αμερικανικός ιμπεριαλισμός

Ο Τραμπ σαν εγγαστρίμυθος του Νετανιάχου

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

1.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να κηρύξει πόλεμο κατά του Ιράν παρότι δεν είχαν εξαντληθεί οι διπλωματικές επιλογές του. Επιπλέον, ούτε μια ομαλή αλλαγή καθεστώτος φαίνεται σήμερα στόχος ρεαλιστικός ώστε να διευκολύνεται από την κήρυξη του πολέμου, ούτε η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ είναι σε θέση να εξουδετερώσει την «επικείμενη απειλή» για την ασφάλειά τους (την οποία ο Τραμπ επικαλέστηκε προκαλώντας γέλωτες). Τίποτε απ’ όλα αυτά.

Ο Τραμπ ξεκίνησε έναν ακόμη πόλεμο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή –ανατρέποντας μια κεντρική προεκλογική υπόσχεση προς τη βάση του MAGA– για να προωθήσει τα δικά του προσωπικά και πολιτικά συμφέροντα. Οι Ιρανοί και πρωταρχικά οι λαοί σε όλη την περιοχή θα πληρώσουν υψηλό τίμημα, αλλά και οι υπόλοιποι λαοί των χωρών του πλανήτη θα καταβάλλουν το μερίδιο τους πρωτίστως ως οικονομικό κόστος και όχι μόνο. Σαφέστατο κόστος ενδέχεται να έχουν και οι ίδιοι οι Αμερικανοί εάν η ανομία του Τραμπ στο εξωτερικό προωθήσει τις αυταρχικές του φιλοδοξίες και στο εσωτερικό (άλλωστε τις έχει αρχίσει).

Διατυπώνεται η άποψη, με βάση τη μελέτη της ιστορίας, ότι για τις ΗΠΑ ο πόλεμος είναι ένας ακαταμάχητος πειρασμός. Μια νεύρωση, δεδομένου ότι ακόμα και όταν όλα φαίνονται να κινούνται στο πλαίσιο της νηφαλιότητας, η παρόρμηση για επανάληψη των πολεμικών πράξεων ενεργοποιείται.

Παρότι συμφωνώ με την παραπάνω άποψη θεωρώ ότι η συνεχής ροπή των ΗΠΑ προς τον πόλεμο είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το DNA της respublica americana, δηλαδή στο ίδιο το Σύνταγμα των ΗΠΑ, όπου ενυπάρχει η έννοια της επεκτατικής Αυτοκρατορίας και των Ανοιχτών Συνόρων (Δες M. Hardt- A. Negri, Αυτοκρατορία, Scripta 2002, kεφ. 2.5). Είναι δηλαδή μια εμμένουσα τάση, ένα εμμένον χαρακτηριστικό του τρόπου θέσμισης της αμερικανικής πολιτείας. Είναι αδύνατον οι ΗΠΑ να απαρνηθούν τις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις είτε απειλώντας, είτε εκφοβίζοντας, είτε ανατρέποντας καθεστώτα (ειρήσθω εν παρόδω, η ανατροπή του δημοκρατικού Μωχάμεντ Μοσαντέκ με πραξικόπημα που διοργάνωσαν οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειιο το 1953 ήταν η αρχή όλων των περιπετειών του Ιράν μέχρι και σήμερα), είτε εξαπολύοντας πολέμους –οι περισσότεροι των οποίων άφησαν πίσω τους συντρίμμια και καταστροφή– είτε ακόμα όταν σπανίως εμφανίζονται ως καλοπροαίρετος ηγεμόνας. Στα αυτιά του πλανήτη αντηχεί επαναλαμβανόμενο το εκπορευόμενο από τις σημερινές πολιτικές αρχηγεσίες των ΗΠΑ σύνθημα: είμαστε οι πιο δυνατοί, κανείς δεν μπορεί να μας νικήσει! (Ξεχνούν βέβαια τις συντριπτικές ήττες τους στο Βιετνάμ, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία…).

Η επίθεση στο Ιράν, σε συνεργασία με το Ισραήλ, είναι ένας προληπτικός[1] πόλεμος εναντίον μιας χώρας τόσο αδύναμης και με οξυμένα εσωτερικά προβλήματα που την παραμονή της επίθεσης είχε συμφωνήσει στην πραγματικότητα να αποκηρύξει τα πυρηνικά όπλα, όπως αποκάλυψε ο Υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, μεσολαβητής μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου θέλουν να αποτρέψουν την ειρήνη. Ο Τραμπ ακολουθεί την ιδιοτελή πολεμοχαρή προπαγάνδα του Νετανιάχου και ασπάζεται την άποψή του: πόλεμος για χάρη του πολέμου. Χωρίς στρατηγική. Ή μάλλον: η στρατηγική είναι πόλεμος. Μάλιστα πόλεμος που υπαγορεύεται από ιδιωτικά συμφέροντα κυρίως του Νετανιάχου. Σήμερα, οι ΗΠΑ ενεργούν ως πελάτης του Ισραήλ, το οποίο με τη σειρά του έχει εμπλακεί σε έναν ατελείωτο πόλεμο εναντίον του εαυτού του από τις 7 Οκτωβρίου. Η πρώην παγκόσμια υπερδύναμη χειραγωγείται από μια περιφερειακή δύναμη που έχει παραφρονήσει.

Ο Τραμπ λειτουργεί σαν να είναι ο εγγαστρίμυθος του Νετανιάχου. Αναπαράγει είτε ό ίδιος είτε οι άνθρωποί του αυτό που σκέφτεται ο Νετανιάχου αλλά που ο ίδιος δεν μπορεί (ή δεν θέλει) να εκφράσει. Παράδειγμα: ο Αμερικανός πρέσβης στην Ιερουσαλήμ, Μάικ Χάκαμπυ, δήλωσε πρόσφατα ότι το Ισραήλ πρέπει, με θεϊκή άδεια, να επεκταθεί σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, από τον Νείλο μέχρι τον Ευφράτη!! (Lucio Caracciolo, «Tre scenari per capire cosa succede ora tra Usa e Iran», Limes, 01.03.2026)

2.

Και τώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να εξαπολύσει έναν ακόμη πόλεμο κατά του Ιράν, πώς θα μπορούσε να τελειώσει αυτή η νέα σύγκρουση; Βρισκόμαστε μόλις μια εβδομάδα από την έναρξη μιας επίθεσης που θα μπορούσε να διαρκέσει εβδομάδες, αν όχι μήνες, όπως υπαινίχθηκε ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος. Ωστόσο, δεν έχει ακόμη εξηγήσει με σαφήνεια τους πραγματικούς λόγους για τα πλήγματα κατά της Τεχεράνης, παρά μόνο με αντιφατικές δηλώσεις, και μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να επιδείξει ένα σχέδιο ή έναν μεταβατικό οδικό χάρτη για τη χώρα. Η αβεβαιότητα αυτή δίνει τροφή σε ποικίλα σενάρια:

Εισβολή από ξηράς. Ο Τραμπ δεν την έχει αποκλείσει και η αλλαγή καθεστώτος δεν έχει συμβεί ποτέ μόνο μέσω βομβαρδισμών. Πόσο μάλλον σε μια χώρα τόσο περίπλοκη και απέραντη όσο το Ιράν. Τις τελευταίες ώρες, πολλά μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν τις ίδιες φήμες προερχόμενες από την ίδια πηγή: οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ φέρεται να προσπαθούν να υποκινήσουν μια ένοπλη εξέγερση στο εσωτερικό του Ιράν με Κούρδους μαχητές (ιστορικούς συμμάχους των ΗΠΑ), οι οποίοι φέρεται να έλαβαν σημαντικές ποσότητες όπλων τους τελευταίους μήνες μετά την πρώτη επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ το 2025.

Εμφύλιος πόλεμος και χάος. Το Ιράν έχει σιιτική πλειοψηφία και παρόλο που σουνιτικές μαχητικές ομάδες έχουν πραγματοποιήσει επιθέσεις, δεν έχουν επαρκή υποστήριξη για να διαλύσουν τη χώρα. Στον βορρά και τη δύση, υπάρχει ένας σημαντικός κουρδικός πληθυσμός. Υπάρχουν επίσης εθνοτικές αραβικές περιοχές σε μεγάλο βαθμό σιιτικές αλλά εν μέρει κζι σουνιτικές, καθώς και σιιτικός αζερικός πληθυσμός. Σε κάθε περίπτωση, τα αυτονομιστικά κινήματα από ιρανικές μειονότητες θα κατέκλυζαν τα σύνορα που έμειναν εκτεθειμένα από τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ σε συνοριακούς σταθμούς. Οι Αζέροι αποτελούν τη μεγαλύτερη μειονότητα της χώρας, αλλά η δεύτερη μεγαλύτερη –οι Κούρδοι, μεταξύ 5% και 10% του πληθυσμού– ήταν ιστορικά η πιο οργανωμένη και μαχητική. Υπάρχουν επίσης αρκετές μικρές αυτονομιστικές ομάδες Βαλούχων, με μακρά ιστορία μάχης κατά του καθεστώτος στη νοτιοανατολική επαρχία Σιστάν και Βαλουχιστάν, με ορισμένα χαρακτηριστικά σουνιτικού τζιχαντισμού. Αυτό το ακραίπ σενάριο δεν θεωρείται γενικά το πιο πιθανό, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση αδύνατο.

Αλλαγή καθεστώτος και μετάβαση. Αυτό είναι ένα σενάριο που επιδιώκουν οι Αμερικανοί, οι οποίοι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο λαϊκό αίσθημα. Αλλά σύμφωνα με τους αναλυτές, φαίνεται το λιγότερο πιθανό. Η ιστορία δείχνει ότι όταν οι δικτατορίες καταρρέουν, τείνουν να αντικαθίστανται από ένα νέο αυταρχικό καθεστώς. Όταν οι μεταβάσεις επέρχονται μέσω βίας, οι πιθανότητες ενός δημοκρατικού αποτελέσματος είναι ακόμη χαμηλότερες. Και όταν το μέσο της μετάβασης είναι βόμβες που πέφτουν από τον ουρανό, η πιθανότητα είναι ελάχιστη. Επιπλέον, είναι εξαιρετικά απίθανο και για τους Πασνταράν να καταθέσουν τα όπλα τους μπροστά σε έναν εχθρικό πληθυσμό ή μια επερχόμενη μοναρχική κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι τα μέλη τους που κυριάρχησανσαν στη χώρα για τόσο καιρό θα πρέπει να παραδοθούν.

Επιβίωση του καθεστώτος. Υπάρχει όμως ένα άλλο πιθανό σενάριο. Το καθεστώς δεν καταρρέει, ο πόλεμος επεκτείνεται υπέρμετρα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε συμφωνία με το Ισραήλ, κηρύσσουν την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος, των πυραυλικών βάσεων, μεγάλου μέρους της στρατιωτικής ιεραρχίας και της κληρικής ηγεσίας, κραδαίνοντας πρωτίστως το τριχωτό της κεφαλής του Χαμενεΐ ως τρόπαιο, και δηλώνουν ότι «η αποστολή εξετελέσθη» νικηφόρα.

///

[1] Το «προληπτικό» του πολέμου εδώ προϋποθέτει μια άμεση απειλή, έναν αντίπαλο έτοιμο και πρόθυμο να επιτεθεί, άρα «η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία». Κάτι τέτοιο φαίνεται κατ’ αρχάς ως μια κρίση αξιολογική, αλλά μπορεί να χρησιμεύσει και ως πρόφαση για επίθεση. Τα κίνητρα της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ, επομένως, πρέπει να αναζητηθούν αλλού. Ας ξεκινήσουμε με τους λόγους πίσω από την επιλογή μιας κοινής επίθεσης ΗΠΑ-Ισραήλ. Η αμερικανική υποστήριξη είναι αναμφίβολα απαραίτητη και σίγουρα με υψηλό ίδιον συμφεροντολογικό ενδιαφέρον, την ανατροπή του καθεστώτος των Αγιατολάχ, όχι τόσο για ανθρωπιστικούς λόγους, οι οποίοι είναι πλέον παρωχημένοι, αλλά μάλλον για μπει στη θέση του ένα καθεστώς πρόθυμο να κάνει ευρείες παραχωρήσεις στην εξόρυξη αργού πετρελαίου ή να το πουλήσει σε ευνοϊκές τιμές στις ΗΠΑ. Πάνω απ’ όλα όμως, για να απομακρυνθεί από την εμβέλεια της Ουράνιας Αυτοκρατορίας. Ο ρόλος του Ισραήλ, δεδομένης της γεωγραφικής του θέσης, των πόρων που μπορεί να αναπτύξει –χάρη ακριβώς στην Ουάσιγκτον– και του ισχυρού κινήτρου του να εξαλείψει, ίσως μια για πάντα, τη «δαμόκλειο σπάθη» που εκπροσωπείται από το σημερινό καθεστώς στην Τεχεράνη, έχει σημαντική στρατηγική σημασία. Αυτό το τελευταίο στηρίζει την ερμηνεία που επιμένει ότι χρειάζεται να εμποδιστεί το Ιράν να συνεχίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα. Όσον αφορά τις στρατιωτικές πτυχές του ζητήματος, το Τελ Αβίβ αντιπροσωπεύει την εγγύηση της επιχειρησιακής συνέχειας, ειδικά όσον αφορά την εφοδιαστική αλυσίδα: ακόμη και όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τον πόλεμο μπορούν εύκολα να καταλάβουν ότι ο ρυθμός κατανάλωσης πόρων στη μάχη και η επαρκής αναπλήρωσή τους εντός των επιχειρησιακών χρονοδιαγραμμάτων είναι η εγγύηση της επιτυχίας ή της αποτυχίας.

*

*

*