Γενιά του ’30

«Δε θέλω εγώ να μ’ αποκαλούνε ποιητή»: Ένας πρώιμος Βενέζης σε μια σύγχρονη έκδοση

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Ηλίας Βενέζης, Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα [1920-1922],
Εισαγωγή Α. Καστρινάκη, Μελέτη-Επιμέλεια Κ. Καλαϊτζάκης,
Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2025

Δεν υπάρχει, ενδεχομένως, μεγαλύτερος σκόπελος στη μελέτη της λογοτεχνίας από το να επιχειρηθεί η ανατροπή ή η διεύρυνση των παγιωμένων ορίων και της προκατασκευασμένης επικράτειας εντός της οποίας οφείλει ντε φάκτο να κινείται κάποιος κλασικός δημιουργός που βρίσκεται στο επίκεντρο του «κανόνα». Αδυνατούμε να δεχτούμε εύκολα εκδοχές του έργου του Παλαμά χωρίς την πατριδολατρεία, του Καραγάτση δίχως τον σεξουαλισμό, του Ρίτσου άνευ της αριστερής στράτευσης, μιας και τέτοιες θεάσεις σπάνε τα βολικά για την έρευνα «καλούπια» εντός των οποίων έχουμε τοποθετήσει τους συγγραφείς του παρελθόντος χωρίς να επιδέχονται εύκολα αλλαγών, πέραν κάποιων επιφανειακών προσθηκών εντός της ίδιας και σταθερής δομής σκέψης και αφήγησης.

Μια τέτοια αντίστοιχη περίπτωση αποτελεί και το πεζογραφικό έργο του Ηλία Βενέζη, το οποίο έχει συνδεθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου με τους απόηχους της Μικρασιατικής Καταστροφής, με τα πάθη των αιχμαλώτων στα τάγματα εργασίας, με το δράμα της προσφυγιάς και με τη συνακόλουθη προσπάθεια για την εκκίνηση μιας νέας ζωής στον ελλαδικό χώρο, ενώ, παράλληλα, κυριαρχούν εντός του εφ όρου ζωής οι αναμνήσεις μιας χαμένης για πάντα πατρίδας στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Αδυνατούμε, λοιπόν, σήμερα ακόμα και να διανοηθούμε πως υπάρχει εκεί έξω μια πλευρά του νεανικού Βενέζη που αγωνίζεται να ανακαλύψει τη φωνή του στην πεζογραφία και την… ποίηση πειραματιζόμενος με τον αισθητισμό, διαλεγόμενος με τα καινοτόμα ρεύματα των αρχών του 20ού αιώνα και πριμοδοτώντας στη γραφή του τη ρευστότητα και την υποβολή αίσθησης έναντι της γραμμικής εξιστόρησης και πλοκής. Αδυνατούμε, μάλιστα, να κατανοήσουμε πως, αν δεν είχε λάβει χώρα η Καταστροφή και η οδυνηρή του εμπειρία, όλα τα στοιχεία του πρώιμου έργου του οδηγούν μαθηματικά στο συμπέρασμα ότι η γραφή του θα εξελισσόταν σε εντελώς διαφορετικούς άξονες και ο λογοτέχνης Βενέζης σήμερα θα ήταν ταυτισμένος με εξ ολοκλήρου άλλα χαρακτηριστικά, ελάχιστα συμβατά με την εικόνα μας για εκείνον.

Αυτή την ως τώρα ανέκδοτη εκδοχή του πρώιμου Βενέζη φέρνει στο φως η τολμηρή και καλοστημένη αισθητικά σειρά «Αναψηλαφήσεις» των Εκδόσεων Σοκόλη σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης και (εν προκειμένω) η ενδελεχής έρευνα του νέου επιστήμονα Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη, ο οποίος κατορθώνει να τοποθετήσει με απόλυτη ακρίβεια το έργο του Μικρασιάτη Λογοτέχνη στα δεδομένα της εποχής του. Ο Καλαϊτζάκης περιγράφει με σαφήνεια και αρκετές παράπλευρες πληροφορίες τη (λησμονημένη σήμερα) φιλολογική κίνηση της Μικράς Ασίας και των παραλίων τα χρόνια πριν την τραγική λήξη της εκεί ελληνικής εμπλοκής και αναλύει την επιρροή αισθητιστικών, νιτσεϊκών και πρωτοπόρων θεωριών σε νέους Λογοτέχνες της περιοχής που επιχειρούν τόσο να ορθώσουν αυτόνομα τη φωνή της δικής τους γενιάς όσο και να προβάλουν το στοιχείο της εντοπιότητας στην παραγωγή πνευματικού λόγου, δίχως να διαμεσολαβούνται από την ισχυρή μαγνητική δύναμη του «κέντρου» των Αθηνών. (περισσότερα…)

Ο ίσκιος του Παλαμά στο περιοδικό Νέα Γράμματα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Για τη Γενιά του Τριάντα και τον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανό της, ο Κωστής Παλαμάς είναι γνωστό ότι συνιστά ένα από τα πιο υψηλά πρότυπα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Γνωστές οι μελέτες του Αντρέα Καραντώνη και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, παροιμιώδης η αφοσίωση του Γιώργου Κατσίμπαλη, του πιστότερου και αποτελεσματικότερου υποστηρικτή του παλαμικού έργου και της παλαμικής πρωτοκαθεδρίας: δική του η πρωτοβουλία της σειράς Για να γνωρίσουμε τον Παλαμά, που άρχισε το 1929, δική του πρωτοβουλία και η ίδρυση το 1960 του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά και η πρώτη έκδοση των Απάντων του. Κι αν ο Κατσίμπαλης δεν κατάφερε, παρότι αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις, να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ ο Παλαμάς, το πρώτο ελληνικό Νόμπελ θα το κατακτούσε ένας ποιητής βγαλμένος από τα σπλάχνα της γενιάς αυτής και των Νέων Γραμμάτων, μαθητής (έστω απείθαρχος) του Παλαμά: ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής που με το ίδιο πάθος υποστήριξαν, ως ρηξικέλευθη συνέχεια της παλαμικής παράδοσης, με σύγχρονους όρους φυσικά, οι στυλοβάτες των Νέων Γραμμάτων, ο Κατσίμπαλης και ο Καραντώνης, διευθυντής του περιοδικού, που νεότατος έγραψε τα δύο πρώτα του βιβλία για τον Παλαμά και τον Σεφέρη [Εισαγωγή στο παλαμικό έργο, 1929 και Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, 1931].

Τα Νέα Γράμματα (είναι χαρακτηριστικό) ξεκινούν τον Ιανουάριο του 1935 με ένα μικρό δοκίμιο του Κωστή Παλαμά υπό τον τίτλο Απόκριση σε κάποια ρωτήματα, καθώς είναι γραμμένο με βάση ερωτήσεις που του είχαν τεθεί από τον Μπόγνταν Ράντιτσα, Κροάτη φιλέλληνα διανοούμενο, διευθυντή του γραφείου τύπου της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα (και μεταφραστή στα κροατικά των Παπαδιαμάντη, Βάρναλη και Ουράνη), για θέματα σχετικά με την ελληνική αλλά και τη διεθνή λογοτεχνία. Το μικρό αυτό δοκίμιο (βλ. Άπαντα Παλαμά, ΙΔ΄, σ. 348-363) αρχίζει με μια αναδρομή στην ποιητική του και στον αποφασιστικό ρόλο που είχε για την κατίσχυση της δημοτικής. Το εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: καλύπτει 15 από τις 48 σελίδες του τεύχους! Οι αναφορές του Παλαμά στους σύγχρονους συγγραφείς ξεκινούν με τους μυθιστοριογράφους της γενιάς του Τριάντα: Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Τερζάκης, Πετσάλης, Βενέζης. Αμέσως μετά το κείμενο του Παλαμά ακολουθούν ποιήματα του Γ. Σεφέρη από τη νέα του συλλογή, τη Στέρνα. Ο Σεφέρης θα έχει την πιο ισχυρή παρουσία στις σελίδες του περιοδικού, την πιο περίοπτη θέση· οι δημοσιεύσεις του συγκρίνονται σε συχνότητα μόνο με αυτές του Καραντώνη που είναι ο διευθυντής και ο βασικός κριτικός του περιοδικού. (περισσότερα…)