Έλενα Σταγκουράκη: Ο τελευταίος των ηρώων*

José-Mujica-of-Uruguay

Από το αντάρτικο πόλης στη θέση του Πρώτου Πολίτη της Ουρουγουάης –
ένας συμβιβασμένος επαναστάτης ή ένας οιονεί επαναστατημένος κομφορμιστής;

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Σε συνάντησή του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ομπάμα, δεν διστάζει να τον συμβουλέψει πως ο λαός του θα έπρεπε να καπνίζει λιγότερο και να μαθαίνει και καμιά ξένη γλώσσα. Σε ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη, προτρέπει τους απεσταλμένους να σταματήσουν να συρρέουν σε ανούσιες και πανάκριβες γενικές συνελεύσεις, οι οποίες επιπλέον δεν ωφελούν σε τίποτα. Κάποιοι τον χαρακτηρίζουν ως τον Νέλσον Μαντέλα της Λατινικής Αμερικής ενθυμούμενοι τα χρόνια που πέρασε στις φυλακές, άλλοι τον κατηγορούν για ευφυολογήματα και διάβρωση της ισπανικής γλώσσας, φτάνοντας ώς το σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνη ακόμη και για το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’73. Τι ισχύει για τον απελθόντα Πρόεδρο της Ουρουγουάης, Χοσέ Μουχίκα, τον καλούμενον «Πέπε»; Άγιος ή δαίμονας; Ο ίδιος απαντά: «Αν δεν είχα ζήσει όσα έζησα, ίσως να μην ήμουν αυτός που είμαι. Είμαι παιδί της ιστορίας μου».

Ο Χοσέ Αλμπέρτο Μουχίκα Κορντάνο γεννήθηκε το 1935 στο προάστιο Πάσο ντε λα αρένα (αυτολεξεί «Πέρασμα της άμμου») στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Με προγόνους βασκικής καταγωγής, μετανάστες στην Ουρουγουάη, και μητέρα ιταλικής καταγωγής, έμεινε ορφανός από πατέρα στα οχτώ του χρόνια. Έκτοτε συνέβαλλε ως παιδί στα έσοδα του νοικοκυριού διανέμοντας ψωμί και πουλώντας κρίνα που έβρισκε στο πίσω μέρος της αυλής του σπιτιού του.

Την εποχή εκείνη η Ουρουγουάη γνώριζε πρωτοφανή ανάπτυξη, προμηθεύοντας μαλλί και βοδινό κρέας στην ταλανισμένη από τους πολέμους Ευρώπη. Ήδη το 1930, η μικρή αυτή χώρα, η οποία ποτέ δεν ξεπέρασε τα 3,5 εκατομμύρια πολίτες, συγκαταλέγονταν μεταξύ των δώδεκα πλουσιότερων χωρών του κόσμου βάσει του κατά κεφαλήν εισοδήματος, γεγονός που έκανε κάποιους να την ονομάζουν «Ελβετία της Λατινικής Αμερικής».

Νέος, τότε, ο Μουχίκα εργαζόταν για τον δημοφιλή αριστερό πολιτικό, Ενρίκε Έρρο, ωστόσο σταθμός στη ζωή και την πορεία του υπήρξε η συνάντησή του με τον Τσε Γκεβάρα στην μετεπαναστατική Κούβα. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ο Τσε έφτασε πλέον ως ήρωας, ως ιδανικό, ως σύμβολο τυπωμένο σε σημαίες και μπλουζάκια, όμως δεν είμαστε σε θέση να υποθέσουμε καν το χάρισμα αυτής της προσωπικότητας, κάτι στο οποίο συναινούν σύντροφοι και αντίπαλοί του, ούτε βέβαια τον αντίκτυπο της γνωριμίας μαζί του, κάτι για το οποίο γράφουν ανεξαιρέτως όλοι όσοι τον γνώρισαν, πολιτικοί, ποιητές, συγγραφείς και καθημερινός κόσμος. Ο Μουχίκα περιγράφει τη συνάντησή του με τον μεγάλο επαναστάτη: «Ήταν ανεπανάληπτος, πρωτοπόρος, και σημάδεψε τα νεανικά μας χρόνια».

Περί το 1970 πια, η Ουρουγουάη ήταν άλλη: πληθωρισμός, φτώχεια, στασιμότητα. Το 1962-63 είχαν προηγηθεί φασιστικές διαδηλώσεις, καθώς και η καταπάτηση του ασύλου του Πανεπιστημίου και η εισβολή σε αυτό, ανάλογη με τη δική μας στο Πολυτεχνείο το 1973. Με όραμα τον Τσε και την Κούβα, και δεδομένης της γεωφυσιογνωμίας του Μοντεβιδέο, ενός δηλαδή περιβάλλοντος αστικού, ο Μουχίκα, μαζί με ομοϊδεάτες του, στράφηκε στο αντάρτικο πόλης, με την οργάνωση «Τουπαμάρος», η οποία έλαβε το όνομά της από έναν Περουβιανό επαναστάτη του 18ου αιώνα, ονόματι Τούπακ Αμάρου ΙΙ. Οι Τουπαμάρος απέφευγαν το δογματισμό και πορεύονταν βάσει του μοτίβου δοκιμής-αποτυχίας. Χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα ήταν η αποφυγή βίας, ο αντικειμενικός προσανατολισμός τους στη δικαιοσύνη και η συμβολικότητα-θεατρικότητα των ενεργειών τους. Έτσι θα εισέβαλλαν στο σπίτι ενός διαβόητου δικαστή, μόνο και μόνο για να του αποσπάσουν όπλα και μία γραφομηχανή, την οποία εν συνεχεία θα επέστρεφαν (μαζί με μια απειλή) καθώς την χρησιμοποιούσε ο γιος του για το διάβασμά του. Θα εισέβαλλαν σε μια επενδυτική τράπεζα ιδιοκτησίας ενός υπουργού της κυβέρνησης, για να αποσπάσουν όχι μόνο ένα υπέρογκο ποσό, αλλά και τις φημολογούμενες λίστες παράνομων συναλλαγών, τις οποίες και θα άφηναν στην πόρτα εισαγγελέα, με αποτέλεσμα οι ένοχοι να δικαστούν και να φυλακιστούν. Ή, ακόμη, θα πραγματοποιούσαν έφοδο στο καζίνο Σαν Ραφαέλ, επιστρέφοντας τα φιλοδωρήματα των εργαζομένων. Με αυτά και με αυτά, οι Τάιμς τους χαρακτήρισαν «αντάρτες του Ρομπέν των δασών». Σχετικά με τη συμμετοχή του στους Τουπαμάρος ο Μουχίκα θα σχολιάσει πως υπήρξε αντίδραση στο γεγονός ότι το ½ της Ουρουγουάης ανήκε σε χίλιες διακόσες οικογένειες, τα μέλη των οποίων θεωρούνταν περισσότερο πατριώτες από τους υπόλοιπους Ουρουγουανούς ακριβώς επειδή κατείχαν τη μισή πατρίδα. «Εμείς δεν θέλαμε να είμαστε αμπελοφιλόσοφοι του καφενείου.»

Όποιος όμως έχει στην κατοχή του όπλα, αργά ή γρήγορα τα χρησιμοποιεί. Το Μάρτιο του 1970, αστυνομικός αναγνώρισε το Μουχίκα, με αποτέλεσμα να τραβήξουν και οι δύο πλευρές όπλο. Ο απολογισμός: δύο αστυνομικοί τραυματισμένοι από πυρά του Μουχίκα, και φυλάκιση του τραυματισμένου αντάρτη ο οποίος είχε δεχτεί προηγουμένως έξι πυροβολισμούς. Όπως χαρακτηριστικά θα πει ο ίδιος δεκαετίες αργότερα, «την άνοιξη ακολούθησε η βαρυχειμωνιά», τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Εκείνος φυλακίστηκε (κατορθώνοντας να αποδράσει δυο φορές) για πάνω από μία δεκαετία και γνώρισε την απομόνωση σε θαλάμους άνευ αποχωρητηρίου που οδηγούσαν τους περισσότερους στην τρέλα. Αλλά και η ειρηνική ζωή στο Μοντεβιδέο διαταρράχθηκε, με τους Τουπαμάρος να βρίσκονται πίσω από απαγωγές, βομβιστικές επιθέσεις και εκτελέσεις που άλλαξαν το κλίμα απέναντί τους. Επικράτησε αναβρασμός, και ο στρατός κλήθηκε να αναλάβει την εξάρθρωση και εξόντωση των Τουπαμάρος, γεγονός που επετεύχθη σε λιγότερο από ένα χρόνο. Από τους τελευταίους που συνελήφθησαν, τον Αύγουστο του 1972, ήταν ο Μουχίκα, τον οποίο βρήκαν να κοιμάται με ένα πολυβόλο και μια χειροβομβίδα ανά χείρας. Τον επόμενο χρόνο, το 1973, πραγματοποιήθηκε πραξικόπημα υπό τον Χουάν Μαρία Μπορνταμπέρρυ. Πολλοί τότε θεώρησαν υπεύθυνους τους Τουπαμάρος.

Βγαίνοντας από τη φυλακή, με το καθοίκι υπομάλης και υπερήφανος για το κεκτημένο του αυτό, ο Μουχίκα δεν ήταν πλέον ο ίδιος. Όχι ότι είχε συνθηκολογήσει ή συμβιβαστεί. Χέρι-χέρι με τη φυλάκισή του όμως μάλλον ήρθε και η ενηλικίωσή του. Αυτό θα εννοεί, λέγοντας για τις επαναστάσεις και τις εξεγέρσεις: «Μου αρέσει αυτή η νεανική ενέργεια και ο αυθορμητισμός, αλλά νομίζω ότι δε θα οδηγήσει πουθενά εάν δεν ωριμάσει». Και αυτό το λέει ο ίδιος άνθρωπος που είχε ανατινάξει εργοστάσια ξένων ιδιοκτητών και που πολύ αργότερα, ως Πρόεδρος της Ουρουγουάης, θα τους προσέφερε φορολογικές ελαφρύνσεις. «Αναγκαστικά πρέπει να λειτουργεί ο καπιταλισμός και αναγκαστικά πρέπει να αυξηθεί η φορολόγηση προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Η προσπάθεια να ξεπεραστούν όλα αυτά δια μιας θα είχε ως αποτέλεσμα να υποφέρουν οι ίδιοι άνθρωποι, για τους οποίους παλεύεις». Παλαιοί του σύντροφοι τον κατακρίνουν: «Κάποιοι άφησαν τα ιδανικά τους στα κελιά τους» θα πει ο Χόρχε Σαμπάλσα. Η απάντηση του Μουχίκα; «Κάποιοι από τους παλιούς συντρόφους δεν καταλαβαίνουν, δεν βλέπουν τις μάχες που δίνουμε καθημερινά για τα προβλήματα του κόσμου και δεν κατανοούν πως η ζωή δεν είναι ουτοπία.»

Προτιμώντας την ενεργή συμμετοχή από την περιθωριοποίηση, γεγονός που θα τους επέτρεπε να συμβάλουν δυναμικά στη χάραξη πολιτικής, οι Τουπαμάρος εντάσσονται στο κοινοβουλευτικό σύστημα και στο «Ευρύ Μέτωπο» το 1989. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιους, όπως τον πολιτικό αναλυτή Αντόλφο Γκαρσέ, μοιάζουν έτοιμοι να θυμηθούν ανά πάσα στιγμή τα παλιά και να δράσουν υπογείως. Με τις εκλογές του 1994, οι Τουπαμάρος κερδίζουν δύο έδρες στη Βουλή, τη μία από τις οποίες κατέχει ο Μουχίκα.

Έκτοτε θα ακολουθήσει σταθερά ανοδική πορεία στην πολιτική ώς την εκλογή του το 2009 στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, το οποίο θα αναλάβει και θα ασκήσει ώς το 2014. Η ορκωμοσία του μάλιστα θα τελεστεί από την Πρόεδρο της Βουλής, σύζυγο και ομοϊδεάτισσά του, Λουσία Τοπολάνσκι. Η Τοπολάνσκι, προερχόμενη από ευκατάσταση οικογένεια, υπήρξε επίσης μέλος των Τουπαμάρος, με έντονη δραστηριότητα. Μικρή τη φώναζαν «οδοντογλυφίδα» (“la Flaca”) επειδή ήταν πολύ αδύνατη, ωστόσο οι Τουπαμάρος μετέτρεψαν το παρατσούκλι της σε «πέτρα» (“la Tronca”) καθώς ήταν δυνατή και σκληρή. Παντρεύτηκε τον Μουχίκα μόλις το 2005, μετά από είκοσι χρόνια συμπόρευσης, τα δεκατρία από τα οποία τα πέρασαν έγκλειστοι και μάλιστα σε διαφορετικές φυλακές. Το σύνταγμα της Ουρουγουάης δεν επιτρέπει τη διαδοχική επανεκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος ψηφίζεται απευθείας από το λαό, και έτσι τον Μουχίκα διαδέχθηκε ο Ταμπαρέ Βάσκες.

Όσο για το πολιτικό ποιόν του, ο Μουχίκα διευκρινίζει: «Ο κόσμος δεν με ψήφισε επειδή ήμουν Τουπαμάρο, ούτε όμως του απέκρυψα το παρελθόν μου». Και αλλού: «ίσως με ψήφισαν επειδή τους λέω την αλήθεια, χωρίς περιστροφές, ακόμη και όταν δεν τους αρέσει». Παρόμοια πικρία θα ένιωσε άλλωστε και ο ίδιος τη μέρα που τον εξέλεξαν Πρόεδρο, την ίδια μέρα που ψήφισαν την παροχή αμνηστίας σε πρόσωπα με ενεργό ρόλο στη δικτατορία.

Ο τέως Πρόεδρος αυτοχαρακτηρίζεται ως φιλελεύθερος, θεωρώντας ως μέγιστη πρόκληση και επίτευγμα τον συγκερασμό του ιδεαλισμού με τον πραγματισμό. Έτσι, ο πραγματιστής πλέον Μουχίκα, θεωρεί ανώφελο τον αγώνα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και μάλιστα προβαίνει στον ακόλουθο παραλληλισμό: «Είναι κάτι ανάλογο με το είδωλό μου στον καθρέφτη και τις ρυτίδες που αντικρίζω: δεν μου αρέσουν, είναι όμως αναπόφευκτες.» Εξάλλου, όπως εξηγεί, το πρόβλημα με την παγκοσμιοποίηση δεν είναι το φαινόμενο αυτό καθαυτό, αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης. «Η παγκοσμιοποίηση είναι εσφαλμένη γιατί κυβερνάται από την αγορά και όχι την πολιτική. Οι εθνικές κυβερνήσεις νοιάζονται μόνο για τις επόμενες εθνικές εκλογές, τη στιγμή που κανένας δεν ασχολείται σοβαρά με τα πάμπολλα προβλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως είναι αναπόφευκτο να ζει κανείς σε συστήματα καπιταλιστικά. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα υπήρχε πίστη στον άνθρωπο, ο οποίος μπορεί να έχει μεν πολλά μειονεκτήματα, έχει όμως και εντυπωσιακές δυνατότητες».

Κατά τον Μουχίκα, ύψιστο μέλημα οφείλει να είναι το εδώ και τώρα, η αντιμετώπιση της φτώχειας και η βελτίωση της καθημερινής ζωής, ενώ αντιθέτως η ουτοπία του ιδεαλισμού προσανατολίζεται εκ των πραγμάτων στο μέλλον. Όσο για τη δική του ζωή, ο χαρακτηρισμός του ως «ο φτωχότερος Πρόεδρος του κόσμου» είναι ενδεικτικός. Τον αντικρούει με τη θέση του Σένεκα, σύμφωνα με την οποία φτωχός δεν είναι εκείνος που έχει λίγα, παρά εκείνος που ολοένα επιθυμεί περισσότερα, καθώς αναλώνεται από την επιθυμία και δεν απολαμβάνει τη ζωή. «Όσο περισσότερο περιπλέκει κανείς τη ζωή του με υλικά αγαθά, τόσο περισσότερο χρόνο καλείται να δαπανήσει για τη διαχείρισή τους. Γι’ αυτό εμείς [ο ίδιος και η σύζυγός του] ζούμε σήμερα όπως πριν σαράντα χρόνια, στην ίδια γειτονιά, με τους ίδιους ανθρώπους και με τα ίδια πράγματα. Δεν παύεις να είσαι κοινός άνθρωπος επειδή εξελέγης Πρόεδρος.»

Πάντως, τα λόγια αυτά στην περίπτωση του «Πέπε» δεν ήταν λόγια του αέρα, αν και συνήθως οι πολιτικοί δεν κατορθώνουν να ξεπεράσουν επιτυχώς το σκόπελο του ευκταίου και της υπόσχεσης. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ο Μουχίκα απαρνήθηκε όλες τις τιμές που αποδίδονται στο αξίωμά του, από το προεδρικό μέγαρο ώς τη χρήση υπηρεσιακού οχήματος με οδηγό. Αντ’ αυτού, παρέμεινε στο απλό σπίτι των τριών δωματίων σε αγρόκτημα έξω από το Μοντεβιδέο, όπου καλλιεργεί λουλούδια, τα οποία στη συνέχεια πουλάει για να κερδίζει τα προς το ζην. Αντί για πολυτελή Μερσεντές με φιμέ τζάμια χρησιμοποιεί έναν μπλε σκαραβαίο του ’70 που τον επισκευάζει κατά το δυνατόν ο ίδιος. Ούτε και το τρακτέρ φοβάται, και οι εικόνες με τον ίδιο πάνω σε αυτό κάνουν το γύρο του κόσμου. Περισσότερο θα έπρεπε να φοβάται κανείς ό,τι εκείνος χαρακτηρίζει «πνευματική φτώχεια»: «Η ζωή μας έχει γίνει απλούστερη, αυτό όμως συνεπάγεται την εξάλειψη της δημιουργικότητας».

Ακόμη, ο Μουχίκα έπραξε ως Πρόεδρος αυτό που θα ήταν αρκετό να πράξουν οι Έλληνες πολιτικοί προκειμένου να πείσουν τον ελληνικό λαό για την αναγκαιότητα των θυσιών που επιβάλλει η αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης. Με δική του πρωτοβουλία απαρνήθηκε το 90% του μισθού του, το οποίο παραχωρούσε για την υποστήριξη μονογονεϊκών οικογενειών, μετά την εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από το σύζυγο. «Οι γυναίκες που πέφτουν συχνότερα θύμα διακρίσεων είναι αυτές που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Η έμφυλη βία παρατηρείται κυρίως στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Τα φτωχά κορίτσια δεν τυγχάνουν καλής μεταχείρισης από την κοινωνία μας» θα παραδεχτεί.

Η σύγκρουση των κοινωνικών τάξεων είναι για τον απερχόμενο Πρόεδρο γεγονός. «Ναι, πρόκειται αναμφίβολα για πόλεμο. Είναι ανόητο να βλέπεις μια γυναίκα να χαρακτηρίζει την υπάλληλο καθαριότητας ‘συντρόφισσα’, τη στιγμή που εκείνη είναι το αφεντικό και η άλλη η υπηρέτρια.» Εξού και ένας από τους κεντρικούς στόχους της προεδρίας Μουχίκα ήταν η εξάλειψη των κοινωνικών διαφορών και η επίτευξη ισότητας. Όχι της κακώς νοούμενης, σύμφωνα με την οποία όλοι είναι ίσοι, όσο της ισότητας των ευκαιριών που είναι πολύ σημαντική και από την οποία πολύ απέχει η χώρα του –¬αλλά και οι κοινωνίες των περισσότερων χωρών, θα προσθέταμε εμείς.

Οι προοδευτικές μεταρρυθμίσεις επί Μουχίκα τον έκαναν δημοφιλή σε ολόκληρη την υφήλιο, ωστόσο ο ίδιος είναι λιγότερο ενθουσιασμένος από την πρόοδο που συντελέστηκε. «Μπορεί οι μεταρρυθμίσεις αυτές να υπακούουν στο αίσθημα δικαιοσύνης και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωστόσο η αιτία του προβλήματος παραμένει και δεν είναι άλλη από τη σύγκρουση των τάξεων». Η Ουρουγουάη επέτρεψε προσφάτως την έκτρωση έως τη δωδέκατη εβδομάδα κύησης, όπως και το γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων. Ωστόσο ο Πρόεδρος σχολιάζει μετριόφρων για την ομοφυλοφιλία πως «πρόκειται για ένα φαινόμενο τόσο παλιό όσο η ανθρωπότητα. Το ιδανικό θα ήταν να μπορεί να ζει κανείς όπως θα ήθελε».

Ο Βερνάτσα, σύμβουλος δημοσίων σχέσεων του Μουχίκα, σχολιάζει πως στα σαράντα χρόνια της καριέρας του δεν συνάντησε άλλο άνθρωπο με τέτοια ικανότητα ευελιξίας και προσαρμογής. Ο Μουχίκα τον είχε προσλάβει ώστε να εξομαλυνθεί η κατάσταση και οι επιχειρήσεις να μην απειλούν πως θα εγκαταλείψουν τη χώρα σε περίπτωση νίκης του. Στον Βερνάτσα οφείλεται και η περισσότερο επιμελημένη εμφάνιση του Προέδρου, ο οποίος πείστηκε να χτενίζει τα μαλλιά του και να φοράει και κανένα πουκάμισο. Έτσι, αν και όχι σε απόλυτη συμφωνία με τις συνήθειές του, υιοθέτησε ένα προφίλ που του εξασφάλισε το αξίωμα του Προέδρου.

Μελλοντικά ο απελθών Πρόεδρος ονειρεύεται να δημιουργήσει μια αγροτική σχολή για νέους, αφού «οντας νέος, πάλευα να κάνω καλύτερο τον κόσμο και δεν απέκτησα δικά μου παιδιά». Για το τέλος κρατήσαμε τη φράση τού γιου του δικαστή εκείνου, στο σπίτι του οποίου είχαν εισβάλει οι Τουπαμάρος (στις προεδρικές εκλογές μάλιστα ψήφισε τον αλλοτινό εισβολέα): «Ίσως θα έπρεπε να τρέφω κάποια πικρία γι’ αυτόν. Εντούτοις, είναι ο μόνος δάσκαλος που και διδάσκει και κρατάει τον νόμο». Όχι και λίγο πράγμα, αν αναλογιστούμε την τρομερή δυσκολία να βρούμε το ελληνικό αντίστοιχό του. Όσο για εκείνους που, έχοντας φτάσει ώς αυτό το σημείο του κειμένου, θα σπεύσουν να παραλληλίσουν τον Μουχίκα με πρόσφατους –ανήλικους ή ενήλικους– ψευδοήρωες της Ελλάδας, τους βεβαιώνουμε ότι δεν έχουν κατανοήσει το κείμενο στο ελάχιστο.

* Κατά τον τίτλο του ντοκυμαντέρ του Εμίρ Κουστουρίκα για τη ζωή του Χοσέ Μουχίκα «Ο τελευταίος ήρωας της πολιτικής» (“The last hero of politics”).

********************************************

Adriana Lissidini

Με την ευκαιρία της ενασχόλησής μας με την περίπτωση του απελθόντα Προέδρου της Ουρουγουάης Χοσέ Μουχίκα, επικοινωνήσαμε με την Πρέσβη της Ανατολικής Δημοκρατίας της Ουρουγουάης στην Αθήνα, κα Αντριάννα Λισσιδίνι, η οποία δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που τις απευθύναμε:

Ε.Σ.: Μετά από δύο χρόνια θητείας σας στην Ελλάδα, σε ποια σημεία θεωρείτε ότι μοιάζουν οι Ουρουγουανοί με τους Έλληνες και σε ποια διαφέρουν; Αναφέρομαι σε στοιχεία τόσο της ιδιοσυγκρασίας των λαών όσο και σε κοινωνικοοικονομικά.
Α.Λ.: Ως γενική διαπίστωση, θα έλεγα πως υφίσταται μια πνευματική συγγένεια ανάμεσα στον ελληνικό και τον ουρουγουανικό λαό, μια ομοιότητα στη σκέψη και στο συναίσθημα, γεγονός που διευκολύνει την επικοινωνία τους, παρά τη διαφορά της γλώσσας. Ο ρόλος της οικογένειας είναι καταλυτικός και στις δύο χώρες. Επιπλέον, εμείς οι Ουρουγουανοί μεγαλώσαμε θαυμάζοντας την αρχαία Ελλάδα και, μεταξύ άλλων, είμαστε λάτρεις του θεάτρου. Η κύρια διαφορά των δύο λαών θα μπορούσε να εντοπιστεί στο στοιχείο της θρησκείας, μιας και στην Ελλάδα συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας, κάτι που δεν ισχύει στην Ουρουγουάη.

Ε.Σ.: Τη στιγμή που μιλάμε, η Ελλάδα περνάει μία από τις δυσκολότερες κρίσεις στην ιστορία της και ένα μεγάλο ποσοστό των πολιτών της δηλώνει απαισιόδοξο. Ποια η σημερινή κατάσταση στην Ουρουγάη;
Α.Λ.: Από το 2003 η Ουρουγουάη γνωρίζει σταθερή πρόοδο, με την ανάπτυξη να φτάνει το ποσοστό του 5,2% για τη δεκαετία 2003-2013. Αυτό οφείλεται στην αύξηση της τιμής των εξαγόμενων προϊόντων (κρέας, σιτηρά, ξυλεία), στην ανάπτυξη περαιτέρω στρατηγικών τομέων όπως -μεταξύ άλλων- του τουρισμού, της τεχνολογίας πληροροφιών, των οικονομικών, της λογιστικής, των μεταφορών, των κατασκευών, αλλά και των ξένων επενδύσεων, καθώς και της ανόδου της εσωτερικής ζήτησης.

Ε.Σ.: Γνωρίζετε προσωπικά τον Πρόεδρο Μουχίκα; Ποια η εντύπωσή σας γι’ αυτόν;
Α.Λ.: Δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Η εντύπωση που έχω συμπίπτει με αυτήν του κόσμου: πρόκειται για έναν άνθρωπο έξυπνο και έντιμο, συνεπή με τις ιδέες και τα πιστεύω του, ο οποίος πάνω απ’ όλα εργάστηκε υπέρ της τέχνης της συνύπαρξης.

Ε.Σ.: Πώς κρίνετε τη θητεία του στο αξίωμα του Προέδρου; Ο λαός της Ουρουγουάης θεωρείτε πως έμεινε ικανοποιημένος από αυτήν;
Α.Λ.: Η θητεία του Μουχίκα έληξε με ένα πολύ υψηλό ποσοστό έγκρισης των πεπραγμένων του. Πρόκειται για ένα ποσοστό της τάξης του 68%. Θεωρώ ότι αυτό απαντά στην ερώτησή σας από μόνο του.

Ε.Σ.: Στο αφιέρωμά μας για τον επερχόμενο Πρόεδρο προσπαθούμε να δώσουμε μια απάντηση στο ερώτημα που προκύπτει από τις δύο αντιτιθέμενες απόψεις αναφορικά με το άτομο και το ρόλο του. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έναν συμβιβασμένο επαναστάτη ή για έναν επαναστατημένο κονφορμιστή; Ποια η άποψή σας;
Α.Λ.: Προσωπικά θα τον περιέγραφα ως έναν άνθρωπο που ήξερε να διατηρήσει τα νεανικά του όνειρα και να τα πραγματοποιήσει προσαρμόζοντάς τα στην πραγματικότητα. Η αγωνία του για όσους έχουν ανάγκη παρέμεινε η κατ’ εξοχήν κινητήρια δύναμη της ζωής του. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι παραχωρούσε το 90% του μισθού του για διάφορα προγράμματα, ένα από τα οποία αφορούσε την εξασφάλιση στέγης σε απόρους. Αν ορίζουμε ως επαναστάτη εκείνον που τολμά να εξερευνήσει νέες οδούς για την επίλυση προβλημάτων, τότε η απόφασή του σχετικά με τη νομιμοποίηση της καλλιέργειας, εμπορίας και κατανάλωσης της μαριχουάνας δεν είναι, παρά μια πράξη επαναστατική, δεδομένου ότι η Ουρουγουάη είναι η πρώτη χώρα παγκοσμίως που τολμά να προβεί σε τέτοιο διάβημα.

Ε.Σ.: Σε τι διαφέρει η θητεία σας στην Ελλάδα από εκείνην σε άλλες χώρες του κόσμου; Τι σκοπεύετε να επιτύχετε στο υπόλοιπο της θητείας σας εδώ;
Α.Λ.: Μέχρι στιγμής τα αξιώματα στα οποία θήτευσα διέφεραν αρκετά μεταξύ τους. Η πρώτη μου έδρα ήταν στην αποστολή της Ουρουγουάης στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, αφορούσε συνεπώς τις πολυμερείς σχέσεις. Η δεύτερη διπλωματική μου αποστολή ήταν στην Πρεσβεία της Ουρουγουάης στη Ρώμη, με την οποία απέκτησα και την πρώτη εμπειρία ως Πρόξενος, ενώ στη συνέχεια θήτευσα ως Γενική Πρόξενος στη Νέα Υόρκη, όπου έμφαση δινόταν στην ουρουγουανική κοινότητα.

Στην Ελλάδα, επομένως, μου δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να υπηρετήσω ως Πρέσβης της χώρας μου. Αυτό συνεπάγεται πολύ μεγαλύτερη ευθύνη από όση διέθετα προηγουμένως, ενώ ταυτόχρονα μου επέτρεψε να έρχομαι σε άμεση επαφή με τις αρχές της χώρας εξ ονόματος της Ουρουγουάης. Έφτασα στην Ελλάδα σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή, τον Αύγουστο του 2012, λίγο μετά την ανάληψη εξουσίας από την κυβέρνηση Σαμαρά, γεγονός που μου επέτρεψε να παρακολουθήσω από κοντά μια πρωτοφανή κατάσταση στη ζώνη του Ευρώ, η οποία –πέρα από το κοινωνικό δράμα που επιφέρει– συνιστά ένα άνευ προηγουμένου σημείο καμπής στην ιστορία της Ευρώπης.

Στο διάστημα που μου απομένει στην Ελλάδα, μία από τις φιλοδοξίες μου είναι η συμβολή στη γνωριμία του ελληνικού λαού με στοιχεία του πολιτισμού της χώρας μου. Στο πλαίσιο αυτό, η Πρεσβεία στηρίζει φέτος τη μετάφραση και έκδοση στα ελληνικά της ποιητικής ανθολογίας της ποιήτριάς μας Ιδέας Βιλαρίνιο από τις εκδόσεις Gutenberg, αλλά και το ανέβασμα στην Αθήνα μιας θεατρικής παράστασης για τη ζωή του Σωκράτη, βασισμένης σε έργο Ουρουγουανού συγγραφέα.

Ε.Σ.: Ένα μήνυμα, παρακαλώ, στους αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου και κατ’ επέκταση στους Έλληνες πολίτες.
Α.Λ.: Στους Έλληνες πολίτες έχω να πω ότι, παρόλο που στο χάρτη βρισκόμαστε μακριά, εμείς οι Ουρουγουανοί τούς αισθανόμαστε πολύ κοντά, όχι μόνο για τους λόγους που προανέφερα, αλλά επειδή και η Ουρουγουάη υπέστη σοβαρές οικονομικές κρίσεις που την οδήγησαν επανειλημμένα στο χείλος του γκρεμού. Ωστόσο, κατορθώσαμε να βγούμε από αυτές με ανανεωμένη πίστη στον εαυτό και τις δυνάμεις μας. Ως πολίτης της Ουρουγουάης εύχομαι ό,τι καλύτερο στο λαό που έχει προσφέρει τόσα στον κόσμο.

Advertisements