια στα δυο ποτάμια
και κοιμηθήκαμε μέσα στην σύναξη των αστεριών.

Στην διανυκτέρευση μου αυτή εφιάλτη είδα
το παππού μου πρόσφυγα να ψάχνει τ’ αδέρφια του
στους δρόμους απ’ όπου είχα περάσει
και σου μεταφέρω το λόγια του
πως κι ο Οδυσσέας
την Τροία για ν’ αλώσει
τον Δούρειο μηχανεύτηκε
το πελώριο κούφιο Άλογο
αλλά για την απάτη του αυτή
ζημιώθηκε απ’ τους θεούς στου νόστου το ταξίδι.

Άλλωστε  και τον Διομήδη τον Θρακιώτη
όταν απ’ τον Ηρακλή νικήθηκε
τα θαυμαστά κι άγρια άλογα του,
ίδιες οι κόρες του μεταμορφωμένες,
κατασπαράξαν.

~.~

 

Βωμός

Στην πέτρα την μονή και την μόνη λιόδεντρα κυκλωμένη,
που κερασφόρου θεού βάθρο
και βωμός, καρπών κι αίματος, στεκόταν
ο Φαύνος, παίζοντας ωραία,
το σουραύλι, την φλογέρα
διαλέγει την ανοιξιάτικη μέρα κι ανεβαίνει
ανεμίζοντας αλόγου χαίτη και ουρά
και με τις οπλές τα σαπρόφυτα που ήταν καλυμμένη
σαλεύει  με χλιμιντρίσματα
και των μυγών το βουητό.
Στα σάπια φρούτα της θυσίας, τάματα και προσφορές κι αποκαΐδια
Νύμφες κι Αμαδρυάδες τον ζητούν  στο σμίξιμο
του Έρωτα.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 16. Δανάη Σιώζιου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Δανάη Σιώζιου

(Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2016)

10338759_329864053829339_6072563862714354427_n

Ὕπνος μικρός

Ξεχωρίζει μὲ κλειστὰ μάτια
τὸ σούρσιμο τοῦ φιδιοῦ
ἀπὸ τῆς σαύρας

διαφορετικὰ βαραίνει πάνω του
τὸ φύλλο τῆς καστανιᾶς
ἀπὸ τῆς κερασιᾶς.

Δὲν κινδυνεύει ὁ λιλιπούτειος κόσμος
ἀπὸ τὸ σῶμα του
μικρὸ καὶ ἐλαφρὺ πολύ

λαγοκοιμᾶται
πάνω στὸ νερὸ χορτάρι
συμφιλιωμένο μὲ τὸ χῶμα

κανένα ἀπὸ τὰ δύο
δὲν τὸ διεκδικεῖ
ἀκόμα.

~.~

Ἡ ρίζα

Συχνὰ ὁραματίζεται ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα
σὰν ἄσκηση χαλάρωσης.

«Κράτησέ μου τὸ κεφάλι», μὲ παρακαλεῖ,
«πρέπει νὰ μοῦ κρατήσεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὸ πιέσεις».
Τὸν διαβεβαιώνω πὼς δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα μὲ τὸ κεφάλι.
Στὴν πραγματικότητα τὸ φαντάζομαι ἀνοιγμένο,
νὰ τὸ ἐξερευνῶ μὲ τὸ δάχτυλο, μὲ ἕνα μικροσκόπιο
γιὰ μάτι.

Ὁραματιζόμαστε ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα.

Βρισκόμαστε τώρα στὸ βυθό
ἐκεῖ κάτι καίγεται.

~.~

Πιερότοι

Ποὺ ἤμασταν παχουλὰ μωρὰ
ποτὲ δὲν μᾶς τὸ συγχώρεσαν
μᾶς τσιμποῦσαν τὰ μάγουλα
μᾶς στρίμωχναν σὲ διχτυωτὰ πάρκα
μὲ κόπο σκαρφαλώσαμε
κι ὅταν ἐπιτέλους γλιτώσαμε
δὲν ξαναβάλαμε
ποτὲ πιὰ συνολάκια.


Ἡ Δανάη Σιώζιου γεννήθηκε τὸ 1987. Μεγάλωσε στὴν Καρλρούη καὶ στὴν Καρδίτσα. Ὑπῆρξε συνεκδότρια καὶ μέλος τῆς ὀμάδας τοῦ περιοδικοῦ Τεφλόν. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο: Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια (2016).

Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας, Τσιν (μια επιλογή)

«Πώς σε λένε είπαμε», με ρώτησε αυτός
που ονομάζεται Τσιν σε μια
προσπάθεια συμφιλίωσης.

~ . ~

Κάθε πρωί
Η ίδια διαδρομή
Με το ίδιο τρένο
Πλάι στους ίδιους αγνώστους
Κι ο Τσιν
Αυτός ο δήθεν νεωτεριστής
Να κάνει ακριβώς
Το ίδιο
~ . ~
Σήμερα ο Τσιν πειραματίστηκε.
Κάθισε για άλλη μια φορά σπίτι του.
~ . ~
Αυτός ήταν,
έλεγες στον Τσιν,
Ο πιο μεγάλος σου έρωτας.
Και μάλλον
έρωτας
δεν ξέρεις
τι θα πει.
~ . ~
Αν το σώμα σου είναι εύπλαστο
Όπως ο Τσιν θυμάται
Και τα δυο σου πορτοκάλια
Κυρτώνουν γαλλικά προς τα επάνω
Αν τα πόδια σου λάμπουν σαν δυο
ασπρουλιάρικες λαμπάδες
Και τα χέρια σου δυο κλαδιά βασιλικού
Αν τα μαλλιά σου πέφτουν ως τη γη
Και σκουπίζουν αδιάκοπα
την ατσούμπαλη σου κίνηση
Και αν τα απόκρυφα σου σημεία
Μοιάζουν ακόμη με τα πιο παρθένα δάση
~ . ~
Έχει τις μαύρες του
Έξω φυσάει
Ψιλoβρέχει
Και το κρύο μπαίνει μέσα
Από τα τρύπια κουφώματα
Της οδού Λομβάρδου
Διαβάζει πράγματα που δεν θα έπρεπε
Γραμμένα από ανθρώπους που πρέπει
Και κοιτάει πέρα από την οθόνη
Ο Τσιν
Αυτός ο γέρο σκύλος
Μυξοκλαίει
~ . ~
Στο δρόμο δεν έβλεπε
Τίποτε
Ούτε ανθρώπους
Ούτε αυτοκίνητα
Τίποτε
Ο Τσιν
Μια φιγούρα της επαρχίας
Περπατούσε σκυθρωπός
Ενώ σκεφτόταν όλα όσα είχαν πάει λάθος
~ . ~
( Ο Τσιν είπε πως )
Βρίζοντας εσένα
Σε μια κόλλα χαρτί
Το όνομα σου
Γίνεται πλουσιότερο
~ . ~
Και χαθήκατε
Στο πρώτο φιλί
Στη λεωφόρο πάνω
Με τα αυτοκίνητα
Να παίζουν παιάνες
Ο Τσιν ήταν εκεί
~ . ~
Ο Τσιν υπενθυμίζει
πως η καρδιά
βρίσκεται
στο αριστερό μέρος
του σώματος
~ . ~
Ατέλειωτες
Σιωπές
Σπουδάζεις
Στη νύχτα
Τον Μπαχ
Με διάλειμμα
Το μήλο
Και κοιτάω
Αυτό το κορίτσι
Εγώ, ο Τσιν
Που δε λέει
Τίποτα
Παρά
Στο τέλος της
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ