σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Αμνησία

 *

Επιτέλους πέθανε.

Κανείς τώρα δεν έχει να πει τίποτε περισσότερο, απ’ ό,τι του είχαν σύρει σε ολόκληρη τη ζωή του. Αν και πάντα κάποιος καλοθελητής βρίσκεται να προσθέσει κάτι. Κάτι ξεχασμένο ή ποτέ γενόμενο. Αφού πέθανε δεν θα μπορεί και να το αμφισβητήσει.

Νά, για παράδειγμα, ότι όταν ήταν μικρός ξεκοίλιαζε πουλιά. Ή ότι έδερνε όσες γυναίκες αγαπούσε, γι’ αυτό και τον παράταγαν· ή ότι μια φορά σουλάτσαρε ολόγυμνος, μέσα Γενάρη, στην πλατεία και έβγαζε άναρθρες κραυγές με ένα ερωτηματικό στο τέλος.

— Ναι, ναι, θα συμπλήρωνε ένας ακόμη εθελοντής στην ανθρώπινη υποκρισία. «Τα υπόλοιπα δεν μπορώ να τα επιβεβαιώσω, γιατί τον γνώριζα λίγο καιρό. Αυτό το περιστατικό όμως στην πλατεία· ναι, ήμουν εκεί και το θυμάμαι ολοκάθαρα. Όχι, δεν θυμάμαι το ολόγυμνος, και για το κρύο του μηνός δεν είμαι σίγουρος. Όμως την κραυγή με το ερωτηματικό, αυτό το θυμάμαι χωρίς αμφιβολία. Αφού για πολύ καιρό, όταν ήθελα να ρωτήσω κάτι, νομίζω ότι ούρλιαζα σαν κι αυτόν, τότε».

Όχι ότι είχε και πολύ μεγάλη σημασία πού πέθανε. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν άνθρωποι που εξαγοράζουν με κάθε τρόπο τη μνήμη των άλλων, ενώ άλλοι, δίχως καμμιά προσπάθεια, ευεργετούνται από την πλήρη αμνησία τους.

Ε! αυτός ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Εύκολα όλοι θα τον ξεχνούσαν. Ακόμη και ο τύπος που δανείστηκε για λίγο στα πνευμόνια του το ερωτηματικό τής κραυγής του. Δανεικά και αγύριστα. Πόσο μάλλον που ο πιστωτής την έκανε για την αιωνιότητα.

Όταν τον βρήκαν, απλά είπαν: «Ώστε πέθανε».

Κάποιος τον γύρισε ανάποδα, να κοιτάει τουλάχιστον λίγο ουρανό. Μετά τσακώθηκαν· αυτός πού ήθελε να του χαρίσει μια απατηλή στιγμή, δήθεν σαν να μην είχε πεθάνει, και ένας νεαρός που εμφανίστηκε από το πουθενά και ήθελε να του κλείσει τα μάτια.

— Γιατί, ρε, τι σε πειράζει; είπε ο πρώτος. Τί φοβάσαι; Τους ζωντανούς να φοβάσαι.

Ὁ νεαρός άρπαξε το ένα γάντι που προεξείχε από την τσέπη του πεθαμένου και άρχισε να τρέχει. Το άλλο δεν τόλμησε να το πειράξει. Πάνω στο χέρι του ήταν. Έχει και όριο η ανάγκη.

Κάποιοι πλησίασαν. Κάποιοι που μπορεί να μην ήταν δικοί τους. Ένας άρπαξε το χαρτόκουτο, άλλος τη μουλιασμένη κουβέρτα. Εξαφανίστηκαν όλοι στα ενδεχόμενα της πόλης.

ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΛΑ

*

*

*

 

 

Ο μαύρος λαγός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

«Ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.»
Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Δυο καφενεία υπήρχαν στο χωριό, των ψαράδων και των κυνηγών. Των ψαράδων το είχε ο Αρτέμης Καραμπίνης και των κυνηγών ο Νικόλας Ψαράς. Όποιος δεν γνώριζε, νόμιζε το σκηνικό για φάρσα. Είναι δυνατόν να λέγεται Αρτέμης Καραμπίνης ο καφετζής των ψαράδων; Άρτεμις η θεά του κυνηγίου και καραμπίνα το όπλο για το κυνήγι. Κι από την άλλη, να λέγεται Νικόλας Ψαράς ο καφετζής των κυνηγών; Αϊ-Νικόλας ο προστάτης των θαλασσινών και το ψάρι πάντα ψάρι, καμία σχέση με τους κυνηγούς.

Κι όμως, συμβαίνουν κάποτε κι αυτά. Και μάλιστα εντελώς τυχαία. Όσο τυχαία συμβαίνουν πολλά πράγματα στην ζωή, που εκ πρώτης όψεως φαίνονται προμελετημένα.

Ένα βράδυ, στο καφενείο του Ψαρά, έγινε συμβούλιο απ’ την κυνηγοπαρέα. Ετοίμαζαν αξέχαστη φάρσα στο νέο τους μέλος, τον Κώστα τον Καραούλη, πως τάχα μου είδαν τον μαύρο λαγό στα Άσπρα Λιθάρια. Ο θρύλος ήταν παμπάλαιος όσο και το ψέμα. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα –που κοκκίνιζαν τα κάστανα στα κάρβουνα και το ούζο θόλωνε στα ποτήρια– διηγιόνταν οι γεροντότεροι το παραμύθι τους, πως ντουφεκίστηκε ένας μαύρος λαγός απ’ τον Σπύρο Πάνο, πριν τον μεγάλο πόλεμο. Όποτε εμφανίζονταν το ζουλάπι, ερχόντανε κατόπι του και το κακό. Κολοκύθια με την ρίγανη δηλαδής.

Σε λίγο φάνηκε ο Καραούλης και τον φωνάξανε στην παρέα να τον κεράσουν. Εκεί του έσκασαν το μαντάτο για τον μαύρο λαγό. Τους κοίταξε καχύποπτα στην αρχή, μα βλέποντας απλωμένο στα πρόσωπά τους το δέος, άρχισε να «ψήνεται» κι εκείνος, μέχρι που κατακάηκε ολόκληρος. Σηκώθηκε, καληνύχτισε βιαστικά και τον κατάπιε η νύχτα. Αχάραγα θα κίναγε για τ’ Άσπρα Λιθάρια.

Μέρες βολόδερνε στις ερημιές χωρίς το ποθούμενο συναπάντημα. Η κάψα του μαύρου λαγού έβραζε το μυαλό του. Μόλις πήγαινε να σβήσει, κάποιος βρισκόντανε να την ξαναφουντώσει, πως ο μαύρος λαγός εθεάθη στο λιοστάσι του Ντόμερου, στο έμπα του παλιόρογγου της Βαγγελίστρας, πάνω απ’ του Φρειδερίκου τις αγραπιδιές, κάτω απ’ το κοντρί της Κουκουβάγιας. Έλειωσαν οι σόλες απ’ τις αρβύλες του, έβαλε άλλες. Ψώριασε το σκυλί του, αγόρασε νέο, μα ο λαγός άφαντος.

Τον πήραν πρέφα κι απ’ το καφενείο των ψαράδων και τον δούλευαν αναλόγως: πως είδαν τον λαγό στην Ψιλή Άμμο, λες και πήγαινε προς νερού του, πως τον κόζαραν στον Μικρό Γιαλό, στην Κορακόπετρα, στο Σουβλισμένο Χέλι, στου Διαόλου το Πάτημα. Μέχρι και στο Φαρμακονήσι –έναν ξερόβραχο καταμεσής του πελάγου, που πάνω του δεν φυτρώνει ούτε ραδίκι– τον είδαν, είπαν οι ψαράδες.

Μα και τα παιδιά του χωριού δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί. Πιάνονταν απ’ τα χέρια σε κύκλο και τραγούδαγαν εν χορώ το γνωστό ποιηματάκι, που έμαθαν στο σχολείο, σαν αντάμωναν τον Καραούλη: (περισσότερα…)

Το αγκίστρι

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

~.~

Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνει, ούτε θα ’ναι κι η τελευταία, κι ας λέει κάθε φορά που δεν έρχεται απάντηση ότι αυτό ήταν, δεν ξαναστέλνει· λίγο κρατάει αυτό το γινάτι, εξάλλου έχει καταφέρει να μην του δίνει πρόσωπο κι έτσι σβήνει γρήγορα. Το σκέφτεται μετά και καταλήγει πως δεν έχει να χάσει τίποτε. Τούτο το παζάρι το ξεκίνησε και το συνεχίζει σαν ένα χόμπι, για να ξεσκάσει, ναι, παρά σαν μια μεθοδική απασχόληση που αποφέρει και κάποιο κέρδος. Οπότε γιατί όχι; Είναι κι ερεθιστικό να φαντάζεται και να προσμένει. Ποιο βιβλίο να βάλει αυτή τη φορά; Να ένα από τα αρνητικά: ξεμένει από βιβλία-δολώματα. Πρέπει να είναι άσημα, άγνωστα, φτηνές εκδόσεις, ή πρώτα ονόματα αλλά παλιωμένα, όμως μ’ αξιοπρέπεια, που να δηλώνουν την αριστοκρατική της φινέτσα, και ν’ αφήνουν άμεσα το υπονοούμενο, να το σερβίρουν στο πιάτο, το κύριο πιάτο. Όμως τελειώνουν, το βλέπει, τελειώνουν γρήγορα. Έχει γίνει πιο φειδωλή, πιο εγκρατής, στέλνει πιο σπάνια, τα κριτήρια έχουν γίνει πιο αυστηρά. Αλλά και πάλι, ως τώρα τίποτε. Όμως, τούτος ’δώ, κάτι της λέει ότι είναι ο κατάλληλος, ότι θ’ ανταποκριθεί· οι επιλογές του της αρέσουν: ποίηση, δυο σπάνιες εκδόσεις, ένας τόμος με σονέτα και μια συλλογή ποιημάτων από πέρα απ’ το παραπέτασμα, και τα γράμματα του Καζαντζάκη στη Γαλάτεια, σπάνια έκδοση του Δίφρου· μεσήλικας, πενηντάρης σίγουρα, μορφωμένος, με καλό γούστο, συνεπώς πειθαρχημένος, περιποιημένος, στοχαστής, δεν έγραψε τίποτε στο μήνυμα (δεν χρειαζόταν), συνεσταλμένος… Ιδανικός! Αισθάνεται το ρίγος σ’ όλο το κορμί της. Αλλά θα είναι διαθέσιμος; (περισσότερα…)

Περί της προελεύσεως του μπακλαβά

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Στον Σωτήρη Δημητρίου,
που μου έδειξε τον τρόπο

Από ό,τι φαίνεται, διαφιλονικούμενο έδαφος στις διμερείς μας σχέσεις δεν υπήρξε μόνο η ποίηση, αλλά και η ζαχαροπλαστική.

Όλα ξεκίνησαν, όταν η Νταίζη έπεσε πάνω σ’ ένα άρθρο επιστημονικής, κατά τα άλλα, κρίσης περιοδικού Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού, όπου Τουρκάλα ακαδημαϊκός εγείρει την προβληματική της περί της υβριδοποίησης των εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη στην κατ’ αυτήν «αυθαίρετη εθνικοποίηση» του μπακλαβά σε ευρωπαϊκά fora, όπως το Café d’ Εurope, από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ουσιοκρατία του είδους, σε ένα ευκρινώς αποδομητικό πλαίσιο, μου θυμίζει, πρωτίστως, τον διάλογο που επαναλαμβάνεται σε διαφορετικούς χωροχρόνους, όταν ιθαγενείς των τριών κρατιδίων χρειαστεί να αλλάξουν, περιστασιακά, χώρα:

— Πιάσε έναν ελληνικό.

E;

— Έναν κυπριακό φέρε μου.

Tι;

— Έναν τούρκικο!

— Α…

Η αλήθεια είναι πως σε αρχεία του Τοπ Καπί απαντούν συνταγές για τον μπακλαβά, ο οποίος διαδόθηκε, μαζί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε πολλές από τις κατακτηθείσες περιοχές.

Στην τουρκική γλώσσα, μαθαίνω, ο μπακλαβάς έχει δοξαστεί από τη λαϊκή μούσα, περνώντας αβίαστα σε παροιμίες και ιδιωματικές εκφράσεις. Πολλά δε ποιήματα φέρονται να έχουν εμπνευστεί θεματικά από αυτόν.

Ράγισε απόψε η καρδιά
με το μπακλα-α-βαδάκι (περισσότερα…)

Γράμματα στην Αννούλα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το στρατόπεδο 286 Τ.Π. στην Λήμνο είναι μια σφηκοφωλιά χτισμένη σε τρία επίπεδα, στα πόδια ενός φαλακρού λόφου, σφηνωμένου σαν προϊστορικό κρανίο στην μέση του πουθενά – ένα σύνολο από κτήρια και σκάλες και βουβές σκοπιές, καρφωμένες στο χώμα σαν κακοφτιαγμένα εικονίσματα. Όλα είναι απλά και πρόχειρα, λες και τα ’στησε για παιχνίδι ένα παιδί κι όπου να ’ναι θα τα χαλάσει. Οι τοίχοι έχουν το χρώμα της ξεβαμμένης άμμου, και η γκρίζα τσιμεντένια του όψη μοιάζει μέσα στο ξερό τοπίο σαν χταπόδι κρεμασμένο στην ταβέρνα του ήλιου, που πέφτει πάνω του δίχως έλεος και το τσουρουφλίζει. Λίγα διάσπαρτα αγκάθια –λιλιπούτειες ξιφολόγχες του άνυδρου– και μυτερά χαλίκια σαν σπασμένα δόντια. Ο αέρας επελαύνει ορμητικός απ’ το πέλαγος, τρυπώνει στα ρουθούνια, κολλάει στον ιδρώτα και τρίβεται πάνω στο δέρμα των φαντάρων σαν αόρατο γυαλόχαρτο. Αφιλόξενο τοπίο, που σε κάνει να νιώθεις πως το μέρος δεν είναι φτιαγμένο για να ζεις, αλλά για ν’ αντέχεις.

Η θάλασσα στραφταλίζει από μακριά σαν ανάμνηση ενός άλλου κόσμου. Τότε το στρατόπεδο μοιάζει με καράβι που σέρνει αλυσίδες στην στεριά: τα κτήρια γίνονται κατάρτια, οι δρόμοι γραμμές στο κατάστρωμα, κι ο χρόνος πετρώνει, σαν να τον έλουσαν με τσιμέντο και τον άφησαν να στεγνώσει.

Στα δρομάκια, ανάμεσα απ’ τα κτήρια, οι στρατιώτες περπατούν γρήγορα, λες και πηγαίνουν να παραλάβουν το απολυτήριο. Οι φωνές τους είναι κοφτές κι οι συζητήσεις σύντομες. Μερικές φορές ακούγεται η σφυρίχτρα κάποιου λοχία ή το βήμα ενός περιπόλου κι η αναγνώριση ενός σκοπού. Το βράδυ, όταν ανάβουν τα φώτα, οι σκιές μεγαλώνουν, το στρατόπεδο γίνεται απόκοσμο, κι η σιωπή έχει το βάρος της χαμένης ελευθερίας.

Κι όμως, μικρές γωνιές ζωής τρυφερεύουν την αυστηρότητα του τοπίου: ένα παγκάκι όπου κάποιοι καπνίζουν, ένας τοίχος που φιλοξενεί ένα όνομα γραμμένο με κιμωλία, το ΚΨΜ που μοσχοβολάει καφέ και σουβλάκι, κι ένα γέλιο που ακούγεται ξαφνικά, σαν να δραπέτευσε από μια φωτογραφία του έξω κόσμου που κοιμάται στο πορτοφόλι ενός φαντάρου. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα παραγγέλματα και στις σκοπιές και στις λίγες ώρες της ανάπαυλας, γεννιούνται φιλίες, μικρές εξεγέρσεις και ανείπωτα μυστικά.

Στην Λήμνο ο αέρας κόβει σαν λεπίδι, (περισσότερα…)

Τρία μικρά διηγήματα για την απελπισία

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΟΥΡΝΑΡΗ

~.~

Ο άντρας με το καπέλο

Ξανάρθε σήμερα Κυριακή λίγο πριν από τις δέκα, όπως κάθε Κυριακή τούτο τον μήνα.
Κατεβήκαμε για λίγο στο γραφείο μου και φαινόταν πολύ κουρασμένος. Μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια. Αϋπνία. Ξέρω πως παίρνει τρεις συγκοινωνίες για να έρθει από το νοσοκομείο ως εδώ και μένει μόνο ένα τέταρτο. Δεν τολμώ να τον ρωτήσω τι σκέφτεται. Δεν μου λέει τίποτα για την γυναίκα του, πώς πάει, τι λένε οι γιατροί, πώς είναι τα παιδιά. Τίποτα. Μόνο πηγαίνει στο παράθυρο τραβάει την κουρτίνα και νά, ο άνθρωπος με το καπέλο βγαίνει έξω από τη πόρτα του απέναντι σπιτιού. Δεν το φοράει το καπέλο, το κρατάει με το δεξί του χέρι. Η γυναίκα βγαίνει ως την πόρτα και του φτιάχνει την γραβάτα, φοράει την ρόμπα της ακόμα, από το πρωινό ξύπνημα, δεν έχει αλλάξει, ούτε ξέρω αν θα αλλάξει καν ή αν μένει με την ρόμπα μέχρι το βράδυ. Ο άντρας είναι ηλικιωμένος με άσπρα μαλλιά, αν αυτό σημαίνει κάτι, αλλά τι να σημαίνει; Πρόκειται για ένα συνηθισμένο κυριακάτικο πρωινό με ήλιο. Ο άντρας θα πάει στο καφενείο, θα πει δυο κουβέντες με τους φίλους και θα γυρίσει. Στην μέση της σκάλας σταματάει, βάζει το καπέλο, το στεριώνει με τα δυο του χέρια και κατεβαίνοντας κλείνει την αυλόπορτα κι εξαφανίζεται στον δρόμο με αργά βήματα.

Αυτό βλέπει ο φίλος μου κάθε Κυριακή, την ίδια επαναλαμβανόμενη σκηνή. Και πάντα (περισσότερα…)

Το τσουρέκι

*

Κάθε πρωί, ακολουθώ την ίδια διαδρομή από το σπίτι στο γραφείο. Απόσταση τριακοσίων μέτρων περίπου. Μικρή απόσταση που κρύβει όμως κινδύνους, αν λάβεις υπ’ όψιν σου τα ζιγκ ζαγκ στα στενά που καθημερινά επινοώ για να αποφύγω ανεπιθύμητες συναντήσεις.

Δεν τα καταφέρνω πάντα. Συχνά τρακάρω σε κάποιον γνωστό, πρόθυμο για μια συζήτηση περί κρίσης… Αναγκαστικά, φοράω το χαμόγελό μου και υφίσταμαι τον μονόλογο του συνομιλητή μου…. Για λίγο όμως. Σύντομα βάζω σε εφαρμογή το σχέδιο εξόδου από τη κρίση που έχω περιέλθει… Προφασίζομαι ραντεβού με πελάτη, αποσκοπώντας στην τυπική ευγένεια του συνομιλητή. Η στρατηγική συνήθως πιάνει τόπο. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά μιας συζήτησης που με επέλεξε, κουβαλώντας, ωστόσο, μια μικρή ενοχή για το ψέμα μου.

Καμιά τριανταριά μέτρα από το γραφείο, καλημερίζω τον περιπτερά, αγοράζω εφημερίδα και προχωρώ, όταν πια το βλέμμα μου πέφτει στον άστεγο… Ενοχλούμαι και αμέσως, αλλάζω πορεία, περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Σήμερα, η ίδια διαδρομή έκρυβε εκπλήξεις. Βγαίνω από το σπίτι, αγκαλιά με ένα τσουρέκι. Απρόσμενο δώρο ενός φίλου που με επισκέφθηκε την προηγουμένη. Αποφασίζω να μην «γλυκαθώ» για να κρατήσω σιλουέτα…

Φτάνω στο περίπτερο, αγοράζω εφημερίδα και κατευθύνομαι προς τον άστεγο. Είναι τυλιγμένος με μια βρώμικη κουβέρτα και χαρτόνια. Βλέπω την πλάτη του. Δεν με βλέπει. Γρήγορα και όσο το δυνατόν πιο διακριτικά, αφήνω το τσουρέκι δίπλα του. Επιταχύνω για να μην με αντιληφθεί, καθώς ντρέπομαι κάπως για την πράξη μου. (περισσότερα…)

Παραλλαγές θανάτου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~ 

«Δεν υπάρχει σοφία (ούτε έλεος) χωρίς μακάβριες ψυχώσεις.»
ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ

1

Εξήντα δύο χρόνια έζησε. Πέρασε τη μισή ζωή του μέσα στο ξυλουργείο, με τα ροκανίδια, τη σκόνη και τα χημικά. Εκεί μέσα αρρώστησε. Από τη διάγνωση μέχρι την τελευταία εισαγωγή στο νοσοκομείο, όλα έγιναν με συνοπτικές διαδικασίες. Οξεία μυελογενής λευχαιμία – καλπάζουσα μορφή, οκτώ μήνες άντεξε. Οι θεραπείες δεν απέδωσαν.

Η κηδεία έγινε κάποιο απόγευμα. Το φως είχε αρχίσει να λιγοστεύει όταν ο Ανδρέας στάθηκε δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι έκλαιγαν απαρηγόρητοι. Ο ίδιος ένοιωθε στεγνός μετά από μήνες αγωνίας και δακρύων. Τα λόγια του ιερέα έφταναν στ’ αφτιά του αδιάφορα, χωρίς νόημα, σαν προσευχή χωρίς αποδέκτη. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην τρύπα. Σε λίγο οι νεκροθάφτες θα άρχιζαν να φτυαρίζουν το χώμα και να καλύπτουν το φέρετρο και τον πατέρα του για πάντα. Τόση ζωή, τόση δράση, τόση δουλειά, τόσες υλικές κατακτήσεις και στο τέλος… Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό ήταν όλο: αφανισμός και ξερίζωμα από κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου. Μετάνιωσε πικρά για όλες τις αναβολές, για όλες τις αθετημένες υποσχέσεις, για όλες τις παρεξηγήσεις, για όλα τα ανεκπλήρωτα «αύριο» που είχε πει στον πατέρα του.

Καθώς οι συγγενείς έφευγαν, απόμεινε να κοιτάζει τα γειτονικά μνήματα. Διάβασε ονόματα και ημερομηνίες. Γέροι, νέοι και παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Πίσω ακριβώς από τον τάφο του πατέρα του μια εικόνα ακινητοποίησε το βλέμμα του. Η φωτογραφία και το όνομα ήταν γνώριμα, ένας παλιός συμμαθητής του από το λύκειο που είχε πεθάνει στον ύπνο του, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Τον είχε ξεχάσει. Είχε ξεχάσει ότι είχε ζήσει και ότι είχε πεθάνει. Ένοιωσε ένα ξαφνικό φτερούγισμα στην καρδιά. Τον αναστάτωσε βαθιά η μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης – πρώτη φορά το διαπίστωνε τόσο καθαρά και χωρίς καμιά διάθεση να εξαπατήσει τον εαυτό του. Ο θάνατος του φάνηκε αδυσώπητος, απάνθρωπος. Έβαζε οριστική τελεία στα πάντα. Μπορεί κάτι να υπήρχε μετά, αλλά το σώμα αφανιζόταν αμετάκλητα. Το πρόσωπο χανόταν για πάντα στη λήθη. Αν κάτι μπορούσε να κάνει ήταν να ζήσει, να ζήσει, να ζήσει. Αλλά όχι με τον ανόητο τρόπο που είχε ζήσει μέχρι τότε. (περισσότερα…)

Στα νύχια του αιμοδιψούς Εϊ-ά-ι

*

Ι

Τσιγάρο, καμπαρντίνα, μισόκλειστα βλέφαρα. Νουάρ καταστάσεις, παρότι μέρα μεσημέρι. Μου είχαν πει για το φοβερό και τρομερό τέρας που σκορπούσε πανικό στους φιλήσυχους κατοίκους των γειτονιών μας. Την πρώτη ηλικιωμένη –πάντα ηλικιωμένη!– την είχα βρει κουλουριασμένη σε μια γωνιά και μόνο παραμιλούσε, επαναλαμβάνοντας πρωτόγονα: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Η δεύτερη περίπτωση ήταν μία ευκατάστατη νεαρή κυρία, η οποία υπό κανονικές συνθήκες θα προσπαθούσε να με χαστουκίσει κι εγώ θα την απαντούσα ακινητοποιώντας τη: «Βρε, βρε, η γατούλα έχει πολύ μακριά νύχια!» αλλά τώρα δεν γινόταν. Είχε χώσει το όμορφο προσωπάκι της μέσα στις παλάμες με τα πάλλευκα δάχτυλα, μα η πλάτη της έμοιαζε με παρένθεση, παρά με ραχοκοκαλιά λεοπάρδαλης. Την ανασήκωσα απαλά και τα χαμένα μάτια της μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Χμ, αρχή πανδημίας;

«Μην το πεις παραέξω, Μαρλίδη, αλλά αρχίζει να διασπείρεται διαολεμένος πανικός».

«Μείνε ήσυχος, αρχηγέ. Δεν μιλάω μέχρι να δούμε τι διάολο γίνεται».

«Χρειάζεσαι κάποιον ειδικό μήπως; Αν βέβαια ξέρεις τι διάολο ψάχνουμε…».

«Νομίζω πως ξέρω πού πρέπει να απευθυνθώ, διάολε!» (περισσότερα…)

Ο Εσταυρωμένος

*

Στο άλλοτε εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, πλάι στην παλιά εργατική κατοικία που της είχε κληροδοτήσει ο οικοδόμος σύζυγος, ξεφύτρωσε μια μεζονέτα. Ήρθε και κόλλησε στον ανατολικό τοίχο του σπιτιού της και της έκλεψε τον ήλιο. Από την ημέρα που ξεκίνησαν οι εργασίες, μέχρι που κατοικήθηκε και ως σήμερα, ησυχία δεν είχε βρει. Αρχικά οι εργάτες, με τις αγριοφωνάρες, τα σκεπάρνια, τις μπετονιέρες και τα ανεβατόρια τους, χάλαγαν την ηρεμία της κυρά Μαρίκας. Αργότερα οι ένοικοι. Ο ιδιοκτήτης της μεζονέτας, μετανάστης από τη δεκαετία του ’60 στη Γερμανία, δεκάρα δεν έδινε, όσο κι αν του γκρίνιαζε η Μαρίκα στο τηλέφωνο. Συχνά πυκνά τον καλούσε να παραπονεθεί για τη φασαρία από τα καμώματα του ενοικιαστή του, που έπλητταν την ψυχική της γαλήνη. Αλλά εκείνου του έφτανε να μπαίνουν τα νοίκια στην τράπεζα.

Στο ισόγειο της διώροφης κατοικίας είχε αφήσει μια μονόχωρη γκαρσονιέρα για φοιτητές, και όλη την υπόλοιπη την νοίκιαζε σε ένα νεαρό ζευγάρι. Το δωμάτιο ήταν όλο κι όλο τριάντα τετραγωνικά και το έδινε επιπλωμένο. Εκεί μέσα ήταν στριμωγμένα: ένα κρεβάτι, το ψυγείο, το πλυντήριο, το πετρογκάζ και η σόμπα. Σε μια γωνιά είχε φτιάξει με γυψοσανίδα έναν χώρο, κυριολεκτικά δύο μέτρα επί δύο – κι αυτό ήταν το μπάνιο, όπου χωρούσαν μετά βίας ο νιπτήρας και η λεκάνη με το καζανάκι.

Μία ωραία πρωία, αντί για φοιτητής, αριβάρισε ο αιωνόβιος μπάρμπα Γεστάς. Ο «Εσταυρωμένος», όπως τον βάφτισε η Μαρίκα. Είχε τόσο καιρό να μιλήσει για την ηλικία του, (περισσότερα…)

Εφήμερη σχέση

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Η ιστορία της σχέσης μου με τη Χρυσάνθη θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα αλλά μπορεί το ίδιο άνετα να χωρέσει και σε λίγες σελίδες. Εξάλλου, ακόμα και αν ήθελα να την κάνω μυθιστόρημα, το αποτέλεσμα θα ήταν τουλάχιστον βαρετό: δεν διαθέτω τις αρετές για να γράψω εκατοντάδες σελίδες χωρίς να χάσω την ουσία της υπόθεσης και χωρίς να παρασυρθώ σε ακατάσχετη λογοδιάρροια.

Με εξαίρεση κάποιες λεπτομέρειες που ίσως είναι μοναδικές, γενικά η σχέση μου με τη Χρυσάνθη ήταν μια τυπική, συνηθισμένη ιστορία, όμοια με εκατομμύρια άλλες: μια περίπτωση γάμου δυο ανθρώπων που, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό τους και τους όρκους ισόβιας αγάπης, δεν μπορούσαν τελικά να συνυπάρξουν και να ανθίσουν ο ένας δίπλα στον άλλον καθώς έψαχναν τελείως διαφορετικά πράγματα.

Η Χρυσάνθη ήταν μια ελκυστική γυναίκα, ποθητή, με εύρωστο σώμα, ιδανικές καμπύλες, κοντά καστανά μαλλιά, προσωπάκι μάλλον μικρό σε σχέση με το σώμα της, χαριτωμένο σαν ξωτικό, βγαλμένο από τα παραμύθια που διάβαζε. Ακτινοβολούσε θηλυκότητα, ζωντάνια, καλή διάθεση και αγάπη για τη ζωή. Aυτά αγάπησα πάνω της  από την πρώτη μας συνάντηση. Γνωριστήκαμε στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Ήμουν τριάντα έξι, εκείνη τριάντα δύο. Το διάβασμα και η αγάπη για τα βιβλία ήταν ένας πρόσθετος λόγος που με είχε κάνει να ελπίζω σε μια σχέση βαθιά και με διάρκεια. Της άρεσαν τα παραμύθια και τα ιστορικά μυθιστορήματα. Μια φορά το μήνα πήγαινε σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσει ή να παραγγείλει βιβλία. Παρότι θεωρούσε «σκληρές» ή «ενοχλητικές» τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις, ξεφύλλιζε συχνά τα βιβλία που διάβαζα και δεν ήταν λίγες οι φορές που έμπαινε στον πειρασμό και διάβαζε αποσπάσματα.

Η μόνη καλή περίοδος ήταν οι μήνες πριν τον γάμο. Μάλλον η λέξη «καλή» δεν είναι αρκετή για να περιγράψει εκείνο το διάστημα. Η σχέση μας ήταν ιδανική σωματικά και πνευματικά. Κάναμε έρωτα σαν τρελοί, χωρίς αναστολές, χωρίς προκαταλήψεις, δοκιμάζοντας πηγές ηδονής που ακόμα και τώρα μου προκαλούν εξίσου νοσταλγία και ντροπή. (περισσότερα…)

Υπέρ νοσούντων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται.

ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ AΠΟΣΤΟΛΟΥ, Προς Κορινθίους Β΄, ιβ΄ 9

Τι θα γίνει αν κοιμηθείς και ονειρευτείς
πως πήγες στον παράδεισο κι εκεί
έκοψες ένα παράξενο και πανέμορφο λουλούδι
και τι θα γίνει αν όταν ξυπνήσεις
κρατάς το λουλούδι αυτό στο χέρι σου;

SAMUEL TAYLOR COLERIDGE

Βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο. Την γάζωνε ο καρκίνος. Δεν έμεινε πλέον τίποτα, ούτε σάρκα, ούτε μαλλιά, ούτε κουράγιο. Απόψε ήταν η τελευταία της νύχτα. Το ήξερε. Μύριζε τον θάνατο στο δωμάτιο. Ένιωθε την γεύση του στο στόμα της. Τα φώτα στον θάλαμο χαμηλωμένα. Είχαν φύγει όλοι. «Πρέπει ν’ αναπαυθείς», της είπαν, λες και δεν θ’ αναπαύονταν σε λίγο για πάντα. Τα παιδιά της δεν τα είδε τις τελευταίες μέρες. Φοβήθηκαν να της τα πάνε μήπως τρομάξουν, αν αντικρίσουν κάτι κόκαλα σταυρωμένα αντί για την μάνα τους. Λείψανο κατάντησε. Η ανάσα της λιγοστή, όπως η φλόγα στο καντήλι που τρεμοσβήνει πριν σβήσει, ενώ το λάδι έχει πλέον σωθεί. Σώθηκε το λάδι της. Μα πόσο μπόρεσε να κάψει; Είκοσι επτά μόνον χρονών, τι πρόλαβε να ζήσει;

Παντρεύτηκε μικρή, λες και το ’ξερε. Έγινε μάνα. Ευτυχώς για κείνη. Δυστυχώς για τα παιδιά της: θα ορφανέψουνε νωρίς. Άντρα τής διάλεξε ο πατέρας της. Δεν είπε «όχι». Έναν άντρα θα ’παιρνε, ας ήταν αυτός. Προκαθορισμένη ζωή: μαγκανοπήγαδο. Εκείνος στην δουλειά, εκείνη στο σπίτι. Κάθε δεύτερο Σάββατο σε καμιά ταβέρνα. Την Κυριακή στην εκκλησία. Ο άντρας της ήταν θρήσκος. Της έβαλε μια εικονίτσα των Αγίων Αναργύρων κάτω από το μαξιλάρι φεύγοντας. Εκείνη στράβωσε τα μούτρα της, δεν πίστευε και πολύ: «Άμα πεθάνεις, βράστα! Όσο ζεις, κοίτα να χαρείς». Πολύ που χάρηκε… Μήπως τον έρωτα; Πφ! Σανίδες μέτραγε στο ταβάνι. Μήπως ταξίδια; Τώρα θα τα κάνει μαζεμένα, ένα και μακρινό. Τι χάρηκε; Πάντα την πλήγωνε αυτή η λέξη, ακόμα και στην προφορά της: «Χαρά!» Εκείνο το «Χ», στην αρχή, σαν διαγραφή της φαίνονταν. Σαν διασταυρωμένα ξίφη. Σαν ήχος λάμας που της έσκιζε το λαρύγγι.

Βήχας συγκλόνισε το στέρνο της. Ένας κόμπος αίματος ανέβηκε στο στόμα και τον έφτυσε στο σεντόνι. Ο λεκές απλώθηκε στο ύφασμα σαν ανθισμένο τριαντάφυλλο στο χιόνι. Ο αέρας λιγόστευε, λες και κάποιος τον έκοβε με μαχαίρι. Πήρε κοφτές ανάσες και πετάρισε τα βλέφαρα. Δεν έβλεπε καλά. Σαν να κοίταζε πίσω από θολωμένα τζάμια. Μόνον σκιές ξεχώριζε. Σκιές ακαθόριστες. Μία την πλησίασε κι έπιασε τον σφυγμό της. Θα ’ταν ο γιατρός, ήταν η ώρα του.

«Δεν μπορώ ν’ ανασάνω, γιατρέ!» ψιθύρισε με κόπο. (περισσότερα…)