*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
~.~
Η αφήγηση που ακολουθεί είναι μια ερμηνεία κάποιων γεγονότων της ζωής μου από τα πρώτα χρόνια των μνημονίων, σκόρπια κομμάτια μνήμης, διαβρωμένα από τη λήθη, συμπληρωμένα με τις εμμονές μου και με μικρές δόσεις επινόησης και φαντασίας. Πολλά κεφάλαια της ατομικής μου ιστορίας, ακόμα και πρόσφατα, δυσκολεύομαι να τα θυμηθώ αλλά υπάρχουν συναντήσεις και πρόσωπα που έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη τους μέσα μου. Φαίνεται πως η σημασία τους στη ζωή μου ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορώ να φανταστώ γιατί ακόμα και τώρα επισκέπτονται απρόσκλητα τη μνήμη μου σαν να ζητούν εξηγήσεις για πράγματα που δεν έγιναν όπως έπρεπε ή για παραλείψεις μου που ήταν ασυγχώρητες.
Ήταν δύσκολη και ταραγμένη εκείνη η εποχή. Προσωπικά δεν πίστευα λέξη από το επίσημο κρατικό αφήγημα περί χρεοκοπίας. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Στα μέρη μας έχω την εντύπωση ότι οι συνέπειες ήταν πιο ήπιες σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Υπήρξαν κι εδώ μικρές και μεγάλες τραγωδίες αλλά δεν επηρεάστηκαν όλοι το ίδιο. Πολλοί άντεξαν, κάποιοι καταστράφηκαν, ορισμένοι έφτασαν μέχρι την αυτοκτονία. Ένας γνωστός μου, στη γειτονιά που έμενα, βρέθηκε κρεμασμένος μέσα στο μαγαζί του. Ακούστηκε ότι είχε πέσει κι αυτός θύμα του κουρέματος των ομολόγων το 2012. Είχε τοποθετήσει τις οικονομίες μιας ζωής σε κρατικά ομόλογα. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει πάνω από το 70% των αποταμιεύσεών του. Το μαγαζί του παρέμεινε κλειστό και ξενοίκιαστο για πολλά χρόνια και προστέθηκε σε έναν μεγάλο αριθμό κλειστών μαγαζιών στο κέντρο και στις συνοικίες της πόλης.
Προσωπικά δεν έχασα και πολλά από οικονομικής πλευράς γιατί δεν είχα τίποτα να χάσω. Όμως η ήδη επισφαλής οικονομική μου κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη. Αυτό με τη σειρά του επηρέασε τις κοινωνικές μου σχέσεις αλλά και τις ηθικές αντοχές μου. Είχε προηγηθεί ένας χωρισμός επιπόλαιος, σχεδόν κωμικός, αποτέλεσμα υπερβολών και παρεξηγήσεων. Τα δύσκολα άρχισαν αργότερα. Όλες οι σχέσεις μου κατέρρευσαν σαν ντόμινο. Οι περισσότερες ήταν ρηχές, σχέσεις που γεννήθηκαν σε χώρους δουλειάς και περιορίζονταν σε αραιές συναντήσεις για καφέ και συζητήσεις για χρήμα, δουλειές, ποδόσφαιρο, κινητά και αυτοκίνητα. Λίγες είχαν μια υποψία φιλίας αλλά ούτε κι αυτές άντεξαν. Οι λόγοι; Άλλοι φανεροί, άλλοι ανομολόγητοι. Διαφορές στην οικονομική κατάσταση, διαφορετικές ιδέες, συμφέροντα, προσδοκίες. Η γενικότερη οικονομική ανασφάλεια έπαιξε τον ρόλο της. Ειδικά σε δύσκολες εποχές οι άνθρωποι ψάχνουν σχέσεις που προσφέρουν ασφάλεια, παρέες που θα τους φανούν χρήσιμες σε επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Χωρίς χρήμα, χωρίς προνόμια και χωρίς χρήσιμο κοινωνικό κύκλο δεν ήμουν ελκυστική παρέα. Κάποιοι διέκοψαν την επικοινωνία άμεσα, άλλοι σταδιακά με ελιγμούς, δικαιολογίες, υπεκφυγές και προσχήματα. Δεν επέμεινα. Ο ρόλος του κομπάρσου στις ζωές άλλων δεν μου ταίριαζε.
Ίσως κάποιοι άνθρωποι να ανθίζουν μέσα στη μοναξιά αλλά δεν είμαι ένας από αυτούς. Η ανακούφιση που περίμενα να βρω στη μοναχική ζωή παρέμεινε τελικά μια ελπίδα. Το σενάριο ζωής που είχα σχηματίσει αφηρημένα στο μυαλό μου αποδείχτηκε ανέφικτο όχι μόνο λόγω της οικονομικής μου στενότητας αλλά και λόγω εσωτερικών αδυναμιών τις οποίες είχα υποτιμήσει. Η μοναξιά δεν μου ήταν άγνωστη αλλά στα σαράντα μου πήρε τα χαρακτηριστικά δοκιμασίας. Ήταν μια επώδυνη και αποκαλυπτική εμπειρία, ένα βίωμα που λίγο έλειψε να με ρίξει για τα καλά στην επικράτεια της μνησικακίας και του φθόνου ειδικά όταν αντίκριζα εικόνες οικογενειακής ενότητας και θαλπωρής ή όταν έβλεπα ζευγάρια αγκαλιασμένα, φαινομενικά αγαπημένα και χαρούμενα, εικόνες ανθρώπων που φαίνονταν να διατηρούν τα προνόμια της κοινώς αποδεχτής ζωής, αυτά που είχα χάσει. Ήταν επεισόδια που μου θύμισαν για μια ακόμα φορά το πόσο ευάλωτο είναι το ανθρώπινο ον σωματικά και ηθικά, και το πόσο εύκολο είναι, όταν υποφέρεις, να τυφλωθείς από μια γενικευμένη κακία ή να χάσεις την ικανότητα για κατανόηση και συμπόνια.
Αυτήν ακριβώς τη διάθεση είχα αρχίσει να χάνω εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Ένοιωθα πως κάτι είχε αρχίσει να αλλάζει μέσα μου, ότι δεν είχα πια τη δύναμη να νοιώσω πραγματικά τους άλλους και ειδικά αυτούς που ήταν σε χειρότερη θέση απο μένα. Αυτό που από τα εφηβικά μου χρόνια βρισκόταν στον πυρήνα του τρόπου σκέψης μου σταδιακά είχε αρχίσει να ατονεί και να ξεθωριάζει. Ακόμα και το χαμόγελό μου, κάποτε γενναιόδωρο, έβγαινε πια απρόθυμο, κουρασμένο. Η προσωπική μου κατάσταση ήταν δύσκολη αλλά δεν ήθελα να συνηθίσω να χρησιμοποιώ τα προβλήματα μου ως άλλοθι για να δικαιολογήσω την εξασθένιση των βασικών αρχών μου. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι θα ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία της ζωής μου αν έφτανα στο σημείο να στέκομαι τελείως αδιάφορος μπροστά στον πόνο των άλλων ή ακόμα χειρότερα αν κυριαρχούσε μέσα μου η σκληρότητα και η κακία.
///
Είχαν περάσει κιόλας δέκα χρόνια από την επιστροφή μου στο νησί και οικονομικά βρισκόμουν στην ίδια οριακή κατάσταση όπως και την εποχή που αποφάσισα να κλείσω οριστικά το κεφάλαιο της διαμονής μου στην Αθήνα. Είχα γυρίσει πίσω χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες, κουρασμένος και μετανιωμένος για τις σπουδές στα οικονομικά που ήταν μια βιαστική και ανεξήγητη επιλογή, αταίριαστη με τις βαθύτερες επιθυμίες μου. Όπως και στην εφηβεία μου, άρχισα να δουλεύω σε ξενοδοχεία. Αλλά όλα είχαν αλλάξει, το κλίμα, οι συνθήκες, η ένταση της δουλειάς. Ο μαζικός τουρισμός είχε μετατρέψει τα ξενοδοχεία σε εργοστάσια. Επιπλέον στις μεγάλες μονάδες η διαφθορά ήταν συχνό φαινόμενο. Κλίκες σερβιτόρων, μπάρμεν και προϊσταμένων έστηναν παραμάγαζα, πουλούσαν ποτά και φαγητά χωρίς να κόβουν αποδείξεις και έκλεβαν σημαντικά ποσά από τις εισπράξεις. Δεν ήταν εύκολο να τα βάλεις μαζί τους. Δούλεψα ταμίας σε μεγάλο ξενοδοχείο και βρέθηκα αντιμέτωπος με τσακάλια που τσέπωναν μέχρι και το δέκα τοις εκατό από τις εισπράξεις σε πόστα που έκαναν τζίρο τέσσερα και πέντε χιλιάρικα καθημερινά. Μόλις ανακάλυψα τι γινόταν, δήλωσα παραίτηση. Δεν είχα καμιά όρεξη να παλεύω και να φθείρομαι με τέτοιες μαλακίες. Βρήκα δουλειά σε μια τεχνική εταιρία, στην οικονομική διεύθυνση. Το 2010 επέβαλλαν το πρώτο μνημόνιο. Το 2011 η εταιρία πτώχευσε. Ο τζίρος είχε καταρρεύσει, πολλές εταιρίες του κλάδου έκλεισαν. Με βαριά καρδιά ξαναγύρισα στα ξενοδοχεία. Αλλά δεν ήταν πια εύκολο να τα βγάλεις πέρα με άνεση και αξιοπρέπεια με μια εξάμηνη εποχιακή απασχόληση και με αγοραστική δύναμη που συνεχώς μειωνόταν. Τους υπόλοιπους μήνες κυνηγούσα μεροκάματα. Για ένα διάστημα καθάριζα χωράφια και μάζευα ελιές, γεγονός που μου έδωσε τη δυνατότητα να δραπετεύσω για λίγο από την κλεισούρα της πόλης και να ξανανοιώσω την ευεργετική επίδραση της φύσης που για πολλά χρόνια είχα ξεχάσει ακόμα και την ύπαρξή της.
Όμως δεν μπορούσα να συνεχίσω έτσι επαγγελματικά. Λόγω των συνθηκών ήξερα πως ήταν δύσκολο να βρω σταθερή απασχόληση αλλά αποφάσισα να ψάξω. Άρχισα πάλι να βλέπω αγγελίες και να στέλνω βιογραφικά. Ένα χειμωνιάτικο βραδάκι ετοιμάστηκα να πάω σε μια συνάντηση για δουλειά – ζητούσαν υπεύθυνο βάρδιας σε μεγάλο σούπερ μάρκετ και πίστευα ότι το πτυχίο και η εμπειρία μου θα ήταν αρκετά για τη θέση. Είχα στείλει το βιογραφικό μου ηλεκτρονικά και τελικά μου τηλεφώνησαν να πάω να τα πούμε από κοντά. Τα γραφεία ήταν διακόσια μέτρα από το σπίτι, στη γειτονική λεωφόρο.
Βγήκα μόλις είχε αρχίσει να βραδιάζει. Μετά από δυο μέρες βροχής η υγρασία έπεφτε σαν βαριά παλάμη πάνω στην πόλη. Ήμουν αγχωμένος. Περπατούσα πολύ προσεχτικά για να αποφύγω τις σπασμένες πλάκες των πεζοδρομίων και να μη λερώσω τα ταλαιπωρημένα παπούτσια μου στις λακκούβες με τα λασπόνερα. Προετοίμαζα στο μυαλό μου τη συνέντευξη, τον διάλογο και τις απαντήσεις. Ήθελα να είμαι ήρεμος, να φαίνομαι άνετος, να μη δείχνω πόσο πολύ ανάγκη είχα τη δουλειά. Προσπάθησα να χαλαρώσω. Πήρα βαθιές ανάσες. Υπό άλλες συνθήκες ένα τέτοιο απόβραδο θα με έκανε ευτυχισμένο. Τα φώτα του δρόμου μόλις είχαν ανάψει, τρυφερά, καλοσυνάτα, ικανά να απαλύνουν για λίγες στιγμές τις αγωνίες μου.
Στα κεντρικά φανάρια σταμάτησα και περίμενα να ανάψει το πράσινο ανθρωπάκι. Στην απέναντι μεριά στεκόταν ένας τύπος που αμέσως τράβηξε το βλέμμα μου. Κρατούσε στο χέρι του ένα μπουκαλάκι νερού αλλά αντί να πίνει το έβαζε στη μύτη του και έκανε εισπνοές. Προφανώς ρουφούσε τις αναθυμιάσεις από βενζίνη, νέφτι ή κάτι ανάλογο. Χωρίς να νοιάζεται για την κίνηση και τον κίνδυνο να τον χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο, έτρεξε ξεφνικά στη μέση της διασταύρωσης, ράντισε με το υγρό την ατμόσφαιρα και άρχισε μια τρελή παράσταση. Η κυκλοφορία σταμάτησε. Ακολούθησε ένας μικρός χαμός. Κορναρίσματα, φωνές, βρισιές, απειλές. Εκείνος δεν καταλάβαινε τίποτα. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του μέχρι που στο τέλος έμεινε ολόγυμνος. Ήταν φοβερά αδύνατος, αληθινός σκελετός. Ύστερα σήκωσε τα χέρια του, κοίταξε προς τον ουρανό και άρχισε να φωνάζει τα δικά του, λόγια παράξενα, ακατανόητα. Όταν σταμάτησε να φωνάζει ξεκίνησε έναν τρελό, ξέφρενο χορό. Σβούρες, σπασμοί, πιρουέτες, πτώσεις, τινάγματα και άλλες πτώσεις πάνω στο βρεγμένο οδόστρωμα. Κάποια στιγμή το είδα. Το τατουάζ που είχε στην πλάτη του. Έναν μεγάλο σταυρό που έπιανε από τον σβέρκο και έφτανε μέχρι κάτω στη μέση με ένα φίδι τυλιγμένο γύρω του. Αυτός ήταν. Το παλιό μου φιλαράκι. Ο Αμερικάνος.
Είχα να τον δω πάνω από είκοσι χρόνια. Κάποιες εικόνες είχαν χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου. Τον είχα δει για πρώτη φορά πάνω στη μαύρη Harley Davidson που είχε φέρει από την Αμερική. Από κει είχε φέρει τα πάθη και την κόλασή του, μια κόλαση φτιαγμένη από κάθε λογής ουσίες που έχει επινοήσει ο άνθρωπος για να αλλάξει την κατάσταση της συνείδησης του και να νοιώσει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Έλεγε πως είχε δοκιμάσει τα πάντα. Στο δωματιάκι που έμενε είχε βάψει τους τοίχους κατάμαυρους. Το δεύτερο σπίτι του ήταν μια σπηλιά σε ένα λόφο κοντά στα παλιά λατομεία του χωριού. Είχα κοιμηθεί εκεί κάποιες νύχτες μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Ο Αμερικάνος πίστευε στη μετενσάρκωση, μου μιλούσε για τον βουδισμό και μου έλεγε συχνά πως όλα τα όντα ξαναγεννιούνται. Μέσα στη σπηλιά, τις ώρες που ήταν νηφάλιος, έκανε ασκήσεις διαλογισμού. Μπροστά μου είχε αρπάξει ένα φίδι που ξετρύπωσε από μια σχισμή του βράχου και το σκότωσε με ένα δάγκωμα στο κεφάλι. Μια φορά μου είχε βάλει στην τσέπη ένα μάτσο χαρτονομίσματα – αργότερα έμαθα ότι τα είχε κλέψει και ότι έκανε συχνά κλοπές σε σπίτια και μαγαζιά. Τον είχανε συλλάβει μια δυο φορές. Πήγα και τον είδα στα κρατητήρια. Εκεί γνώρισα τον μεγάλο του αδελφό, μόνον αυτός τον νοιαζόταν, η οικογένειά του τον είχε ξεγράψει. Για την Αμερική δεν μιλούσε πολύ. Είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στο Σικάγο. Κάποιοι συγγενείς του ζούσαν ακόμα εκεί. Μια φορά μου είχε πει “αν γυρίσω στην Αμερική θα πεθάνω την ίδια μέρα” και ότι στο Σικάγο είχε γνωρίσει μια μάγισσα που τον είχε καταραστεί και ότι κανένας θεός δεν μπορούσε να λύσει τα μάγια και να τον σώσει από την κατάρα της.
Τα κορναρίσματα και οι φωνές του πλήθους αγρίευαν. Οι πελάτες μιας κοντινής καφετέριας έτρεξαν να δουν το θέαμα. Παρατήρησα τον Αμερικάνο καλύτερα. Πρόσωπο ρημαγμένο, ρουφηγμένο, μια λεπτή μεμβράνη δέρμα κολλημένη στο κρανίο του, το μαλλί του μαδημένο. Για μια στιγμή σκέφτηκα να τον πλησιάσω, να κάνω κάτι, να τον βγάλω από τον δρόμο και να τελειώσει εκεί η παράσταση. Αλλά στην κατάσταση που ήταν δεν ήξερα πώς θα αντιδράσει. Θα με αναγνώριζε; Μάλλον όχι. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που κάναμε παρέα. Την τελευταία φορά που είχα μάθει νέα του ήταν πριν από έξι χρόνια από τον αδελφό του. Τον είχανε μαντρώσει στο Ψυχιατρείο του Κορυδαλλού μετά από μια απόπειρα να καθαρίσει με καραμπίνα κάποιους συγχωριανούς του στο καφενείο του χωριού. Όπως είπε ο αδελφός του «έχει τελειώσει σαν άνθρωπος, δεν υπάρχει ελπίδα σωτηρίας, είναι θαύμα που ζει ακόμα».
Το φινάλε της παράστασης ήταν για γέλια και για κλάματα. Ο Αμερικάνος άρχισε να δείχνει τα γεννητικά του όργανα δεξιά κι αριστερά μέχρι που κάποιοι οδηγοί βγήκαν από τα αυτοκίνητα τους και κινήθηκαν με άγριες διαθέσεις προς το μέρος του. Εκείνος, απτόητος, άρχισε να ευχαριστεί τον κόσμο κάνοντας βαθιές υποκλίσεις. Μετά έβαλε τα ρούχα του με σπασμωδικές κινήσεις και αφού έκανε κάποιες ακόμα υποκλίσεις έφυγε από τη μέση του δρόμου. Η κυκλοφορία αποκαταστάθηκε και οι οδηγοί γκάζωσαν ρίχνοντας του βρισιές και φτυσίματα. Ο Αμερικάνος άρχισε να απομακρύνεται. Ήθελα να τον πλησιάσω αλλά τι να του πω, πώς να τον βοηθήσω. Είχα τα δικά μου, σκεφτόμουν τη συνέντευξη, είχα ήδη καθυστερήσει. Άρχισα να βαδίζω γρήγορα αλλά η φωνή που άκουσα πίσω μου με ακινητοποίησε. «Τεκνό!» Γύρισα και είδα τον Αμερικάνο να με κοιτάζει και να χαμογελά. Ένα χαμόγελο σκοτεινό, απόκοσμο. Αμέσως μετά άρχισε να τρέχει και να χάνεται στο απέναντι παρκάκι μέσα στο χλωμό φως των φαναριών που ήταν κρυμμένα ανάμεσα στα δέντρα.
Τεκνό. Ήταν το παρατσούκλι που μου είχε δώσει ο Αμερικάνος την εποχή που κάναμε παρέα. Δεν είχα μια σίγουρη εικόνα για τον εαυτό μου και την εξωτερική μου εμφάνιση αλλά μου ήταν εύκολο να παίζω το παιχνίδι του έρωτα με τουρίστριες που κάθε καλοκαίρι κατέκλυζαν το νησί. Με τον Αμερικάνο είχαμε κάνει ένα φοβερό δίδυμο και δεν ήταν λίγες οι φορές που πήραμε μέρος σε ομαδικές ερωτικές απολαύσεις με όμορφες γυναίκες που τις γνωρίζαμε για λίγες νύχτες και μετά γύριζαν στις πατρίδες τους και δεν τις ξαναβλέπαμε ποτέ πια.
///
Η απρόσμενη συνάντηση με τον Αμερικάνο με απασχόλησε για κάποιο διάστημα αλλά χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να κρίνω τον εαυτό μου ή να του ζητήσω εξηγήσεις για όσα θα μπορούσα να κάνω αλλά δεν έκανα. Θεώρησα ότι οι συνθήκες ήταν ακραίες και με δεδομένες τις προσωπικές μου αγωνίες δεν υπήρχε λόγος να κάνω κάποια σοβαρή αυτοκριτική. Στη φάση που βρισκόταν ο Αμερικάνος οποιαδήποτε πρωτοβουλία μου να τον πλησιάσω δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα ή θα μπορούσε ακόμα και να με βάλει σε μπελάδες. Ήταν φανερό ότι δεν είχε καταφέρει να σηκωθεί από την αρρώστια και τις εξαρτήσεις. Θυμήθηκα ότι εκείνα τα μακρινά χρόνια προς το τέλος της εφηβείας μου, λίγο πριν χωρίσουν οι δρόμοι μας, αποκαλούσε το εαυτό του “μολυσμένο” και ύστερα γελούσε με έναν τρόπο που μου προκαλούσε ρίγος και αμηχανία. Η πρόσφατη εικόνα του στριφογύριζε κάποιες στιγμές στο μυαλό μου. Κατά βάθος δεν ένοιωθα έκπληξη για την εξέλιξή του. Ήταν η φυσική προέκταση του εφηβικού και νεανικού εαυτού του και μιας εποχής που κι εγώ θα μπορούσα να είχα περάσει τα όρια και να είχα δοκιμάσει εξαρτήσεις, σκληρές μορφές αλητείας και το έγκλημα. Το πώς είχα κρατηθεί μακριά από όλα αυτά, ήταν ένα ερώτημα που με απασχολούσε ακόμα. Προφανώς η αγάπη και οι συμβουλές των γονιών μου είχαν παίξει τον ρόλο τους αλλά δεν μπορούσα να απαλλαγώ και από την ιδέα ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ανεξήγητο και αναπόδραστο πεπρωμένο. Παλιοί συμμαθητές μου από εύπορες οικογένειες και με ευνοϊκές αρχικές συνθήκες ακολούθησαν επικίνδυνα μονοπάτια, έμπλεξαν με συμμορίες, απέκτησαν ποινικό μητρώο και κάποιοι μπήκαν φυλακή. Δεν είναι εύκολο να εξηγήσεις την κοινωνική και ηθική εξέλιξη ενός ατόμου και πολλές φορές οι φανεροί παράγοντες δεν είναι και οι πιο καθοριστικοί.
Πέρασε ο καιρός και η ανάμνηση από εκείνο το βράδυ ξεθώριασε και ξεχάστηκε. Ένα χρόνο αργότερα η οικονομική μου κατάσταση παρέμενε στάσιμη. Φορτωμένος με δύσκολες εμπειρίες από την αρχή της ζωής μου, είχα γίνει ειδικός στη διαχείρηση οριακών καταστάσεων. (Παρά την πικρή της γεύση, η φτώχεια στα παιδικά χρόνια σε εφοδιάζει με εμπειρίες και αντοχές που αργότερα στη ζωή αποδεικνύονται χρήσιμες). Ζούσα με απολύτως λιτό και πειθαρχημένο τρόπο. Δούλευα ακόμα το καλοκαίρι εποχιακά και τον χειμώνα όπου έβρισκα και όπου υπήρχε άμεσο μεροκάματο στο τέλος της μέρας. Δοκίμασα δουλειές που με βοήθησαν να ξεπεράσω ντροπές και προκαταλήψεις. Η διανομή διαφημιστικών φυλλαδίων, εκτός από το μεροκαματάκι, ήταν μια πολύ χρήσιμη εμπειρία. Βρέθηκα σε συνοικίες και γειτονιές που δεν είχα ξαναπάει και ανακάλυψα μια πόλη που είχε επεκταθεί άναρχα και άπληστα, μια πόλη που ακροβατούσε ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια, τον πλούτο και τη φτώχεια, τη λάμψη και την καταχνιά, τις εντυπωσιακές μονοκατοικίες και τα παλιά ερειπωμένα σπίτια, τα πανάκριβα αυτοκίνητα και τους διαλυμένους δρόμους. Και παντού, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε δρόμο, αρκετά μαγαζιά κλειστά και ρημαγμένα. Θλίψη μου προκαλούσαν τα παλιά αρχοντικά, ακατοίκητα για χρόνια, με σάπια παράθυρα και κήπους αφρόντιστους που ζητούσαν ένα βλέμμα προσοχής και συμπόνιας.
Κατά διαστήματα με απασχολούσαν μάταιες σκέψεις σχετικά με την επιτυχία και την αποτυχία, ανώφελες κοινωνικές συγκρίσεις, πικρές διαπιστώσεις για τις σχέσεις που είχαν χαθεί, και μια διάθεση αυτοκριτικής για τις ελλείψεις πραγμάτων που θα μπορούσα να είχα αλλά που κατά βάθος δεν τα ποθούσα αρκετά ώστε να επιδιώξω την απόκτηση τους. Τις ανεπάρκειες μου σε πρακτικά θέματα τις ήξερα, τις είχα αποδεχτεί και δεν μπορούσα να τις αλλάξω. Με λίγους συμβιβασμούς και με λιγότερες ηθικές προκαταλήψεις θα μπορούσα να είχα χτίσει μια άλλη ζωή, πιο άνετη, πιο ασφαλή, αλλά ούτε αυτό μπορούσα να το κάνω. Αυτά που για χρόνια αποκαλούσα “τα λάθη μου” δεν ήταν παρά οι βαθύτερες τάσεις μου για τις οποίες δεν ήξερα σε ποιο βαθμό ήμουν συνυπεύθυνος. Συνθήκες και γενετικό πεπρωμένο διαμόρφωσαν μια ηθική και έναν χαρακτήρα απ’ τα οποία δεν μπορούσα πια να ξεφύγω. Κατά βάθος δεν με ενδιέφερε να βρω τη θέση μου σε αυτή τη μικρή κοινωνία που ζούσε σε μια διαρκή κατάσταση απατηλής μονιμότητας και ευδαιμονίας. Με απωθούσε ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας των ανθρωπίνων σχέσεων. Δεν μπορούσα να δεχτώ τέτοια θεοποίηση του προσωπικού συμφέροντος ούτε και την απόλυτη ταύτιση του μυστηρίου της ύπαρξης με το χρήμα και τη λογιστική διαχείριση της ζωής. Ένας παλιός συνάδελφος στα ξενοδοχεία, που είχε ανοίξει δική του επιχείρηση, σε μια από τις τελευταίες μας συναντήσεις πριν αποχωρήσει οριστικά από τη ζωή μου, μου είχε πει «εγώ νοιώθω άρρωστος αν δεν βγάζω πολύ χρήμα κάθε σεζόν». Δεν μπορούσα να συμμεριστώ την ανησυχία του. Δεν ήξερα τι να πω. Μου προκαλούσε αμηχανία η μηδαμινότητα τέτοιων δηλώσεων. Ή εγώ ήμουν εκτός τόπου και χρόνου ή κάτι πήγαινε τελείως λάθος με όλα όσα έβλεπα γύρω μου. Δεν πίστευα ότι η οικονομική και κοινωνική καταξίωση είναι το παν. Πίστευα το απολύτως προφανές, ότι αφού η μοίρα μας είναι ο θάνατος και ο αφανισμός δεν έχει κανένα νόημα να μετατρέπεις τη ζωή σε μια διαρκή συσσώρευση πραγμάτων και οικονομικών κατακτήσεων. Μια αξιοπρεπής διαβίωση είναι αρκετή. Αυτές οι ιδέες ή οι προκαταλήψεις μου ήταν η βασική αιτία της μοναξιάς μου και της αδυναμίας μου να βρω μια θέση ανάμεσα στους άλλους. Όπως και σε άλλες δύσκολες περιόδους της ζωής μου, μοναδικό μου καταφύγιο ήταν τα βιβλία και αγαπημένοι συγγραφείς που μιλούσα μαζί τους καθημερινά σαν να ήταν πιο ζωντανοί και πιο αληθινοί απ’ όλους τους ανθρώπους που γνώριζα και που τα τελευταία χρόνια είχαν χαθεί από το σκηνικό της ζωής μου. Υπήρχαν όμως βράδια που η απουσία ενός φίλου ή ενός συνομιλητή ήταν αφόρητη.
Ένα βράδυ, ανήμπορος να αντέξω τη σιωπή των πραγμάτων γύρω μου, βγήκα απ’ το δωμάτιο βιαστικά, χωρίς σκοπό και προορισμό, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι η κατάστασή μου ήταν υποφερτή ενώ δεν ήταν. Δεν άντεχα, πνιγόμουν. Ήταν δέκα η ώρα όταν άρχισα να βαδίζω στους υγρούς και πληγωμένους δρόμους μιας πόλης βλαβερής που με έκανε διαρκώς να νοιώθω ανεπιθύμητος και ξένος.
Περιπλανήθηκα αρκετή ώρα εισπνέοντας την ψυχρή και βαριά υγρασία, συλλογιζόμενος το περατωμένο παρελθόν μου και το άγνωστο μέλλον μου, επιθυμώντας να τα ξεχάσω όλα και να εγκαταλείψω τον εαυτό μου στο έλεος των στιγμών, να γελοιοποιήσω την κατάστασή μου ή να επαναλάβω ασκήσεις απάθειας όπως έκανα συχνά τελευταία, ασκήσεις το ίδιο αβέβαιες και απατηλές όσο και το νόημα εκείνων των στιγμών και όλων των στιγμών της ζωής μου. Σκέψεις, διαστήματα κενού και αναμνήσεις εναλλάσσονταν στο μυαλό μου. Σκεφτόμουν ότι δεν είχα που να πάω, ότι ήμουν τελείως μόνος, χωρίς ορατές επιλογές, υπερασπιζόμενος έναν τρόπο ζωής που ούτε μπορούσα ούτε ήθελα να αλλάξω, ότι η ύπαρξή μου ήταν μια ιδιωτική υπόθεση που δεν ενδιέφερε πια κανέναν, ότι το τέλος της θα ήταν ένα ασήμαντο γεγονός ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλα, ότι εν τέλει η ίδια μου η ύπαρξη και το περιεχόμενο της ήταν ένα μυστήριο που ήταν αδύνατον να ερμηνεύσω και να εξηγήσω. Μόνο τα ερωτήματα μπορούσα να διατυπώσω με σαφήνεια. Τι ήμουν; Τι σημασία είχε η ιστορία μου; Τι έκανα σε αυτή την πόλη; Γιατί δεν είχα γεννηθεί κάπου αλλού; Ποιον σκοπό εξυπηρετούσε η γέννηση και η ύπαρξή μου; Γιατί ζούσα με αυτόν τον τρόπο και όχι με κάποιον άλλο; Τι ήξερα; Τι είχα μάθει σε σαράντα χρόνια ζωής; Μόνο την επίγνωση της άγνοιας και του μελλοντικού αφανισμού μου. Επί της ουσίας δεν γνώριζα τίποτε άλλο.
Υπακούοντας σε μια βαθύτερη βούληση βρέθηκα στις παλιές συνοικίες της πόλης, σε μικρή απόσταση από το σπίτι ενός παλιού, ξεχασμένου γνωστού. Ήταν μια ξαφνική παρόρμηση, από εκείνες που δημιουργεί η μνήμη χωρίς φανερή σύνδεση και λογική. Είχα να τον δω πολύ καιρό, η τελευταία μας συνάντηση ήταν τυχαία – περιμέναμε στην ουρά να πληρώσουμε το ρεύμα στα γραφεία της ΔΕΗ. Σε κείνη τη συνάντηση ήταν αναπάντεχα εγκάρδιος και φιλικός. Θυμόμουν τα λόγια του. «Πέρνα να με δεις όποτε μπορείς». Είχα καλές αναμνήσεις από την παλιά μας γνωριμία, χρόνια πριν. Ήταν φανατικός εργένης. Ο γάμος δεν τον είχε απασχολήσει ποτέ, τον θεωρούσε πηγή δυστυχίας. Έφτασα στο σοκάκι και κοίταξα προς τον δεύτερο όροφο. Είχε φως. Χάρηκα με τη σκέψη ότι ήταν εκεί. Ανεβαίνοντας τη σκάλα ένοιωσα άσχημα που πήγαινα με άδεια χέρια. Δεν πειράζει, είπα μέσα μου. Δεν ήταν άνθρωπος που παρεξηγούσε.
Χτύπησα το κουδούνι. Περίμενα να ακούσω βήματα ή κάποιο θόρυβο πίσω από την πόρτα. Τίποτα. Ξαναχτύπησα. Περίμενα. Απόλυτη σιωπή. Χτύπησα και τρίτη φορά. Καμία απάντηση. Ένα πολύ πικρό συναίσθημα άρχισε να απλώνεται παντού μέσα μου. Προσπάθησα να σκεφτώ κάποιες λογικές αιτίες. Ίσως να κοιμόταν ή να έλειπε και να είχε αφήσει το φως ανοιχτό για λόγους ασφαλείας. Ίσως να έκανε μπάνιο και να μην άκουγε το κουδούνι. Ή μπορεί να βρισκόταν σε πολύ προσωπικές στιγμές και δεν ήθελε να τον διακόψουν. Αλλά όσο και να σκεφτόμουν ένοιωθα πολύ πικραμένος από την εξέλιξη. Κατέβηκα τη σκάλα και όσο πλησίαζα στην έξοδο τόσο ανέβαινε μέσα μου μια ακατανίκητη πίκρα. Όταν πια βγήκα στο δρόμο και γύρισα το βλέμμα μου προς το δεύτερο όροφο είδα μια σκιά να κινείται πίσω από την κουρτίνα και μετά από λίγο το φως να σβήνει.
Πήρα πάλι τους δρόμους με το στόμα πικρό και την καρδιά σφιγμένη. Ξεροκατάπινα συνεχώς για να σπάσω έναν κόμπο που ένοιωθα να έχει κολλήσει στο λαιμό μου. Ένοιωθα σακατεμένος, είχα καταρρεύσει. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένοιωσα την ανάγκη να μπω σε κάποιο μπαρ ή σε κάποιο ταβερνάκι και να τα πιω, να γίνω τύφλα, να τα ξεχάσω όλα. Ποτέ πριν, όσα βάσανα και αν είχα περάσει, δεν ένοιωσα τόσο ευάλωτος και τόσο αδύναμος μπροστά στη ματαίωση μιας συνάντησης που ούτε την είχα προγραμματίσει ούτε και είχε κάποια υποχρέωση αυτός ο παλιός γνωστός να μου ανοίξει νυχτιάτικα την πόρτα του. Απόψε, όμως, ήταν τόση η κούραση και η μοναξιά μου που δεν είχα το κουράγιο να κοιτάξω κατάματα τη ζωή μου και να αντιμετωπίσω τα αναπάντητα γιατί της ύπαρξης μου. Τίποτα δεν λειτουργούσε μέσα μου εκείνη την ώρα, ούτε η επίγνωση της ματαιότητας που έκανε συχνά τις πίκρες μου να μοιάζουν μικρές και ασήμαντες.
Στο δρόμο για το σπίτι, προσπαθώντας να βρω την ηρεμία και τη διαύγειά μου, μια εικόνα τράβηξε την προσοχή μου. Μόλις είχα βγει στην κεντρική λεωφόρο αφήνοντας πίσω μου τις παλιές συνοικίες και στο απέναντι πεζοδρόμιο είδα έναν άντρα που στεκόταν και φώναζε μπροστά σε ένα τεράστιο διαφημιστικό πλαίσιο. Φαινόταν πολύ μικρός σε σχέση με τα πελώρια πρόσωπα των καλλιτεχνών στις χάρτινες αφίσες που ήταν κολλημένες η μια πάνω στην άλλη. Φορούσε μαύρο τζάκετ με κουκούλα και έβλεπα μόνο το πίσω μέρος του σώματος του. Η φωνή του μου θύμισε τον Αμερικάνο αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Στεκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από τις αφίσες και φώναζε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε. Οι μόνες λέξεις που ξεχώριζα ήταν κάποιες βρισιές. Έβριζε τα ακίνητα, χαμογελαστά, αψεγάδιαστα πρόσωπα των αφισών – νεαροί τραγουδιστές και τραγουδίστριες που έδιναν την παράσταση τους σε κάποιο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Οι βρισιές του ήταν γεμάτες μίσος λες και ήταν άνθρωποι που τους ήξερε και είχε προηγούμενα μαζί τους. Δυο περαστικοί, μόλις τον πλησίασαν, κατέβηκαν από το πεζοδρόμιο για να αποφύγουν πιθανή επαφή μαζί του ή ακόμα και τον κίνδυνο να τους επιτεθεί. Έμεινα εκεί να τον κοιτάζω νοιώθοντας πολύ άσχημα, ένα μπερδεμένο συναίσθημα αμηχανίας και λύπης, όπως κάθε φορά που αντίκριζα μια εικόνα μοναξιάς, εγκατάλειψης και τρέλας. Για μια στιγμή σταμάτησε να φωνάζει, έμεινε ασάλευτος και σκυφτός και είχα την εντύπωση ότι αυτό το θλιβερό θέαμα είχε τελειώσει. Αλλά έκανα λάθος. Με μια απότομη κίνηση και με όση φόρα του επέτρεπε το μικρό πλάτος του πεζοδρομίου σήκωσε τα χέρια του ψηλά και όρμησε πάνω στις αφίσες. Με νύχια και με δόντια άρχισε να σκίζει τα χάρτινα πρόσωπα, να τα δαγκώνει και να τα φτύνει μέχρι που το πεζοδρόμιο γέμισε χαρτιά και το διαφημιστικό πλαίσιο έμεινε γυμνό σε όλη την έκταση του με λίγες μόνο λωρίδες χαρτιού να ανεμίζουν σαν κουρελιασμένες σημαίες. Και μετά, εξαντλημένος από την παράφορη έκρηξη οργής και τρέλας, άφησε το σώμα του να γλιστρήσει αργά πάνω στο διαφημιστικό πλαίσιο και να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο ανάμεσα σε σωρούς από χάρτινα κουρέλια. Και καθώς γύρισε αργά το πρόσωπό του προς τη μεριά του δρόμου, είδα τη γνώριμη φάτσα του Αμερικάνου πιο ρημαγμένη και πιο αρρωστη από ποτέ.
Μια πάλη έγινε μέσα μου καθώς τον έβλεπα τόσο μόνο, τόσο αβοήθητο. Ένα μέρος του εαυτού μου ήθελε να τρέξει και να βοηθήσει, έστω και με ένα άγγιγμα στον ώμο. Και ένα άλλο ήθελε να το βάλει στα πόδια – εκείνη την ώρα ένοιωθα τόσο απογοητευμένος από την προσωπική μου κατάσταση που μόνο το βάρος της δικής μου ύπαρξης μπορούσα να σηκώσω και κανενός άλλου. Το πρόσωπο του Αμερικάνου είχε την έκφραση της πιο απόλυτης και ολοκληρωτικής ταπείνωσης που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Για λίγες στιγμές εστίασα το βλέμμα μου πάνω του και ευχήθηκα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου κάποια απίθανη σωτηρία ή την οριστική του λύτρωση. Στην κατάσταση που βρισκόταν δεν ήξερα αν υπήρχε τρόπος να σωθεί. Ποιός μπορούσε να τον βοηθήσει πραγματικά; Ποια κρατική υπηρεσία μπορούσε να τον περιθάλψει; Σε ποιον να τηλεφωνούσα; Ο αδελφός του που ήταν; Δεν ήξερα. Ακόμα και η σκέψη να τον φιλοξενήσω έστω και για μια νύχτα στο δωμάτιο που έμενα μου φάνηκε ανέφικτη και επικίνδυνη. Απόμεινα να τον κοιτάζω, ανήμπορος να πάρω μια απόφαση, διχασμένος ανάμεσα στην πρόθεση να τον πλησιάσω και στην επιθυμία να γυρίσω στο δωμάτιο, να φτιάξω καφέ και να διαβάσω μέχρι το ξημέρωμα. Σηκώθηκε μετά από λίγο με μεγάλη δυσκολία και σέρνοντας τα πόδια του χάθηκε στο βάθος του δρόμου. Έφυγα, μικρός, αδύναμος, προδότης για δεύτερη φορά, χωρίς να βρω το θάρρος και τη θέληση όχι να τον σώσω με οποιονδήποτε τρόπο, πράγμα αδύνατο, αλλά να τον πλησιάσω και να του πω μια καλή κουβέντα ή έστω να σταθώ δίπλα του για λίγες στιγμές και να υποφέρω μαζί του. Και σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι, ίσως και για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου και να τον απαλλάξω από τις τύψεις, θυμόμουν αυτό που είχε πει κάποτε ο Αμερικάνος, για τη μάγισσα από το Σικάγο που τον είχε καταραστεί και ότι κανένας θεός δεν μπορούσε να λύσει τα μάγια και να τον σώσει από την κατάρα της.
///
(Τον Αμερικάνο δεν τον ξαναείδα από εκείνο το βράδυ. Έχουν περάσει δώδεκα χρόνια από τότε. Δεν ξέρω τι απέγινε. Ίσως ζει ακόμα, ίσως έχει πεθάνει. Ίσως κάποιο βράδυ εμφανιστεί και πάλι στο δρόμο μου για να μου θυμίσει την τρέλα, τη μοναξιά, την παραίτηση, τη σκληρή ανθρώπινη μοίρα, την υπερβολική δυστυχία. Για να μου θυμίσει τις ήττες μου, τις προδοσίες μου και τις ασυγχώρητες παραλείψεις μου. Και ακόμα για να μου θυμίσει την εφηβεία μου που παρά τη φτώχεια και τους θανάτους αγαπημένων ήταν η μόνη περίοδος της ζωής μου που είχα υπάρξει ανέμελος και ευτυχισμένος. Ανάμεσα σε τόσα ξεχασμένα πρόσωπα το δικό του εμφανίζεται επίμονα στη μνήμη μου κάθε φορά που θυμάμαι τα περασμένα. Και το ερώτημα που αναδύεται στη σκέψη μου είναι πάντα το ίδιο, ενοχλητικό και αναπάντητο. Τι θα έκανα αν τον έβλεπα και πάλι μπροστά μου και ήταν στην ίδια ή σε χειρότερη κατάσταση; Θα τον βοηθούσα με κάποιον τρόπο ή θα τον εγκατέλειπα για μια ακόμα φορά;)
*
*
*
