αμερικανική ποίηση

Mary Oliver, Γιά ταξίδια σέ ὄμορφους τόπους

*

Ἀκόμη ψάχνω κάθε μέρα τόν Θεό
κι ἀκόμη τόν ἀνακαλύπτω παντοῦ,
στήν σκόνη, στά παρτέρια τῶν λουλουδιῶν.
Σίγουρα στούς ὠκεανούς,
στά νησιά πού πλαγιάζουν πέρα μακριά
ἤπειροι πάγου, χῶρες ἄμμου
καθεμιά μέ τή δική της σύναξη πλασμάτων
καί τόν Θεό, κάτω ἀπό ὁποιοδήποτε ὄνομα.
Πόσο τέλειο νά βρίσκομαι πάνω σέ ἕνα πλοῖο μέ
ἐκατό ἴσως χρόνια ἀκόμη στό χέρι μου.
Ἀλλά εἶναι ἀργά, γιά ὅλους μας,
καί ἀληθεύει πώς τό μόνο ὑπαρκτό πλοῖο
εἶναι τό πλοῖο ὅπου ὅλοι εἴμαστε πάνω
καίγοντας τόν κόσμο καθώς φεύγουμε.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

***

Donald Justice, «Το όνομά μου είναι όλα ή κανένα»

*

Προλόγισμα-Μετάφραση Κώστας Μπέης

Γεννημένος στο Μαϊάμι και έχοντας κάνει τις σπουδές του εκεί (εν μέρει με τον συνθέτη Καρλ Ραγκλς), ο Ντόναλντ Τζάστις  (1925-2005) επέστρεψε στον γενέθλιο τόπο του το 1982 ως καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλώριδας, στο Γκαίινσβιλ. Για πολλά χρόνια δίδαξε στο Εργαστήρι Συγγραφής τής Άιοβας. «Εντρυφώ», λέει ο ομιλητής ενός ποιήματος του Τζάστις, «στις δαψιλές αρνήσεις». Τα εμβληματικά τοπία του είναι γεμάτα με απουσίες – με τα σβησμένα, τα προσωρινά, τα κενωμένα, «ένας τόπος των άλλων και της σιωπής» όπου σπιθίζουν ασταθή ή μισοαπειλητικά σημεία και θαύματα. Κάτω από την ανακλαστική επιφάνειά τους, τα ποιήματά του ανακινούν μνήμες μιας αθωότητας ύπουλα προδομένης. Εάν η ποίηση μπορεί επαρκώς ν’ αποκαλύψει ή ενδεχομένως να λυτρώσει εκείνες τις μνήμες, είναι το ερώτημα που έχει θέσει εξ αρχής, για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Ο μετριοπαθής τόνος του Τζάστις και η σχολαστική τεχνική του κάποτε κρύβουν την τέχνη με την οποία μπορεί ανεπαίσθητα να κάνει το οικείο ξένο. Το πρώτο βιβλίο του Τζάστις κέρδισε το Βραβείο Λαμόντ το 1959. Τα Selected Poems τιμήθηκαν με το Βραβείο Πούλιτζερ το 1980.

~.~

Άντρες στα σαράντα

Άντρες στα σαράντα
Μαθαίνουν να κλείνουν σιγά
Τις πόρτες σε δωμάτια όπου δεν θα
Επανέλθουν.

Καθώς παίρνουν μια ανάσα στο πλατύσκαλο,
Το νιώθουν
Να κινείται κάτω τους τώρα σαν κατάστρωμα πλοίου,
Αν και το κύμα είναι απαλό.

Και βαθιά μες σε καθρέφτες
Ανακαλύπτουν πάλι
Το πρόσωπο του αγοριού που προσπαθεί να δέσει
Του πατέρα τη γραβάτα στα κρυφά (περισσότερα…)

Mark Strand, Ὁ Ἐρχομός τοῦ Φωτός

*

Ἀκόμη καί τόσο ἀργά, συμβαίνει:
ὁ ἐρχομός τῆς ἀγάπης, ὁ ἐρχομός τοῦ φωτός.
Ξυπνᾶς και τά κεριά εἶναι ἀναμένα σάν ἀπό μόνα τους,
ἀστέρια συνάζονται, ὄνειρα ξεχύνονται στά μαξιλάρια σου
στέλνοντας ψηλά θερμά μπουκέτα ἀέρα.
Ἀκόμη και τόσο ἀργά, τά ὀστά τοῦ σώματος λάμπουν
Καί ἡ αὐριανή σκόνη λαμπρή φουντώνει στήν ἀναπνοή.

(The Late Hour, 2002)

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

Louise Glück, Η Εκπαίδευση του Ποιητή

*

Μετάφραση: Μαρία Δαλαμήτρου

~.~

Η θεμελιώδης εμπειρία του συγγραφέα είναι να νιώθει αβοήθητος. Σκοπός εδώ δεν είναι να διακρίνουμε τη γραφή από τη ζωή. Σκοπός είναι να διορθώσουμε τη φαντασίωση πως η δημιουργική εργασία είναι μία διαρκής καταγραφή του θριάμβου της βούλησης, πως ο συγγραφέας είναι κάποιος που έχει την καλοτυχία να μπορεί να κάνει αυτό που επιθυμεί να κάνει: να αποτυπώνει τακτικά και με αυτοπεποίθηση την ύπαρξη του σε μία κόλλα χαρτί. Η γραφή, όμως, δεν είναι μετάγγιση προσωπικότητας. Και οι περισσότεροι συγγραφείς ξοδεύουν αρκετό από τον χρόνο τους σε βασανιστήρια διαφόρων ειδών: θέλουν να γράψουν, δεν μπορούν να γράψουν, θέλουν να γράψουν διαφορετικά, δεν μπορούν να γράψουν διαφορετικά. Στη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής, περνάνε χρόνια στην αναμονή μιας ιδέας. Η μόνη πραγματική άσκηση της θέλησής τους είναι αρνητική: απέναντι σε αυτά που γράφουμε, έχουμε τη δύναμη να προβάλλουμε βέτο.

Είναι μία ζωή που διακρίνεται, νομίζω, από πόθο, που δεν ανακουφίζεται από τον αντίκτυπο των επιτευγμάτων. Στο πεδίο της δουλειάς, είναι σπουδή, είναι παροχή υπηρεσίας. Ή, για να χρησιμοποιήσω τη μεταφορά της γέννας που είναι πάντα επίκαιρη: ο συγγραφέας είναι αυτός που παρευρίσκεται, που υποβοηθά – είναι ο γιατρός, είναι η μαία, όχι η μητέρα.

Χρησιμοποιώ τη λέξη «συγγραφέας» σκόπιμα. Η λέξη «ποιητής» πρέπει να χρησιμοποιείται με επιφύλαξη. Σηματοδοτεί μία φιλοδοξία, όχι μία απασχόληση. Με άλλα λόγια, δεν είναι ουσιαστικό για διαβατήρια.

Είναι πολύ περίεργο να επιθυμείς διακαώς αυτό που δεν μπορεί να επιτευχθεί στη ζωή. Ο άλτης γνωρίζει, αμέσως μετά την εκτέλεση του άλματος, πόσο ψηλά έχει φτάσει. Το κατόρθωμά του μπορεί να υπολογιστεί άμεσα και με ακρίβεια. Αλλά για όσους από εμάς επιθυμούμε διάλογο με τους σπουδαίους αποθανόντες, δεν είναι θέμα αναμονής. Η κρίση την οποία καρτερούμε θα έρθει από τους αγέννητους. Όσο ζούμε, δεν μπορούμε να τη γνωρίσουμε.

Το βάθος της αγνοίας μας αναφορικά με την αξία αυτού που κάνουμε προκαλεί απόγνωση. Πυροδοτεί, επίσης, την ελπίδα. Ταυτόχρονα, η γνώμη των συγχρόνων βιάζεται να παρουσιαστεί ως μία ευφυής εναλλακτική στην άγνοια. Δουλειά μας είναι να μονωθούμε από την κριτική που είναι τελεσίδικη, από ετυμηγορίες και ντιρεκτίβες, αλλά την ίδια στιγμή να διατηρήσουμε σε εγρήγορση τη δεκτικότητά μας στη χρήσιμη κριτική. (περισσότερα…)

Mary Oliver, Λάμπες

*

Στίς ὀκτώ, ὄχι ἀργότερα
Ἀνάβεις τίς λάμπες,

Τή μεγάλη πλάι στό φαρδύ παράθυρο,
Τή μικρή πάνω στό γραφεῖο σου.

Δέν προορίζονται γιά νά βλέπεις περνώντας –
Ἔξω πλανιέται τό λυκόφως πάνω ἀπό τήν ἄμμο,

Τίς χαμηλές βελανιδιές καί τά κούμαρα.
Ἀκόμη καί τά μικρόπουλα δέν ἔχουν καταλαγιάσει

Πέφτοντας γιά ὕπνο, ἀνέγγιχτα (περισσότερα…)

Ποιήματα γιά τήν Ἔλευση

*

Μετάφραση: Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Οἱ Μάγοι

Πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τίς γυμνές
Ἀπαρχές τοῦ χειμώνα, ταξιδεύουν καί πάλι.
Πόσους χειμῶνες τό ἔχουμε δεῖ νά συμβαίνει,
Παρακολουθήσαμε τό ἴδιο σημάδι νά προχωρεῖ καθώς περνοῦν
Πόλεις φυτρώνουν γύρω ἀπό αὐτή τή ρότα τό χρυσάφι τους
Χαραγμένο στήν ἔρημο, κι ὡστόσο
Φύλαξαν τήν εἰρήνη μας, αὐτοί
Ὄντας οἱ Σοφοί, ἔρχονται νά δοῦν τήν καθορισμένη ὥρα
Πώς τίποτα δέν ἄλλαξε: στέγες, ὁ στάβλος
Λαμποκοπώντας στό σκοτάδι, ὅλα ὅσα εὔχονται νά δοῦν.

LOUISE GLÜCK (1943-2023)

~.~ (περισσότερα…)

Ἡ μυρωδιά τῆς βροχῆς

*

Ἡ φρέσκια μυρωδιά τῆς βροχῆς
Τόσο γλυκειά, τόσο πυκνή,
Νιώθω στό πρόσωπό μου τή βροχή,
Καί τήν ἐπιδερμίδα μέ τόν ἄνεμο,
Δροσίζουν οἱ χοντρές σταγόνες,
Καί ρίγη φέρνουνε στήν ράχη μου,
Κλείνω τά μάτια καί στά σύννεφα σηκώνω τό κεφάλι μου,
Νέα καί τόσο ἀνήσυχα, τόσο ζωή γεμάτα,
Γαλήνια τόσο καί συγκεντρωμένα, καθώς ὁ ἄνεμος μιλᾶ σέ μένα,
Γιά τή ζωή διηγήσεις, καί τή θλίψη, γιά τήν ἀγάπη καί γιά τή χαρά,
Γιά πράγματα πολλά, ἐκπληκτικά μαζί καί λυπηρά,
Γιά τόσες ἀπαντήσεις, μακάρι νά τίς εἶχα πιό παλιά,
Γιά τήν ἀπελπισία, καί τήν ἀβεβαιότητα.
Φεύγει ὁ ἄνεμος μακριά,
Ὅμως ἀκόμη ἀκούω τή φωνή του,
Μέ τῆς βροχῆς τήν φρέσκια μυρωδιά,
Τόσο πυκνή, τόσο γλυκειά,
Τόν κόσμο μου ἀφήνει πάλι
Κάποιου ἄλλου νά σταθεῖ παρηγοριά.

K. N. SHELDON
Durham, North Carolina, U.S.A.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

Στόν Κώστα Κουτσουρέλη καί ὅλους τούς μετέχοντες στό Πρῶτο Συμπόσιο τῶν Ἡμερῶν Παπαδιαμάντη (τῆς Μαριλίκας συμπεριλαμβανομένης !) γιά νά θυμόμαστε τίς πρωϊνές Σκιαθίτικες Βροχές. – Η μεταφράστρια.

*

*

*

Howard Nemerov (1920-1991), Δέντρα

*

Δέντρα

Γίγαντας νά εἶσαι καί νά σιωπᾶς γι’ αὐτό,
Νά παραμένεις στή θέση σου·
Νά ὑπερασπίζεσαι τή σταθερή παρουσία τῆς διεργασίας
Καί πάντοτε νά μοιάζεις ἴδιο·
Νά εἶσαι ἀκίνητος σάν βράχος καί πάντοτε τρεμουλιάζοντας,
Ἔχοντας τήν σκληρή ἐμφάνιση τοῦ θανάτου
Μαζί μέ τή μαλακιά, ρέουσα φύση τῆς ἀνάπτυξης,
Ὕπαρξη ὄντας παραπλανητικά ὁπλισμένη,
Κάποιου πού Γίνεται παραπλανητικά τρωτός·
Νά εἶσαι τόσο ἄκαμπτος καί νά δέχεσαι τόσο καλά τό φῶς,
Δωρεάν προσφέροντας ἀπαγορευμένη γνώση
Τόσων πολλῶν πραγμάτων γιά τόν ουρανό καί τή γῆ
Γιά τά ὁποῖα διαφορετικά δέ θά εἴχαμε καμιά λέξη –
Ποιήματα ἤ ἄνθρωποι σπανίως εἶναι τόσο ἀξιαγάπητοι
Ἀκόμη κι ὅταν ἔχουν ὑπέροχες ποιότητες
Τείνουν ἀντί νά σοῦ δίνουν παράδειγμα νά διηγοῦνται
Ἐκεῖνα πού οἱ ἴδιοι πιστεύουν πώς εἶναι,
Ἐνῶ ἀπό τήν συγκινητική σιγή τῶν δέντρων,
Σέ θύελλα ἤ γαλήνη, φυλλωμένα ἤ γυμνά
Μέρα ἤ νύχτα, συνάγουμε τά δικά μας συμπεράσματα,
Ὑποστηρικτικά κι ὅπως ἡ ἀναπνοή μας ἀπαρατήρητα
Κι ἐπίσης κινδυνώδη – ἄν καί οὐδέποτε ὑπῆρξε
Δέντρο ἀποφασιστικῆς σημασίας – γιά τή φύση τῶν πραγμάτων. (περισσότερα…)

Η εντυπωσιοθηρία της “κριτικής” και η Έμιλυ Ντίκινσον

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Άβυσσο δεν γίνεται
με αέρα να σφραγίσεις

Στις ομιλίες του στο Χάρβαρντ, μιλώντας για την ποιητική μετάφραση ο Μπόρχες, με τη βαθιά ειρωνική γλώσσα που εμποτίζει τη σκέψη και το έργο του, έλεγε πως έβρισκε όμορφες τις κατά λέξη μεταφράσεις, στις οποίες αναγνώριζε θεολογική την προέλευση από τις μεταφράσεις της θεόπνευστης, αλάθητης Βίβλου, και ταυτόχρονα εξυμνούσε «μια από τις πιο όμορφες και περίφημες αγγλικές μεταφράσεις», τη μετάφραση των Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ από τον Φιτζέραλντ. Ένα δηλαδή ολωσδιόλου και παντελώς άλλο έργο από το πρωτότυπο, ομολογώντας πως «μια μετάφραση δεν κρίνεται ποτέ λεκτικώς». Ο Κώστας Κουτσουρέλης στην πρόσφατη μετάφραση 120 ποιημάτων της Ντίκινσον (Κίχλη, 2023) , διαφωνώντας με τον πασίγνωστο αφορισμό του Φροστ για τη μετάφραση της ποίησης, εξαρχής δηλώνει πως

όπως έλεγε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, «ποίηση είναι ό,τι κερδίζεται στη μετάφραση», όχι ό,τι ενδεχομένως έχει χαθεί. Στέκεται το ελληνικό κείμενο μόνο του, ως ποίημα αυτοτελές και αυτόφωτο; Αυτό ενδιαφέρει. Αν όχι, κανένα δεκανίκι δεν θα το σώσει.

Την νέα αυτή μετάφραση της Ντίκινσον από τον Κουτσουρέλη ψέγει και επικρίνει σε σημείωμά της η Τίνα Μανδηλαρά, στη στήλη για το βιβλίο στη LiFO, με τίτλο «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» [sic], μαζί με τη μετάφραση του Αρτύρ Ρεμπώ από τον Βασίλη Πατσογιάννη. Ο σχολιασμός που ακολουθεί αφορά μονάχα το επικριτικό σημείωμά της προς τη μετάφραση της Ντίκινσον, που όπως μαρτυρά κι ο τίτλος του αποτελεί και τον ουσιαστικό στόχο της επίκρισής της. Δεν αποσκοπώ εδώ σε ενδελεχή κριτική αξιολόγηση της μιας ή της άλλης μετάφρασης, επιθυμώ απλά να σχολιάσω και να κρίνω μόνον τα όσα διάβασα. (περισσότερα…)

Louise Glück (1943-2023), Περσεφόνη ἡ Περιπλανώμενη

*

Στήν πρώτη ἐκδοχή, ἁρπάζουν
τήν Περσεφόνη ἀπό τή μητέρα της
καί ἡ θεά τῆς γῆς
τιμωρεῖ τή γῆ – κάτι
συνεπές πρός ὅσα γνωρίζουμε γιά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά,
πώς οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις παίρνουν βαθιά ἱκανοποίηση
προκαλώντας κακό, ἰδιαιτέρως
ἀσυναίσθητο κακό:

θά μπορούσαμε νά τό ἀποκαλέσουμε
ἀρνητική δημιουργία.

Ἡ ἀρχική διαμονή τῆς Περσεφόνης
στήν κόλαση συνεχίζει νά διασύρεται
ἀπό τούς μελετητές πού διαφωνοῦν γιά
τίς αἰσθήσεις τῆς παρθένας:

συνέβαλε στόν βιασμό της,
ἤ σύρθηκε, παρά τή θέλησή της,
ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει τώρα στά μοντέρνα κορίτσια.

Ὅπως εἶναι πασίγνωστο, ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀγαπημένου
δέν ἐπανορθώνει
τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου: ἡ Περσεφόνη (περισσότερα…)

Έζρα Πάουντ, Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965

*

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ, ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΟΙ: ΛΟΝΔΙΝΟ 1920 – ΑΘΗΝΑ 1965

Με αναγνώσεις ποιημάτων από την εμβληματική συλλογή “Hugh Selwyn Mauberley” (1920) αλλά και με μια παραστατική διήγηση που περιελάμβανε πολλές λεπτομέρειες από την αινιγματική επίσκεψή του στην Αθήνα το 1965, το θέατρο Κυδωνία και οι εκδηλώσεις ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023 τίμησαν χθες βράδυ 12/7 την ξεχωριστή περίπτωση του τοτεμικού για τα ευρωπαϊκά γράμματα ποιητή του μεσοπολέμου Έζρα Πάουντ (1885-1972).

Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μεταφραστής της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής (περιοδικό Νέο Πλανόδιον, τεύχος 7), μίλησε για την άκρως ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Πάουντ και την τεράστια επιρροή της στην αγγλόφωνη λογοτεχνία (και όχι μόνον) από την εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τις μέρες μας, για τη σχέση του με τον Τ.Σ. Έλιοτ και την “Έρημη Χώρα”, χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί εκτενώς στην φιλική στάση του προς τις φασιστικές ιδέες και το ολοκληρωτικό καθεστώς Μουσολίνι την δεκαετία του ’30.

Ο Ηλίας Μαλεβίτης, αμέσως μετά, με γλαφυρό λόγο, μας μετέφερε στην δεκαετία του ‘60 ακολουθώντας κατά πόδας τον υπέργηρο και καταπονημένο ποιητή στο περίεργο ταξίδι του στην Αθήνα. Μας μίλησε για τις συναντήσεις του Έζρα Πάουντ με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, για την επίσκεψη στους Δελφούς, και προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο του κινήτρου του ταξιδιού στην Ελλάδα, μέσα από τα λιγοστά στοιχεία που διασώθηκαν, με τον ίδιο τον ποιητή να μην έχει σχεδόν ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, καθώς τις ημέρες εκείνες υπέβαλε τον εαυτό του στη δοκιμασία της αλαλίας για θεραπευτικούς λόγους, κατέληξε στο συμπέρασμα, πως μάλλον το διαυγές νερό της Κασταλίας Πηγής στους Δελφούς και οι ιαματικές ή άλλες ιδιότητές του, (ιδιότητες που ευδοκιμούν τα μάλα στην φαντασία ενός μυστικιστή ποιητή, λάτρη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) ήταν αυτές που οδήγησαν τον κουρασμένο από τα χρόνια προσκυνητή στην χώρα μας. Περισσότερα λέει στη μελέτη του στο θέμα αυτό που δημοσιεύεται επίσης στο Νέο Πλανόδιον που κυκλοφορεί (τχ. 7), και στην ολοκληρωμένη της μορφή προβλέπεται να εκδοθεί αργότερα σε βιβλίο.

Ποιήματα από τη συλλογή Hugh Selwyn Mauberley διάβασε ο καλός ηθοποιός Αιμίλιος Καλογερής και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

*

*

*

«Μουνούχους και καθάρματα βγάζουμε να μας κυβερνούν»

*

Πρόγευση από την αποψινή «Νύχτα του Ιουλίου» και την εκδήλωσή μας για τον Έζρα Παάουντ στο Θέατρο Κυδωνία (Υψηλαντών 12, Χανιά, στις 9.00 μ.μ.). Με αφετηρία τους το πρόσφατο έβδομο τεύχος του ΝΠ το αφιερωμένο στον Αμερικανό ποιητή, απ’ όπου και το απόσπασμα, συζητούν ο Ηλίας Μαλεβίτης και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Κείμενα του Πάουντ ερμηνεύουν ηθοποιοί του θεάτρου.

~ . ~

Καταπώς ο Σαρλώ στην περίφημη ταινία του, ο Έζρα Πάουντ στο Hugh Selwyn Mauberley μυκτηρίζει τους “μοντέρνους καιρούς”. Βρισκόμαστε στα 1920, επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, και το κατηγορητήριο του ποιητή περιλαμβάνει περίπου τα πάντα: το χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής, την αγοραία της κουλτούρα, την πολιτική υποκρισία που οδήγησε την Ευρώπη στην πρωτοφανή αλληλοσφαγή.

Μυριάδες πέσαν, χάθηκαν,
κι άριστοι ανάμεσά τους,
για έναν γεροξεκούτη σκύλο ξεδοντιάρη,
για έναν κουρελή πολιτισμό

Ας ανεμίζει σημαία του την ισονομία και την ψήφο, ας καμαρώνει για την ελευθεροστομία και την ελευθεροτυπία του, αυτός ο πολιτισμός απαξιώνει ό,τι το άξιο και βεβηλώνει ό,τι το ιερό.

Του Φαύνου την σαρκώδη ορμή,
του Αγίου τ’ όραμα; Όχι εμείς!
Όστια τον Τύπο λάβαμε·
την ψήφο αντί περιτομής.

Άπαντες ίσοι, νομικώς,
χωρίς Πεισίστρατο οπωσούν,
μουνούχους και καθάρματα
βγάζουμε να μας κυβερνούν.

Ευτελίζει όχι μόνο την ιδέα της πατρίδας, αλλά την ίδια την έννοια της θυσίας:

κάποιοι έπεσαν, pro patria,
non «dulce» non «et decor»…
πορεύτηκαν στην κόλαση χωσμένοι ώσμε τα μάτια
τα παραμύθια, στην αρχή, χάβοντας των γερόντων,
γύρισαν στην πατρίδα, γύρισαν σ’ ένα ψέμα,
γύρισαν στις απάτες τις πολλές,
γύρισαν στα παμπάλαια ψεύδη, στις νέες ντροπές·
στους προαιώνιους κοιλαράδες τοκογλύφους,
στους παπατζήδες των δημόσιων θώκων.

Ο κόσμος που περιγράφει ο Πάουντ είναι αυτός της πτώσης, ο ξεπεσμός στα μάτια του είναι ασυγκράτητος. Δείκτης του συγκριτικός, η ελληνική αρχαιότητα. Απέναντί της το παρόν μόνο πόζες παρακμιακές έχει να αντιτάξει.

Τέιον ροδόχρουν κλπ., το ένδυμα ασορτί
τη μουσελίνα εκτόπισε της Κω,
πλέον μια πιανόλα “αναπληροί”
τη βάρβιτο που είχε η Σαπφώ.

Αλλά και η κληροδοσία του χριστιανικού Μεσαίωνα συμπαρασύρεται στη φθορά.

Μετά τη Σαμοθράκη φθίνει ώς και
των Χριστιανών η ομορφιά·
το ΚΑΛΛΟΣ το κρεμάσαμε
στην κρεαταγορά.

Στις εμποροκρατούμενες λεωφόρους των σύγχρονων πόλεων, οι τέχνες, ιδίως εκείνη που ύμνησε η ποιήτρια της Λέσβου, δεν έχουν θέση:

έξω από κείνη την πολύβουη αρτηρία
των εσωβράκων οι πωλήσεις
έχουν καιρό πια τώρα υποσκελίσει
τα ρόδα από την Πιερία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

   

*