μηχανές

Η παράλογη αποτελεσματικότητα των αλγορίθμων

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Επειδή το «πνεύμα της εποχής» θέλει να μας πείσει ότι οι μηχανές κάνουν και, πάνω απ’ όλα, θα κάνουν καλύτερα από τους ανθρώπους τα δύσκολα πράγματα της ζωής, επιφυλάσσοντας για όλους μας έναν ήσυχο χώρο στο απέραντο πάρκο της ευδαιμονίας (αφήνοντας ένα μεγάλο ερώτημα για το ποιος πληρώνει γι’ αυτό), είναι πραγματικά χρήσιμο να αφιερώσουμε λίγο χρόνο στην ανάγνωση ενός άρθρου[1] που κυκλοφόρησε πρόσφατα στο NBER με έναν ενδιαφέροντα τίτλο: «Η παράλογη αποτελεσματικότητα των αλγορίθμων».

Το να μιλάμε για «παράλογη αποτελεσματικότητα»[2] που αναφέρεται στον αυτόματο υπολογισμό αποτελεί ισχυρή πρόσκληση προκειμένου κάποιος να διαβάσει τη μελέτη. Εκεί υπάρχει μια άλλη ενδιαφέρουσα ερώτηση η οποία από μόνη της αξίζει να οδηγήσει στο διάβασμα της εργασίας. Αυτή είναι η εξής: «Μήπως είμαστε θηράματα, όπως θα έλεγε ο Κέυνς, των αλγοριθμικών πνευμάτων»;

Η αναφορά αφορά προφανώς στα «ζωικά πνεύματα» (animal spirits) που εισήγαγε ο Άγγλος οικονομολόγος στη Γενική Θεωρία[3] του για να προσπαθήσει να εξηγήσει την ιδιοσυγκρασία που κυριαρχούσε στους «κυνηγούς ευκαιριών» προκειμένου να προχωρήσουν εν μέσω αβεβαιότητας στην ενεργοποίηση επενδύσεων. Ζωικά πνεύματα χθες, μηχανικά πνεύματα σήμερα!!!

Εξαιρετική ερώτηση, λοιπόν, από τους συγγραφείς. Όσο για τα «μηχανικά πνεύματα» δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι διαθέσιμα και μάλιστα σε ποσότητα. Ζήτω λοιπόν οι αλγόριθμοι. Δώστε μας περισσότερους.

Για να κατανοήσουμε αυτήν την εκστασιασμένη θεώρηση, χρειάζεται να κάνουμε μια προσπάθεια να γίνουμε λίγο περισσότερο τεχνικοί· αλλά μην φοβάστε, αρκεί ένα σύντομο παράδειγμα, αυτό της χρήσης αλγορίθμων στην επεξεργασία ορισμένων προβλημάτων, όπως αυτό της αποτελεσματικής ταξινόμησης στην επιλογή ορισμένων μαθημάτων στα αμερικανικά κολέγια. (περισσότερα…)

Günther Anders, Η απαρχαίωση των μηχανών

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΒΙΖΟΣ

Γεννημένος το 1902 στο Μπρέσλαου της τότε Γερμανικής Αυτοκρατορίας (στη σημερινή Πολωνία), ο Günther Anders ανήκε σε εκείνη την εύρωστη, κυρίως γερμανόφωνη, εβραϊκή διασπορά από τα σπλάχνα της οποίας βγήκε κάποτε μια ολόκληρη σειρά σπουδαίων στοχαστών. Αλλά και η ζωή του ακολούθησε μια μοίρα κοινή με αυτή πολλών Εβραίων διανοουμένων της Ευρώπης. Κατά τα προπολεμικά χρόνια, υπήρξε αρχικά μαθητής του Χούσσερλ, υπό την επίβλεψη του οποίου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή, και κατόπιν του Χάιντεγγερ. Λόγω της αντισημιτικής υστερίας και του πολέμου, κατέφυγε αρχικά στη Γαλλία και τελικά στις Η.Π.Α. Μετά το τέλος του πολέμου, επέστρεψε στην Ευρώπη· όχι στη Γερμανία (όπου «δεν ήθελε να ξαναπατήσει το πόδι του»), αλλά στην Αυστρία, όπου πέρα από το φιλοσοφικό του έργο, ενεπλάκη και ως ακτιβιστής στα κινήματα κατά της πυρηνικής ενέργειας.

Ο Άντερς αποτελεί περίπτωση ενός μάλλον παραγνωρισμένου στοχαστή του οποίου τα έργα ακόμα δεν έχουν τύχει κάποιας συστηματικής μετάφρασης, ούτε καν στα αγγλικά  – αν και κυκλοφορεί μια «ανεπίσημη» μετάφραση του βασικού του έργου στα αγγλικά, αλλά από δεύτερο χέρι, μάλλον από τα ισπανικά. Δύο είναι οι φιλοσοφικές παραδόσεις από τις οποίες κυρίως αντλεί: από τη μία είναι η φαινομενολογία των δασκάλων του, Χούσσερλ και Χάιντεγγερ· από την άλλη ένας κριτικός μαρξισμός, του είδους εκείνου που ανέπτυξε η σχολή της Φρανκφούρτης. Ωστόσο, σε προσωπικό επίπεδο, οι σχέσεις του με εκπροσώπους και των δύο αυτών παραδόσεων δεν υπήρξαν πάντοτε ανέφελες. Ειδικά στην περίπτωση του Heidegger, ο Άντερς δεν φάνηκε ποτέ αρκετά «μεγάθυμος» απέναντί του ώστε να του συγχωρέσει την εμπλοκή του με τη ναζιστική μηχανή. Όσον αφορά στη σχολή της Φρανκφούρτης, οι συγγένειες δεν ήταν μόνο θεωρητικές. Ο Anders ήταν ξάδερφος εκείνου του «περιφερειακού» μέλους της σχολής, του Βάλτερ Μπένγιαμιν· αλλά είχε επαφές και με τα υπόλοιπα μέλη κατά τη διαμονή όλων στις Η.Π.Α. Παρ’ όλα αυτά, δεν δίστασε να φανεί επικριτικός κατά του Αντόρνο για αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως απροθυμία του τελευταίου για μια πιο άμεση εμπλοκή στα πολιτικά τεκταινόμενα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Κι ο Αντόρνο με τη σειρά του, στα προπολεμικά χρόνια, είχε απορρίψει τη διατριβή επί υφηγεσία (Habilitationsschrift στα γερμανικά) που είχε υποβάλει ο Άντερς – μια απόρριψη που, για τα δεδομένα του γερμανικού πανεπιστημίου, μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες, εφόσον αυτή η διατριβή αποτελούσε σχεδόν προαπαιτούμενο για μια ακαδημαϊκή καριέρα. Κατά ειρωνικό τρόπο, παρόμοιες περιπέτειες είχε και ο ξάδερφός του, ο Μπένγιαμιν, με τη δική του διατριβή, κάτι που του στοίχισε μια μόνιμη βιοποριστική αγωνία.

Εν πάση περιπτώσει, το βασικό του, δίτομο έργο Die Antiquiertheit des Menschen (Η απαρχαίωση του ανθρώπου), από το οποίο εδώ μεταφράζουμε ένα δοκίμιο, μπορεί να περιγραφεί συμπυκνωμένα ως εξής: μια προέκταση κι επεξεργασία των παρατηρήσεων του Μαρξ γύρω από την τεχνολογία, ιδωμένων μέσα από το πρίσμα των αναλύσεων του κριτικού μαρξισμού περί «ορθολογικότητας» (όπως αυτών στη Διαλεκτική του διαφωτισμού των Αντόρνο και Χορκχάιμερ και στην Έκλειψη του Λόγου του Χορκχάιμερ) και χρωματισμένων με τις υπαρξιστικές διαστάσεις μιας χαϊντεγγεριανής φιλοσοφίας. Όπως ο ίδιος το έθετε, φιλοδοξία του ήταν να αναπτύξει μια «φιλοσοφική ανθρωπολογία στην εποχή της τεχνοκρατίας». Η χρονολογία συγγραφής ορισμένων δοκιμίων αυτού του έργου ανάγεται ήδη στις δεκαετίες του 1950 και 1960· γεγονός που καθιστά τον Άντερς έναν από τους πρωτοπόρους στην προσπάθεια συστηματικής διερεύνησης των «επιπτώσεων της τεχνολογίας» (με την εξαίρεση της ιδιαίτερης περίπτωσης του Λούις Μάμφορντ, οι προηγούμενες τέτοιες απόπειρες, όπως του Χάιντεγγερ, ήταν πιο αποσπασματικές, ενώ κάποιες άλλες, όπως αυτές της σχολής της Φρανκφούρτης ή και του Κώστα Παπαϊωάννου, κινούνταν περισσότερο στη γραμμή μιας κριτικής του θετικισμού ως ιδεολογίας – κοσμοαντίληψης κι όχι τόσο ως εφαρμοσμένης τεχνικής). Αυτές οι χρονολογίες δεν είναι τυχαίες βέβαια. Ήταν ακριβώς η συνειδητοποίηση των καταστροφικών δυνατοτήτων των ατομικών όπλων που «ανάγκασε» ορισμένους διανοούμενους (κι όχι μόνο) να σκεφτούν εξ αρχής κι από μηδενική βάση τις σχέσεις των ανθρωπίνων κοινωνιών – και ειδικότερα των πιο «προηγμένων» – με τα τεχνολογικά επιτεύγματά τους. Κι ο Άντερς ήταν μία από τις πρώτες τέτοιες περιπτώσεις διανοουμένων (μια άλλη ήταν και ο Ζάκ Ελλύλ με το έργο του Η τεχνολογική κοινωνία, του 1964).

(περισσότερα…)