Month: Μαρτίου 2019

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 3. Γιώργος Γωνιανάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιῶργος Γωνιανάκης

(Κάλεσμα, Ἀθήνα, Ποιήματα τῶν φίλων, 2013)

H0223-L16559448

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου
                                         Μνήμη Μιχάλη Βασιλάκη

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου εἶναι ἀνοικτὴ γιὰ σένα,
να ‘ρθεῖς νὰ ξαναζήσουμε ὅλα τὰ περασμένα.
Στοὺς δρόμους τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θὲς περπάτα,
νὰ σεργιανίσομε μαζὶ σὲ μαγεμένη στράτα.
Στ’ ἅρματα τῶν ὀνείρων μου, τ’ ἀνέμου καβαλάρης,
ὅλο τὸν κόσμο θὰ γυρνᾶς, ἔλα, κι ἐμὲ νὰ πάρεις.
Στὰ κάστρα τῶν ὀνείρων μου μάχη θέλω νὰ δώσεις,
ὅλου τοῦ κόσμου τὸ κακὸ γιὰ πάντα νὰ σκοτώσεις.
Ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων μου μὲ τὸ δικό σου μοιάζει,
ἀγάπη καὶ καλὴ καρδιὰ ἐμᾶς ἐξουσιάζει.
Ἡ μπάντα τῶν ὀνείρων μου θά ‘χει δικούς σου ἤχους,
ἐσὺ θὰ παίζεις μουσικὴ κι ἐγὼ θὰ γράφω στίχους.
Στὸ γλέντι τῶν ὀνείρων σου θὰ κάνομε βεγγέρα,
παλιὸ κρασὶ θὰ πίνομε μέχρι νὰ βγεῖ ἡ μέρα.
Καὶ σὰν ξυπνήσω, φίλε μου, ἐσὺ δὲ θά ‘σαι γύρω –
ὤ, πόσο γρήγορα περνᾶ ὁ χρόνος τῶν ὀνείρω.
Μὰ αὐτὸ ποὺ θέλησα νὰ πῶ, πιστεύω πὼς τὸ εἶπα:
τὴν πόρτα τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θέλεις χτύπα.

                                                        16-VII-2006

~.~

Βαρέλι

Κι ἡ προσμονὴ ὡρίμαζε χωρὶς νὰ βρίσκει πάτο·
χαμένος οἶνος ἔρεε στὰ ὀνειρέματά μου,
καθὼς ἐντός μου πάλευε τ’ ἄδειο μὲ τὸ γεμάτο.

Καὶ μιὰ βραδιὰ ξεχείλισε καὶ γέμισα δυὸ κοῦπες·
τὸ κάλεσμα τ’ ἀρνήθηκαν, καὶ τότε ἤπια μόνος:
καὶ μέθυσα μὲ θάνατο καὶ ξέρασα ἀγάπη.

Ὦ, τρυγητές μου ἔρωτες, σεῖς ξέρετε μονάχα
ποιό μυστικὸ κατανικᾶ τὴν τρύπα τοῦ θανάτου,
γιατὶ ἀπ’ ὅταν πάψατε ἡ στέρηση πληθαίνει:

Ἐμένα ξεπατώσετε ποὺ βράζω ἀπὸ ζυμώσεις.
Ὁ χρόνος εἶναι ὥριμος, – Ὥρα καλή, ἂς ἔρθεις.
Ὦ αἴσθηση πληρότητας! Ὦ ἅγιασμα τῆς μέθης!

~.~ 

Σὰν ψαροκόκκαλο καρφώθηκα στῆς πόλης τὸ λαρύγγι·
πῶς βρέθηκα ΄δῶ πέρα!
Θέλω νὰ φωνάξω, ὅμως ἔχω χάσει τὴ φωνή μου.
Κι αὐτὴ τοῦ δρόμου ἡ πνοὴ φέρνει μονάχα βρώμα
σὰν ἀπὸ μιᾶς γριᾶς – παλιόγριας τὸ στόμα
(ἐδῶ ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ἐδῶ ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ)
ποὺ μούχλιασε ἡ μποὐκα της σαπίλα
καὶ τὸ φτιασίδωμα δὲν ἔχει πιὰ σαγήνη·
λάμπουν τὰ ψεύτικα χρυσά της δόντια

~.~

(Τί εἶπε τὸ ποτάμι, Ἀθήνα, Στιγμή, 2018)

Evinos_River,_Greece_-_View_from_the_Bania_bridge

Δάσος ὑδάτινο

Ἡ θάλασσα συνέχιζε τὰ δάση.
Κι ἐκεῖ, στὸ δασωμένο ἀκροθαλάσσι,
ψαράδες ξυλοκόποι συναγμένοι
ὅπου γιὰ τὴ δική σου τὴν εὐγένεια
καὶ τὸ δικό μου τὸ χατίρι
βάζουν φωτιὰ στὶς βάρκες
καὶ σπάζουν τὰ πελέκια
ἀλλὰ φύγαν καὶ δὲν μοῦ εἶπαν
τί εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνο,
νὰ κολυμπήσω σὲ βαθειὰ νερὰ
ἢ νὰ πνιγὼ στὴν εὐωδιὰ τῶν δέντρων·
φύγαν, καὶ τά ‘χω χάσει…

Ποὺ εἶναι τὰ μάτια σου
μιὰ θάλασσα ἀπὸ δάση.

~.~

Ἀποκάρπωση

Στὸ σπίτι γύριζα κι ἀνέβαινα πρὸς Στρέφη.
Καὶ ἦταν σὰν νά ‘κοβα κρυφοὺς καρπούς·
γευόμουν τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔπινα τ’ ἀγέρι
καὶ ἡ λιακάδα εἶχε μαλακώσει τ’ ἀνηφόρι.
Τί μέρα ὄμορφη κι ἀνάλαφρο τὸ φῶς της!
Σὲ λίγο —σκέφτηκα— θὰ νύχτωνε
τὰ μαγαζιὰ θὰ μάζευαν ὡραῖο κόσμο.
Μιὰ στάση, μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ μὲ βρεῖ τὸ βράδυ
ἁπλὸ καὶ πλούσιο μὲ τὴ σοδειὰ τοῦ ἥλιου.

~.~

Ἀκέραιο θραῦσμα

Μύριες ἀλήθειες καὶ μαῦρο μοιρολόι
κεῖνο τὸ βράδυ πέσαν, τὸ βράδυ
ποὺ κοίμισε σκληρὰ ἡ μάνα τὸ παιδί της
τὸν γιό της τὸν μονάκριβο· πικρὸ νανούρισμα.

—Πῶς τὸ ἀβάσταχτο λιγάκι νὰ γλυκάνει.

Ἄχι, κι ὁ χρόνος πίσω δὲν γυρνᾶ!
Κι ἀπὸ τοῦ θειου-Γιώργη τὰ στερνὰ
ὣς τῆς γιαγιᾶς τὸ θρῆνο καὶ τὸ σθένος
ἡ μνήμη μου ἀκέραια ματώθηκε
ἀπὸ τὴ φράση-θραῦσμα:

«Γιέ μου, μὰ καὶ νεκρός, πάλι ὡραῖος εἶσαι!».


Ὁ Γιῶργος Γωνιανάκης γεννήθηκε τὸ 1984 στὸ Ἡράκλειο Κρήτης. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἀπόφοιτος τῆς Α.Σ.Παι.Τ.Ε. τοῦ Τμήματος Ἠλεκτρονικῶν Μηχανικῶν. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὲς συλλογές: Κάλεσμα (2013) καὶ Τί εἶπε τὸ ποτάμι (2018).

Χρόνοι της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Όταν πριν λίγα χρόνια το Νόμπελ λογοτεχνίας δόθηκε στον Γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό πολλοί δημοσιογράφοι και άνθρωποι του βιβλίου αντέδρασαν με κάποια αμηχανία. Δεν τον γνωρίζανε. Ο συγγραφέας δεν συγκαταλεγόταν στα τρανταχτά ονόματα. Δεν επρόκειτο για κραυγαλέα περίπτωση. Αντιθέτως το χαμηλόφωνο έργο του, με τη μουρμουριστή πρόζα που το χαρακτηρίζει, έμοιαζε να αντιστέκεται στους άκριτους διθυράμβους, στις ιαχές και στους πανηγυρικούς, στους οποίους τόσο αρέσκεται η σύγχρονη κριτική. Είναι ανάρμοστο να αδολεσχείς, να εκφράζεσαι με λεκτικά πυροτεχνήματα, να φωνάζεις ή να κραυγάζεις για ένα έργο που απεχθάνεται τον θόρυβο.

PATRICK MODIANO RECOIT LE PRIX ROGER MINIER POUR SON ROMAN LA PLACE DE L'ETOILE EN 1968

Ο Μοντιανό έχει γράψει ένα μόνο βιβλίο, βασανιστικά και επαναληπτικά, όπως κάνουν και οι περισσότεροι ομότεχνοί του άλλωστε. Σε όλα του τα έργα, ή σε αυτό το ένα, μοναδικό, πολύτομο, κατακερματισμένο αλλά ταυτοχρόνως και αρραγές έργο, ο ρυθμός είναι ο ίδιος. Αργός, γουργουριστός, μαυλιστικός. Δημιουργεί ηχητικές δίνες και μελωδίες γλυκιές και μακρινές. Τα μυθιστορήματα του Μοντιανό παράγουν μουσική. Μπορούμε να την ακούσουμε αν παρασυρθούμε στους ρυθμούς τους, αν αφουγκραστούμε τις αρμονίες τους, αν αφεθούμε στους κύκλους και τα da capo τους.

“Το Παρίσι αλλάζει! Αλλά τίποτα μέσα στη μελαγχολία μου δεν σάλεψε” λέει ο Μπωντλαίρ. Για τον Μοντιανό το Παρίσι είναι μια πόλη με τόσο γρήγορες αλλαγές που ο ίδιος αδυνατεί να παρακολουθήσει. Ό,τι έλαμπε ή έσφυζε από ζωή παλαιότερα, τώρα είναι ερείπιο. Ή έχει μετατραπεί σε κάτι τελείως διαφορετικό, αγνώριστο, ξένο. Το ίδιο και για κάθε πόλη από όπου πέρασε. Αυτός είναι ο σκηνικός διάκοσμος των μυθιστορημάτων του. Το στοιχείο της παρακμής και της αναπόφευκτης φθοράς αντιπαραβάλλεται με μια περασμένη, απολεσθείσα αίγλη. Αλλά η σύγκριση δεν γεννά μελαγχολία ή νοσταλγία. Ο Μοντιανό περιγράφει ψυχρά σαν να φτιάχνει μια λίστα, έναν κατάλογο προσώπων, ονομάτων, τοπωνυμιών.

Τα πρόσωπα, οι ήρωές του, αχνοφαίνονται μέσα στην πλοκή που κινείται κάνοντας ιλλιγγιώδεις  αν και βραδύτατες περιστροφές. Μόνο κάποια γενικά χαρακτηριστικά των προσώπων γίνονται αντιληπτά. Τι δουλειά κάνουν, με ποιους συσχετίστηκαν, πότε πέθαναν. Θυμόμαστε αναγκαστικά το κινηματογραφικό βλέμμα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Στον Μοντιανό, όπως στον Αγγελόπουλο, σπανίζουν τα γκρο πλαν. Οι ανθρώπινες φιγούρες περιφέρονται μέσα στην υγρασία της ιστορίας σαν φαντάσματα, σαν σκιές και αφήνουν πίσω τους ένα ανεπαίσθητο ίχνος. Ο συγγραφέας αναζητεί το χνάρι τους και το φέρνει στο φως σαν τεκμήριο μεγάλης υπαρξιακής συμπύκνωσης. “Το φέρνει στο φως” εννοούμε το φέρνει στον λόγο. Δεν το αφήνει να ξεχαστεί. Το καταγράφει.

Οι άνθρωποι στη λογοτεχνία του Μοντιανό πεθαίνουν όπως λαμπάκια που κάποια στιγμή απλώς σβήνουν και η θαμπή λάμψη τους εξαχνώνεται κάτω από τους φανοστάτες της πόλης. Ο θάνατος επέρχεται σαν αναπόφευκτο, φυσικό συμβάν. Δεν υπάρχει πένθος. Η ζωή –αν αυτό που περιγράφεται είναι ζωή– συνεχίζεται.

MODIANO-750x345.jpg

Όταν δεν είναι σε αστικό περιβάλλον οι ήρωες του βρίσκονται στην εξοχή. Αλλά όχι εκτεθημένοι στην αγριάδα της φύσης. Οι άνθρωποι του Μοντιανό κινούνται πάντα εντός ορίου του πολιτισμού. Στην ύπαιθρο διαχίζουν πελούζες (τόσο αγαπημένη λέξη του Μοντιανό), κατασκευασμένους κήπους, ευθύγραμμες συστάδες δέντρων. Η παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα, το έργο κάποιου αρχιτέκτονα τοπίου είναι εμφανέστατο σε όλα αυτά τα μέρη.

Οι Αμερικάνοι λένε ότι όσο πιο λίγο backstory παρεμβάλλεται σε μια ιστορία τόσο το καλύτερο. Η πλοκή υποτίθεται πρέπει να πηγαίνει μόνο μπροστά, για να γίνεται κάτι, να υπάρχει αλληλουχία γεγονότων, να μη βαριέται ο αναγώστης αλλά και για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το backstory, οι αναδρομές στο παρελθόν, τα φλας μπακ δεν προωθούν την ιστορία. Αντιθέτως την πηγαίνουν όπισθεν ή την καθηλώνουν σε ακινησία.

Στον Μοντιανό τα πάντα είναι backstory. Παρόν δεν υφίσταται. Είναι τόσο καθοριστική αυτή η επιλογή στα έργα του που αγγίζει τα όρια του φιλοσοφικού προτάγματος. Όλα είναι παρελθόν. Όλα έχουν περάσει. Όλα έχουν συντελεστεί. Το παρόν είναι το μέρος που λαμβάνει χώρα η αφήγηση. Αλλά τα αφηγούμενα ανήκουν σε παρελθόντα χρόνο. Το παρόν είναι για να συλλογούμαστε ό,τι έγινε. Τα γεγονότα είναι καρφιτσωμένα σα νεκρές πεταλούδες σε ένα διαρκές παρελθόν, επικαλυμμένα από μια ονειρική αχλύ. Ο συγγραφέας τα ατενίζει έκπληκτος, στοχαστικός, κάποιες φορές εκστατικός. Ωστόσο το παρελθόν δεν είναι στατικό, δεν μένει ακίνητο. Αντιθέτως ρέει αργά σαν μάγμα και συνδιαμορφώνεται κάτω από την επιρροή εκείνου που το παρατηρεί και ακόμα περισσότερο εκείνου που το περιγράφει.

456992652(1)Ένας παλιός νόμος της αφήγησης λέει ότι εξιστορούμε ως επί το πλείστον σε παρελθόντα χρόνο. Σπανίως χρησιμοποιούμε τον ενεστώτα, που υποτίθεται έχει μια άλλη αμεσότητα. Ενεστώτας χρόνος χρησιμοποιείται κατά κανόνα στη συγγραφή σεναρίου ή θεατρικού κειμένου. Πολύ συχνά και στην ποίηση, όπως και στην αφήγηση ονείρων. Στα μυθιστορήματα, σε αυτά τα εκτεταμένα και επεξεργασμένα όνειρα, ο αόριστος είναι ο κυρίαρχος χρόνος και σπανιότερα ο παρατατικός. Ίσως θέλουμε να δείξουμε με τον αόριστο ότι τα γεγονότα που περιγράφουμε είναι μοναδικά, συνέβησαν άπαξ. Επίσης είναι σημαντικά. Ανάμεσα σε τόσα και τόσα που έλαβαν χώρα  και συνεχίζουν να αλληλοδιαδέχονται το ένα τ’άλλο, διασώθηκαν μόνο τα συγκεκριμένα μέσα από τον ληθαργικό ποταμό του χρόνου. Άρα όσα επιλέγουμε να διηγηθούμε, όσα ξεχωρίζουμε και τους δίνουμε καλλιεπή, ηδυσμένο λόγο για να εκφραστούν, έχουν ιδιάζουσα αξία και σημασία. Είναι μοναδικά.  Ποιος ενδιαφέρεται για το ευτελές, το τετριμμένο, το ανούσιο; Από τον καιρό που ο άνθρωπος καθόταν στη σπηλιά του γύρω από τη φωτιά και άκουγε τον πρωτόγονο storyteller, διψούσε για ιστορίες που έχουν νόημα, που ερεθίζουν το συναίσθημα και τη φαντασία, που προκαλούν έλεος, φόβο και κάθαρση.

Στον Μοντιανό οι χωροχρονικοί κανόνες της αφήγησης συχνά καμπυλώνονται ή και ανατρέπονται ακόμη. Κάποιες φορές μιλάει για παρελθόντα γεγονότα χρησιμοποιώντας ενεστώτα, λες και τα ζει την ίδια στιγμή που τα περιγράφει. Τηλεμεταφέρει τους ήρωές του από τόπο σε τόπο αγνοώντας τις απαιτούμενες συνδέσεις. Όχημά του είναι η μνήμη και της δίνει απόλυτη ελευθερία κινήσεως.

Αν ο χρόνος της αφήγησης είναι πεπερασμένος, ο τόπος αποδεινύεται εντελώς θραυσματικός. Συνέχεια δεν υπάρχει. Τι ενώνει λοιπόν, τι κρατάει σε συνοχή αυτό το ιδιότυπο σύμπαν; Τι του δίνει νόημα και υπόσταση; Ίσως η αγωνία του συγγραφέα να διασώσει μέσα στον ορυμαγδό του χρόνου ο,τιδήποτε και αν σώζεται: ένα όνομα, μια αίσθηση, μια στιγμή. Καθώς και η ενδόμυχη  πεποίθησή του ότι η προσπάθειά του είναι μάταιη, ανώφελη, αλυσιτελής και άρα έχει μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ