«Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται;» Πέρα από την αρένα των σύγχρονων ΜΜΕ

*

Λ Ε Ξ Ι Σ Ω Μ Α Τ Α
γράφει η
Αντωνία Γουναροπούλου

~.~

Διαδικτυακή αναζωογόνηση
από το παρελθόν και απ’ το παρόν

«Μακάρι να μην έπρεπε να πάω τόσα χρόνια πίσω γι’ αυτό το επίπεδο συζήτησης», «Αναζωογονητικό να παρακολουθείς δυο σπουδαία μυαλά να αντιπαρατίθενται, να συμφωνούν και να διαφωνούν. Με αλληλοσεβασμό!», «Αυτοί πώς δεν μαλλιοτραβιούνται; Τι τρέχει εδώ;»: Είναι λίγα από τα σύγχρονα σχόλια (2021 και 2018), γραμμένα στην πλατφόρμα του YouTube κάτω από τη συνέντευξη που πήρε το 1998 ο Πήτερ Ρόμπινσον από τους δημόσιους διανοούμενους Κρίστοφερ Χίτσενς και Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο, κορυφαίες μορφές ο πρώτος της αριστεράς και ο δεύτερος του αμερικανικού συντηρητισμού.[1]

Στην πληθώρα των βίντεο που βρίσκει κανείς στο YouTube και σε άλλες πλατφόρμες, υπάρχουν παλαιότερες εκπομπές και σύγχρονα podcasts με πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με σημαντικούς πολιτικούς, ιστορικούς, φιλοσόφους, συγγραφείς, επιστήμονες της ψηφιακής τεχνολογίας και, γενικότερα, με  ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν. Αυτές οι συζητήσεις άλλοτε παίρνουν τη μορφή εκτενών συνεντεύξεων και άλλοτε τη μορφή ντιμπέιτ, με έναν ή περισσότερους συμμετέχοντες. Το παρόν άρθρο, το δεύτερο της διμηνιαίας στήλης «Λεξισώματα» του Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζει και προτείνει τέτοιου είδους εκπομπές και podcasts, τα οποία προσελκύουν το ενδιαφέρον αλλά και «ξεκουράζουν», κατά κάποιον τρόπο, από τη φασαρία, την ένταση και την εριστικότητα που επικρατούν συχνά στα κυρίαρχα ΜΜΕ και σχεδόν πάντα στα σόσιαλ μίντια.

*

William F. Buckley Jr., Firing Line

Στο κανάλι του Ινστιτούτου Χούβερ, της δεξαμενής σκέψης του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, θα βρει κανείς πολλά από τα επεισόδια της εκπομπής Firing Line, με οικοδεσπότη τον συντηρητικό δημόσιο διανοούμενο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ τον Νεότερο.[2] Ο Μπάκλεϋ (1925-2008) ήταν μία από τις πιο επιδραστικές μορφές του νεογενούς συντηρητικού κινήματος που ξεπήδησε στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’30 και το οποίο κατά τα επόμενα είκοσι πέντε, περίπου, χρόνια αποδύθηκε σε μια έντονη προσπάθεια θεωρητικού αυτοπροσδιορισμού. Ο ίδιος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε αυτή την πλούσια διαδικασία σύντηξης και μάχης των ιδεών, με τα βιβλία του, με το περιοδικό National Review που ίδρυσε το 1955, αλλά και με τις δημόσιες εμφανίσεις του. Περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, η δημοφιλία του Μπάκλεϋ είχε πια υπερβεί τα όρια του συντηρητικού χώρου, χάρη στην πολύπλευρη προσωπικότητά του και, κυρίως, χάρη στο ρητορικό του στιλ, το οποίο χαρακτηρίζει ένας συνδυασμός ευγένειας, αυτοσυγκράτησης, σαρκασμού και εντυπωσιακής, ακόμα και εξεζητημένης, γλωσσικής δεξιοτεχνίας. Για κάποιους από τους αντιπάλους του, βεβαίως, ακριβώς αυτό το στιλ τον καθιστούσε περισσότερο αντιπαθή κι από την ιδεολογία του, ωστόσο αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό του ρόλο στην ιδεολογική αρένα, πρόθυμα έρχονταν σε αντιπαράθεση μαζί του. Τον Νοέμβριο του 1967, ο Μπάκλεϋ έγινε το θέμα εξωφύλλου του περιοδικού Time, με μια παραστατική καρικατούρα του σημαντικού γελοιογράφου Ντέιβιντ Λεβίν και τον τίτλο «Ο συντηρητισμός μπορεί να έχει πλάκα».[3] Γιατί όσον αφορά τον αμερικανικό συντηρητισμό, αυτό ακριβώς πιστώνεται στον Μπάκλεϋ: ότι, αφού έδωσε τη συνοχή μιας ιδεολογικής ταυτότητας σε μάλλον σκόρπιες ιδέες και πεποιθήσεις του συντηρητικού Αμερικανού πολίτη, έπειτα προσέδωσε σε αυτή την ταυτότητα τη νομιμότητα και τη γοητεία του στιλ, απαλλάσσοντάς την από την αραχνιασμένη κατήφεια του παρελθόντος:

«Εξαιτίας των επιτυχημένων του προσπαθειών να συγχωνεύσει τάσεις της ελευθεριακής (libertarian), παραδοσιοκρατικής και αντι-κομμουνιστικής σκέψης κάτω από μία και μόνη ταμπέλα, το νόημα του συντηρητισμού πάντα ήταν κάτι παραπάνω από το άθροισμα των προσπαθειών του. Όσο πιο “διασκεδαστικό” έκανε τον συντηρητισμό να φαίνεται, τόσο περισσότερο οι Αμερικανοί κατανοούσαν τις αντιλήψεις τους για τον νόμο και την τάξη, για τις κομμουνιστικές απειλές ή για την κοινωνική ασφάλεια ως συντηρητικές. Με το National Review, με πάμπολλα βιβλία, με την τηλεοπτική του λογιοσύνη στο Firing Line, με δεκάδες ομιλίες τον χρόνο και με μια εβδομαδιαία στήλη διαμοιρασμού περιεχομένου, ο Μπάκλεϋ ανέλαβε μια εκστρατεία υπέρ του συντηρητισμού για εκατομμύρια καρδιές και για εκατομμύρια μυαλά. Πριν από τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός σήμαινε πολλά πράγματα: την αμυντική υπεράσπιση του κατεστημένου, την αμυντική υπεράσπιση της αριστοκρατίας, την αμυντική υπεράσπιση του καπιταλισμού και την αμυντική υπεράσπιση της παράδοσης. Μετά τον Μπάκλεϋ, ο συντηρητισμός συνέχισε να σημαίνει όλα αυτά και περισσότερα, αλλά δεν είχε πια τίποτα το αμυντικό».[4]

Ίσως να μην ήταν τυχαίο ότι, ενάμιση χρόνο πριν η μορφή του κοσμήσει το εξώφυλλο του Time, ο Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ ο Νεότερος είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση ενώπιον του αμερικανικού τηλεοπτικού κοινού ως οικοδεσπότης της εκπομπής Firing Line. Το πνεύμα, το περιεχόμενο και ο αντίκτυπος αυτού του προγράμματος περιγράφονται στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Χούβερ, όπου και φυλάσσεται το αρχείο της εκπομπής:

«Όταν άρχισε να μεταδίδεται το Firing Line το 1966, λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι ένα πρόγραμμα δημοσίου ενδιαφέροντος, με οικοδεσπότη μια ηγετική φυσιογνωμία του σύγχρονου αμερικανικού συντηρητισμού και ιδρυτή και εκδότη του περιοδικού National Review, θα αιχμαλώτιζε ένα κοινό πέρα από τους πιστούς συντηρητικούς. Η εκπομπή παρουσίαζε συζητήσεις ανάμεσα στον Γουίλλιαμ Φ. Μπάκλεϋ και σε ηγετικές ανά τον κόσμο μορφές της πολιτικής, της ψυχαγωγίας, της δημοσιογραφίας και του ακαδημαϊκού κόσμου, και έγινε αμέσως επιτυχία. Με πάνω από 1.505 επεισόδια στη διάρκεια 33 ετών, το Firing Line αρχικά άλλαξε άρδην τα δεδομένα, και στη συνέχεια έθεσε τον πήχη, για τις τηλεοπτικές εκπομπές δημοσίου ενδιαφέροντος.

Ο Μπάκλεϋ συνέλαβε την εκπομπή όχι ως πρόγραμμα συνεντεύξεων ή ως σειρά δημόσιων αντιπαραθέσεων, αλλά μάλλον ως μια “ανταλλαγή ιδεών”. Τον Μπάκλεϋ τον ενδιέφερε κυρίως να φιλοξενεί αξιοπρεπείς και ζωντανές συζητήσεις με πολιτικούς, ακτιβιστές, οικονομολόγους, συγγραφείς, λόγιους, ηθοποιούς και δημόσιες προσωπικότητες, των οποίων οι απόψεις κάλυπταν όλο το πολιτικό και ιδεολογικό φάσμα. Μεταξύ των επιφανών καλεσμένων που έκαναν την εμφάνισή τους στο Firing Line ήταν ο Ρόναλντ Ρήγκαν, η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Μοχάμεντ Άλι, ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ, ο Μίλτον Φρήνταν, η Τζόαν Μπαέζ, ο Τρούμαν Καπότε, ο Τζέσσε Τζάκσον, η Μπέττυ Φρήνταν και ο Νόρμαν Μέιλερ. Κατά τον Μπάκλεϋ, το Firing Line ήταν “το μοναδικό τηλεοπτικό πρόγραμμα που δίνει σε προέδρους και ποιητές μία ολόκληρη ώρα για να αποκαλύψουν τον εαυτό τους”».[5]

*

*

Το στίγμα του πνευματικού ανοίγματος ο Μπάκλεϋ το έδωσε από το πρώτο ήδη επεισόδιο της εκπομπής του, την οποία εγκαινίασε με τον επιφανή σοσιαλιστή πάστορα και ειρηνιστή Νόρμαν Τόμας (1884-1968). Μέχρι τη λήξη της εκπομπής το 1999, ο Μπάκλεϋ δοκίμασε διάφορα φορμάτ, άλλοτε μόνο με τον ίδιο και τον καλεσμένο του, άλλοτε εισάγοντας στη συζήτηση έναν διαφωνούντα «εξεταστή», ως επί το πλείστον φιλελεύθερο, ο οποίος έθετε ερωτήματα στον καλεσμένο, άλλοτε εισάγοντας πάνελ σχολιαστών, ερωτήσεις από το κοινό κ.ά. Ταυτόχρονα, από το 1978 πλούτισε το πρόγραμμα του Firing Line με παρένθετες δημόσιες αντιπαραθέσεις τυπικά και σαφώς δομημένες, με εναρκτήριες και καταληκτήριες δηλώσεις να πλαισιώνουν τις κατ’ αντιπαράσταση τοποθετήσεις των –δύο ή παραπάνω– ομιλητών, αυτή τη φορά ενώπιον πολυπληθών ακροατηρίων.

Τα τυπικά επεισόδια του Firing Line δεν ήταν ακριβώς συνεντεύξεις αντιπαράθεσης. Επρόκειτο περισσότερο για ένα βήμα που έδινε ο Μπάκλεϋ σε «ενδιαφέροντες ανθρώπους», όπως τους χαρακτήριζε, προερχόμενους από όλο το φάσμα της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της εποχής του, προκειμένου να ξετυλίξουν με σαφήνεια τη σκέψη τους μπροστά στο ευάριθμο ζωντανό και πολυάριθμο τηλεοπτικό κοινό τους. Υπήρχαν στιγμές ειρωνείας, ωστόσο αυτές δεν σήμαιναν έλλειψη σεβασμού εκ μέρους του Μπάκλεϋ. Μάλλον επρόκειτο για μια πνευματώδη, παιγνιώδη ειρωνεία και, κυρίως, για μια ειρωνεία εκφρασμένη σε γλαφυρά αγγλικά, που έγινε αναμενόμενο και τυπικό συστατικό των εκπομπών του, ένα σήμα κατατεθέν του ρητορικού του στιλ. Όταν ο συνομιλητής ανταποκρίνεται σε αυτό το ιδιάζον κάλεσμα, στο «πείραγμα», κατά κάποιον τρόπο, νιώθει κανείς την προσοχή του κοινού να οξύνεται, εμφανώς «κεντρισμένη» από ένα σημαντικό γνώρισμα εκείνων των αντιπαραθέσεων που έχουν τη δύναμη να γεφυρώνουν αντί να διαιρούν: το γέλιο. Τέτοιες στιγμές μπορεί κανείς να απολαύσει, για παράδειγμα, στη συζήτηση του Μπάκλεϋ με τον αριστερό συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ στις 28 Μαΐου 1968:

N.M.: Στην πραγματικότητα, θα ήθελα να μιλήσω για τις Στρατιές της νύχτας.
Γ.Φ.Μπ.: Ναι, προσπαθώ να σας ρωτήσω περί αυτού.
Ν.Μ.: Που σχετίζεται αρκετά με τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελα ήταν να αποφύγω μια γενική φιλοσοφική συζήτηση, επειδή δεν νομίζω ότι μπορούμε να το κάνουμε μέσα σε μία ώρα και σκέφτηκα ότι αυτό θα μας έδινε κάτι για να συζητήσουμε. Και, επίσης, δεδομένου του απέραντου σεβασμού μου για την ευρυμάθειά σας και την ικανότητά σας να κακο-θυμάστε γεγονότα για τα οποία εγώ δεν άκουσα ποτέ [γελούν και οι δύο], ήθελα να έχω κάτι ως σημείο αναφοράς. Γι’ αυτό θέλω να συζητηθεί το βιβλίο.
Γ.Φ.Μπ.: Σίγουρα, ανυπομονώ πολύ να συζητήσουμε το βιβλίο σας. Το οποίο, παρεμπιπτόντως, πιστεύω ότι πρέπει να διαβάσουν όλοι, γιατί είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και ευχάριστο βιβλίο, αν είναι αυτή η κατάλληλη λέξη.
Ν.Μ.: Μακάρι κάποιος από τη δεξιά να έγραφε ένα βιβλίο που θα ήταν εξίσου καλό, επειδή αυτό θα βοηθούσε πολύ εμάς στην αριστερά. [το ακροατήριο γελά] Εγώ θέλησα να βοηθήσω τη δεξιά να καταλάβει την αριστερά.
Γ.Φ.Μπ.: [χαμογελώντας] Δεν θα το προσέχατε. [το ακροατήριο γελά]
Ν.Μ.: Όχι, θα το πρόσεχα. Το ξέρετε, αγαπώ τη λογοτεχνία.

Κύριο χαρακτηριστικό του λόγου αυτών των συζητήσεων είναι ότι, ως επί το πλείστον, ήταν απαλλαγμένος από εμπάθειες.[6] Ο σημερινός θεατής αντιλαμβάνεται αμέσως ότι πρόκειται για έναν λόγο που αρθρώνεται για να εκφράσει ή να πολεμήσει ιδέες, και όχι για να επιτεθεί προσωπικά στον εκφραστή τους με τα ad hominem «επιχειρήματα» που κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο σήμερα. Στα ντιμπέιτ οι θεατές είχαν την τύχη να παρακολουθούν μια ουσιαστική σύγκρουση ιδεών, ενώ στις συνεντεύξεις το ξετύλιγμα της σκέψης ανθρώπων που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σημάδευαν την πολιτική, κοινωνική, πολιτισμική και πνευματική ζωή της Αμερικής – και όχι μόνο. Στην καρέκλα απέναντι από εκείνη του συντηρητικού Μπάκλεϋ κάθισαν συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, φεμινίστριες, αντιφεμινίστριες, φιλόσοφοι, πρώην πρόεδροι ή πρωθυπουργοί κρατών και πολιτικοί ανά τον κόσμο (μεταξύ αυτών και ο Ανδρέας Παπανδρέου επί δικτατορίας[7]), ακτιβιστές πολιτικών δικαιωμάτων, ειρηνιστές, χίπηδες, μονάρχες και επαναστάτες, όλοι με τον απαραίτητο χρόνο για να εκθέσουν τις θέσεις και τις ιδέες τους. Μάλιστα, τον Μάιο του 1968 ο Γκίνσμπεργκ είχε την ελευθερία να αξιοποιήσει αυτόν τον χρόνο για να τραγουδήσει στο πλατό, παίζοντας το ινδικό του αρμόνιο, ολόκληρη τη σανσκριτική ψαλμωδία «Χάρε Κρίσνα».[8] («Κανείς δεν μου έχει επιτρέψει να τραγουδήσω στο πλατό» είπε μετά το τέλος της εκπομπής στον οικοδεσπότη του – «Καταλαβαίνω γιατί» του απάντησε ο Μπάκλεϋ.)

Ο Μπάκλεϋ, βέβαια, δεν είχε πέσει απ’ τον ουρανό. Οπωσδήποτε είχε ένα δικό του στιλ, ωστόσο το ήθος αυτού του είδους πολιτισμένου διαλόγου και αντιπαράθεσης δεν το εφηύρε ο ίδιος – συνιστούσε την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής του, η οποία φαίνεται ότι για αρκετά χρόνια συνέχισε να περιβάλλει τον ίδιο και το ακροατήριό του. Τα πανεπιστήμια συνέχιζαν τότε να διοργανώνουν δημόσιες αντιπαραθέσεις που διεξάγονταν «με σεβασμό»  –για να θυμηθούμε το σχόλιο του σύγχρονου θεατή στην αρχή του άρθρου–  τόσο μεταξύ των ομιλητών όσο και μεταξύ αυτών και του ακροατηρίου τους. Ακούγοντας τυχαία κάποιες από αυτές, νιώθει κανείς σήμερα κάποια ζήλια. Δεν υπάρχουν θέματα που απαγορεύεται να συζητηθούν. Οι εκπρόσωποι των αντίπαλων ιδεολογιών συνήθως διαθέτουν υψηλό γλωσσικό επίπεδο και συχνά και χιούμορ, ευφυώς καυστικό, ενώ δεν νιώθει κανείς, πουθενά, το άγχος της αυτολογοκρισίας και την ανησυχία του ομιλητή να «προσέχει πώς μιλάει». Η γλώσσα παραμένει το αυτονόητο όργανο επικοινωνίας που ήταν πάντα, και αυτό που έχει σημασία είναι η ίδια η ιδέα που επικοινωνείται, όχι οι «κρυφές προθέσεις» του ομιλητή, οι «λανθάνουσες» «εξουσιαστικές δομές» της γλώσσας, οι διάφοροι «δομικοί» ρατσισμοί κτλ. κτλ. κτλ. Από την οπτική γωνία της εποχής μας μοιάζει καταπληκτικό, αλλά αυτοί οι άνθρωποι, δεξιοί, αριστεροί, ακτιβιστές, συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα και να συζητούν μεταξύ τους. Εύλογη συνέπεια είναι ότι δεν υποτιμούν το κοινό τους, εγκαταλείποντας την πάλη των ιδεών για την υποκίνηση των παθών και του θυμικού του. Παρακολουθώντας τους κανείς σήμερα, νιώθει πως, παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές και δίπλα σε αυτές, κάτι υπάρχει, κάτι σπουδαίο, κάτι που όλοι το ιεραρχούν πρώτο και που έχει την ιδιότητα να τους ενώνει και να τους τοποθετεί στον ίδιο κόσμο. Μια κοινή κουλτούρα, η αίσθηση μιας κοινής μοίρας, μια αυτονόητη αγάπη για την πατρίδα τους και για την κοινωνία τους, παράλληλα μια έλξη για τον κόσμο των ιδεών. Ενδεικτικά, θα μπορούσε κανείς να ακούσει στο YouTube το ντιμπέιτ μεταξύ του σοσιαλιστή Νόρμαν Τόμας και του συντηρητικού, Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Μπάρρυ Γκολντγουότερ, εκ των πυλώνων του συντηρητικού κινήματος, το 1961 στο Πανεπιστήμιο της Αριζόνας.[9]

Η συμβολή του Μπάκλεϋ στην ενδυνάμωση, τη συνοχή και το πλάτεμα του αμερικανικού συντηρητικού κινήματος, του οποίου η κορύφωση ήρθε με την άνοδο του Ρόναλντ Ρήγκαν στην εξουσία, υπήρξε καταλυτική. Αλλά πέρα από αυτό, πρόσφερε και κάτι ευρύτερο, ευρύτερα, σε όλη την αμερικανική κοινωνία: τον εμπλουτισμό και την καλλιέργεια ενός γεφυροποιού δημόσιου διαλόγου. Περισσότερο κι από την τόνωση και αποσαφήνιση του αμερικανικού συντηρητισμού, αυτό που κινούσε τον Μπάκλεϋ ήταν η απαίτησή του να έχει η ίδια η ζωή «ενδιαφέρον». Όπως είπε ο ίδιος στο επετειακό επεισόδιο του εορτασμού των δέκα χρόνων από την έναρξη της εκπομπής, το 1976:

«Ο στόχος μας είναι να βρίσκουμε ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν. Μπορούν να το πουν στο Firing Line, χωρίς να πρέπει να υπερπηδούν εμπόδια κάθε λίγα λεπτά. Μπορούν να επιδοθούν στο ιδιαίτερο, δικό τους στιλ σκέψης και λόγου. […] Το Firing Line εμπνέεται από την αντίληψη ότι οι ενδιαφέροντες άνθρωποι μπορούν να είναι ενδιαφέροντες κατά τη διάρκεια μίας ώρας. Σε αυτό το επίπεδο, οι αποτυχίες ήταν πολύ λίγες. Αλλά και πάλι, για να παραθέσω την αισιόδοξη παρατήρηση του Χάρολντ Νίκολσον, 99 άνθρωποι στους 100 είναι ενδιαφέροντες, και ο εκατοστός είναι ενδιαφέρων επειδή αποτελεί την εξαίρεση».[10]

~.~

Τα χρόνια πέρασαν και ο Μπάκλεϋ, συμβαδίζοντας με τη μοίρα του κόσμου του και της αντίστοιχης περιρρέουσας ατμόσφαιράς του, άρχισε να γερνά. Ο ίδιος και οι άνθρωποι της γενιάς του, με πιο αργούς ρυθμούς ως περίπου τα τέλη της δεκαετίας του ’80-αρχές του ’90, και με αυξανόμενη ταχύτητα έκτοτε, άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε έναν καινούριο, ολοένα πιο παγκοσμιοποιημένο κόσμο και στο καινούριο, δικό του ήθος. Η έκπληξη που φαίνονται να νιώθουν αρκετοί από αυτούς, είτε συντηρητικοί είτε φιλελεύθεροι, ενώπιον αφενός της τεχνολογικής εξέλιξης και αφετέρου μιας άλλης πνευματικότητας και μιας άλλης πλέον πολιτικής –αυτής της παγκοσμιοποίησης–, θυμίζει κάποτε τα αντίστοιχα συναισθήματα σύγχρονων μεσηλίκων απέναντι στην ψηφιακή τεχνολογία και στο είδος του πολιτικού και πνευματικού ανθρώπου που καλλιεργεί αυτή σήμερα. Στο τελευταίο επεισόδιο του Firing Line, στις 14 Δεκεμβρίου 1999, ο Μπάκλεϋ περιστοιχίζεται από τους συνεργάτες του. Κάνουν μια αναδρομή στα 33 χρόνια της εκπομπής και κάθε συνεργάτης μιλά για τη δική του δουλειά και για τις νέες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει. Τη δεκαετία του ’60 ο Μπάκλεϋ πήγε κόντρα στο ρεύμα και χρησιμοποίησε το δικό του καινούριο τεχνολογικό μέσο, την τηλεόραση, με έναν αντισυμβατικό τρόπο, που συνίστατο στην παραχώρηση χρονικής διάρκειας στον λόγο και στη σκέψη. Γι’ αυτόν, ήταν πολύ σημαντικό τόσο ο ομιλητής όσο και ο ακροατής να διαθέτουν χρόνο και ηρεμία, ώστε με αναπόσπαστη προσοχή να μπορούν ο πρώτος να ξετυλίγει τη σκέψη του και ο δεύτερος να τον παρακολουθεί. Το 1999 όμως, οι συνεργάτες του έχουν να παλέψουν με μια πραγματικότητα που μοιάζει να τους επιβάλλει έναν καινούριο ακροατή και έναν καινούριο αναγνώστη, με τον οποίο οφείλουν να συμμορφωθούν. Όπως τονίζει ο πολιτικός αναλυτής Μάικλ Κίνσλεϋ στο τελευταίο επεισόδιο του Firing Line, όλα πρέπει να είναι σύντομα και να γίνονται γρήγορα:

«Η διάρκεια προσήλωσης της προσοχής μικραίνει. […] Τα δικά μου περιοδικά είναι στο διαδίκτυο, όπου η διάρκεια προσήλωσης είναι ακόμα πιο μικρή, και καθημερινά παλεύουμε με το ζήτημα “μπορείς να πεις οτιδήποτε σημαντικό εντός του εύρους προσοχής ενός τυπικού σέρφερ;”»[11]

Αλλά αυτό το πρόβλημα θα το αντιμετωπίσουν οι επόμενοι. Ο Μπάκλεϋ αποσύρεται από την τηλεόραση και παραιτείται από τη διεύθυνση του National Review, νιώθοντας ότι έχει ήδη κάνει αρκετά. Ογδόντα ετών πια –τρία χρόνια πριν από την εκδημία του το 2008–, όταν ο Τσάρλι Ρόουζ τον ρωτά αν θα ήθελε να είναι ξανά είκοσι χρονών, εκείνος απαντά: «Με τίποτα! Με έχει κουράσει η ζωή. Είμαι απολύτως προετοιμασμένος να πάψω να ζω».[12]

Ο ίδιος ο Τσάρλι Ρόουζ και ένας από τους νεότερους συνεργάτες του Μπάκλεϋ, από εκείνους που τον πλαισίωναν στο τελευταίο επεισόδιο του Firing Line, o Πήτερ Ρόμπινσον, είναι δύο από τα πρόσωπα που συνέχισαν και μετά από αυτόν την παράδοση των ποιοτικών εκπομπών συνεντεύξεων και αντιπαραθέσεων. Γεννημένοι το 1942 και το 1957 αντίστοιχα, βρέθηκαν και οι δύο να πατούν με το ένα πόδι στον 20ό και με το άλλο στον 21ο αιώνα.

 

Peter Robinson, Uncommon Knowledge,
και Charlie Rose, The Charlie Rose Show

To 1993 o Πήτερ Ρόμπινσον έλαβε τη θέση του ερευνητή στο Ινστιτούτο Χούβερ. Τρία χρόνια αργότερα και υπό την αιγίδα του ινστιτούτου επρόκειτο να ξεκινήσει τη δική του τηλεοπτική εκπομπή ντιμπέιτ και συνεντεύξεων, διάρκειας μισής ώρας, με τον τίτλο Uncommon Knowledge.[13] Τη σύλληψη της ιδέας για τη δημιουργία της εκπομπής την εξήγησε στους τηλεθεατές στο πρώτο της επεισόδιο, που μεταδόθηκε στις 18 Μαΐου 1996:

«Οι άνθρωποι που εργάζονται εδώ και αυτοί που μας επισκέπτονται είναι ειδικοί, εξειδικευμένοι στη δημόσια πολιτική, την εξωτερική και την εσωτερική. Είναι Δημοκρατικοί, Ρεπουμπλικανοί, ανεξάρτητοι, όλοι όμως μοιράζονται ένα διαρκές ενδιαφέρον για τις ιδέες που διαμορφώνουν τον τρόπο που κυβερνάται η χώρα μας και με τον οποίο εμείς, οι Αμερικανοί, ζούμε τη ζωή μας. […] Όταν έφτασα εδώ, έβλεπα ότι οι συζητήσεις που γίνονται στο Ινστιτούτο Χούβερ, συζητήσεις κατά το μεσημεριανό γεύμα και το δείπνο, ακόμα και στις σκάλες και στους διαδρόμους, διέφεραν από αυτές που όλοι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε τόσο πολλά τηλεοπτικά προγράμματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Αυτές οι συζητήσεις έβαζαν πρώτες τις ιδέες, δεύτερη την πολιτική. Θεωρήσαμε ότι θα ήταν καλή ιδέα να σας αφήσουμε να παρακολουθήσετε κάποιες από αυτές τις συζητήσεις».[14]

*

*

Μέχρι το 2008, το Uncommon Knowledge παρουσίαζε ντιμπέιτ ανάμεσα σε δύο ή τρεις καλεσμένους με αντίθετες ιδεολογικές απόψεις. Στη δική μας ιστορική συγκυρία, έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς, μεταξύ πολλών άλλων, το ντιμπέιτ με τίτλο «Η καλύτερη άμυνα: Προληπτικός πόλεμος», όπου οι καλεσμένοι του Ρόμπινσον συζητούν την αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας του 2002 της κυβέρνησης Μπους, αφού έχει γίνει η επέμβαση στο Ιράκ και έχει εκτελεστεί ο Σαντάμ Χουσεΐν.[15]

Από το 2008 η εκπομπή έλαβε τη μορφή εκτενών συνεντεύξεων με έναν έως τρεις καλεσμένους αλλά χωρίς το στοιχείο της αντιπαράθεσης, οι οποίες προβάλλονται πλέον διαδικτυακά στο ομώνυμο podcast. Tο Uncommon Knowledge αυτής της δεύτερης περιόδου δεν χαρακτηρίζεται από την ιδεολογική ποικιλία του Firing Line. Η ποιότητα των συνεντεύξεων όμως, το ιδιαίτερο βάρος των προσκεκλημένων του στον τομέα των πολιτικών και οικονομικών επιστημών, της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της πολιτικής κ.α., και το γεγονός ότι ως επί το πλείστον πρόκειται για αυτό που ο Μπάκλεϋ αποκαλούσε «ενδιαφέροντες ανθρώπους», καθιστά την εκπομπή όχι μόνο πολύτιμο δίαυλο γνωριμίας με την αμερικανική συντηρητική σκέψη, αλλά και αφετηρία για πολύ ευρύτερους προβληματισμούς, που κάποτε στρέφονται και προς πιο υπαρξιακές κατευθύνσεις.[16] Μέσα στα χρόνια, από το στρογγυλό τραπέζι των συνεντεύξεων του Πήτερ Ρόμπινσον έχουν περάσει ο Βρετανός συντηρητικός φιλόσοφος Ρότζερ Σκρούτον,[17] ο οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν, o πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρυ Κίσσιντζερ, ο Αφροαμερικανός οικονομολόγος Τόμας Σάουελ, οι ιστορικοί Νάιαλ Φέργκιουσον, Βίκτωρ Ντέιβις Χάνσον και Στήβεν Κότκιν, ο Βρετανός πολιτικός αναλυτής Ντάγκλας Μάρρεϋ, και πολλοί άλλοι, κορυφαίοι διανοούμενοι.

Ο αριθμός των προβολών των επεισοδίων του Uncommon Knowledge στο YouTube κυμαίνεται από εκατοντάδες χιλιάδες ως ένα, ενάμιση, δύο, κάποτε σχεδόν τρία εκατομμύρια ή και παραπάνω. Ανάμεσα στους καλεσμένους που συγκεντρώνουν τις περισσότερες θεάσεις (που μετρούν πάνω ή πολύ πάνω από το ένα εκατομμύριο) βρίσκονται ο Τόμας Σάουελ, ο Ρότζερ Σκρούτον, ο Στήβεν Κότκιν, ο Τζόρνταν Πήτερσον, ο Φέργκιουσον και ο Χάνσον. Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των θεάσεων τριών –τουλάχιστον– επεισοδίων, στα οποία ο οικοδεσπότης συνομιλεί με τον Μάρρεϋ, τον Χάνσον και τον Τζόρνταν Πήτερσον, που αγγίζουν τα 5.9 εκατομμύρια, 10,5 περίπου εκατομμύρια και 10,4 εκατομμύρια αντίστοιχα.[18] Αυτές οι συζητήσεις, όπως και κάθε άλλη του Uncommon Knowledge, διαρκούν περίπου μία ώρα, δεν διακόπτονται από διαφημίσεις, διεξάγονται με ήρεμο ύφος χωρίς περισπασμούς και κατά τη διάρκειά τους γίνονται διαρκείς αναφορές σε αποσπάσματα από βιβλία των προσκεκλημένων – με άλλα λόγια, η έμφαση δίνεται αποκλειστικά στον λόγο και στις ιδέες, δικαιώνοντας, κατά κάποιον τρόπο, τον Γουίλλιαμ Μπάκλεϋ, όταν τον Δεκέμβριο του 1999 παρέδιδε τη σκυτάλη του Firing Line στον 42χρονο, τότε, Πήτερ Ρόμπινσον.[19]

~.~

Η εκπομπή του φιλελεύθερου, διακεκριμένου δημοσιογράφου Τσάρλι Ρόουζ, The Charlie Rose Show, ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1991 και διακόπηκε το 2017, μετά από καταγγελίες πρώην συνεργατριών του Ρόουζ για «σεξουαλική παρενόχληση». Του αφαιρέθηκαν σχεδόν όλες οι διακρίσεις και τα βραβεία που του είχαν αποδοθεί μέσα στα χρόνια και απολύθηκε από τα τρία κανάλια στα οποία εργαζόταν (PBS, Bloomberg και CBS). Ο Τσάρλι Ρόουζ, αφού έμεινε ανενεργός για πέντε χρόνια, επέστρεψε τον Απρίλιο του 2022 στη δημόσια σφαίρα και στην οθόνη, αυτή τη φορά στη διαδικτυακή. Έπιασε το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει το 2017 και συνέχισε να κάνει αυτό για το οποίο το 1999 είχε τιμηθεί με την εισαγωγή του ονόματός του στο Hall of Fame της Δημοσιογραφίας στη Βόρεια Καρολίνα: να παίρνει συνεντεύξεις. Πλέον η εκπομπή του The Charlie Rose Conversations μεταδίδεται από το προσωπικό του κανάλι στο YouTube,[20] ενώ στο προσωπικό του σάιτ μπορεί κανείς να βρει αρχειοθετημένες και τις παλιές του συνεντεύξεις.[21]

Μια διαφορά του Τσάρλι Ρόουζ με τον Μπάκλεϋ και τον Ρόμπινσον είναι ότι o Ρόουζ δίνει μεγάλη βαρύτητα στον κόσμο του κινηματογράφου και της μουσικής σκηνής – σημαντικές προσωπικότητες όπως ο κριτικός κινηματογράφου Ρότζερ Ίμπερτ, οι ηθοποιοί Άντονυ Χόπκινς, Χάρρισον Φορντ, Ρόμπερτ Ντυβάλ, οι σκηνοθέτες Κουέντιν Ταραντίνο και Ντέιβιντ Λυντς, αλλά και σημαντικοί συνθέτες, τραγουδιστές κ.ά. έχουν καθίσει απέναντί του στο λιτό τραπέζι των συνεντεύξεων, μπροστά από το χαρακτηριστικό σκοτεινό του φόντο. Παράλληλα, έχει πάρει συνεντεύξεις από τον Χάρολντ Μπλουμ, τον Τζον Λε Καρρέ, τον Χάρολντ Πίντερ, τον Τζον Απντάικ, τον Άρθουρ Μίλλερ, τον Νόαμ Τσόμσκυ, τον Έντουαρντ Σαΐντ και τον Έντουαρντ Λιούις, τον Νάιαλ Φέργκιουσον, όπως και από εξέχοντες πολιτικούς ηγέτες, όπως ο Χένρυ Κίσσιντζερ, ο Μπαράκ Ομπάμα (έντεκα φορές), ο Μπασάρ αλ Άσαντ, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Τζαβάντ Ζαρίφ κ.ά.

*

 

*

Οι συνεντεύξεις του Ρόουζ διαρκούν από μισή μέχρι μιάμιση ώρα, δίνοντας την ευκαιρία στο ευρύ κοινό της εποχής του να έρθει σε επαφή με τη σκέψη και τον λόγο σημαντικών εκπροσώπων της τέχνης, της πολιτικής και της λογοτεχνίας. Ως επί το πλείστον είναι διαφωτιστικές και ο Ρόουζ μπορεί να αποσπά εκτενείς και σαφείς απαντήσεις από τους συνομιλητές του. Εδώ το στοιχείο της αντιπαράθεσης απουσιάζει σχεδόν τελείως, και δίνει τη θέση του σε ερωτήσεις που σκοπεύουν να πάνε σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βάθος και να καλύψουν με επάρκεια θέματα στα οποία ο Ρόουζ έχει ήδη διαλέξει να εστιάσει. Μεγάλο ενδιαφέρον, ειδικά στη δική μας ιστορική στιγμή, παρουσιάζουν οι συνεντεύξεις που πραγματοποίησε ο Ρόουζ για το Μεσανατολικό αφενός με τον Έντουαρντ Σαΐντ καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90[22] και αφετέρου με τον ιδεολογικό αντίπαλο του Σαΐντ, τον ιστορικό Μπέρναρντ Λιούις,[23] τη δεκαετία του 2000 – και, φυσικά, οι πολλές συνεντεύξεις του με τον Τζαβάντ Ζαρίφ μετά την 11η Σεπτεμβρίου .[24]

 

«Το χειρότερο με αυτό το podcast είναι ότι κρατάει μόνο 4 ώρες!»:
Lex Fridman, The Lex Fridman Podcast

Πίσω στο 1966, απορρίπτοντας την αποσπασματικότητα του τηλεοπτικού χρόνου και θεάματος, ο Μπάκλεϋ είχε στηρίξει την εκπομπή του στην αρχή ότι «οι ενδιαφέροντες άνθρωποι μπορούν να είναι ενδιαφέροντες κατά τη διάρκεια μίας ώρας». Σε αντίθεση με την κυρίαρχη τηλεοπτική ατμόσφαιρα του καιρού του, στη δική του εκπομπή η διάδραση ήταν ήρεμη και ο ίδιος έδινε τον περισσότερο δυνατό χρόνο στον συνομιλητή του. Φαίνεται ότι μια ανάλογη «συνταγή» εφαρμόζει σήμερα και ο 43χρονος podcaster Λεξ Φρίντμαν, απορρίπτοντας τη φιλοσοφία των σύντομων βίντεο-δολωμάτων (click baits) της διαδικτυακής, πλέον, ατμόσφαιρας της εποχής μας. O Φρίντμαν λειτουργεί ακολουθώντας –και προωθώντας– τη νέα, ολοένα αυξανόμενη τάση του λεγόμενου «αειθαλούς περιεχομένου» (evergreen content) μεγάλης διάρκειας (long form) για την παραγωγή podcast με σοβαρές, εις βάθος συζητήσεις. Όπως επισημαίνει η Jane Smith στο άρθρο της με τίτλο «Η επανεμφάνιση του εκτενούς περιεχομένου»:

«Σε μια εποχή που βομβαρδιζόμαστε με μια αδιάκοπη ροή πληροφοριών σε μέγεθος μπουκιάς, είναι συναρπαστικό να βλέπει κανείς μια επανεμφάνιση του εκτενούς περιεχομένου […] Τα podcasts έχουν γίνει κατ’ εξοχήν παράδειγμα αυτής της επανεμφάνισης. Πολλά podcasts πλέον παρουσιάζουν εις βάθος συζητήσεις που μπορούν να διαρκούν για μία ώρα ή περισσότερο. Αυτό το φορμάτ επιτρέπει σε οικοδεσπότες και καλεσμένους να διερευνούν ζητήματα με τρόπο που συχνά είναι αδύνατος σε πιο σύντομα φορμάτ. Οι ακροατές μπορούν να βυθιστούν σε διεξοδικές συζητήσεις, εμβαθύνοντας και αποκτώντας προοπτικές που πηγαίνουν πέρα από τις επιφανειακές αναλύσεις. Αυτό το εκτεταμένο φορμάτ δεν ανταποκρίνεται μόνο στην επιθυμία μας για βάθος, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει και μια αίσθηση οικειότητας και σύνδεσης. Η συζητητική φύση των podcasts τα κάνει να έχουν μια αίσθηση πιο προσωπική, σχεδόν σαν να γίνεται κανείς ωτακουστής μιας συναρπαστικής συζήτησης μεταξύ φίλων. Για πολλούς, η ενασχόληση αυτού του είδους είναι πολύ πιο ελκυστική από τις γρήγορες, συχνά επιφανειακές διαδικτυακές διαδράσεις στις οποίες έχουμε συνηθίσει». [25]

*

*

Η επιτυχία του Φρίντμαν είναι παραπάνω από εντυπωσιακή – όχι μόνο επειδή οι συνδρομητές του στο YouTube προσεγγίζουν τα 5 εκατομμύρια, αλλά και γιατί ο αριθμός των προβολών των συνεντεύξεών του συχνά είναι διπλάσιος, τριπλάσιος και, αν υπολογιστούν και οι άλλες πλατφόρμες, ακόμα μεγαλύτερος. Οι αριθμοί αυτοί δεν θα προκαλούσαν την ίδια εντύπωση αν το περιεχόμενο των εκπομπών του ήταν διαφορετικό – αν ήταν ψυχαγωγικό, επίκαιρο, θεαματικό, χιουμοριστικό, και σίγουρα πιο «ελαφρύ» και με μικρότερη απαίτηση για συγκέντρωση της προσοχής. Αλλά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Στα βίντεο τα οποία μας απασχολούν εδώ, ο Φρίντμαν εστιάζει στην τεχνητή νοημοσύνη και στη σχέση της με την ανθρώπινη φύση, στην ψηφιακή τεχνολογία, στην επιστήμη, στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ιστορία. Έχει πάρει συνεντεύξεις από τις σημαντικότερες, σήμερα, προσωπικότητες σε όλους αυτούς τους τομείς, μεταξύ πολλών άλλων ανθρώπων που ο Μπάκλεϋ θα χαρακτήριζε «ενδιαφέροντες». Μόνο στο YouTube, πάνω από εξίμισι εκατομμύρια άνθρωποι μέσα σε ενάμιση χρόνο έχουν παρακολουθήσει τη συζήτησή του με τον ιστορικό Γκρέγκορυ Αλντρέτε (Gregory Aldrete), που προσεγγίζει τις τέσσερις ώρες και έχει ως θέμα της την άνοδο και την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[26] Κάτω από το βίντεο, διαβάζει κανείς σχόλια όπως «Μόλις άκουσα δυο τύπους να μιλούν για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επί τέσσερις ώρες συνεχόμενα κι εύχομαι να μπορούσα να τους ακούω για άλλες τέσσερις» ή «Το χειρότερο με αυτό το podcast είναι ότι διαρκεί μόνο τέσσερις ώρες». Πρόκειται για σχεδόν τέσσερις ώρες αδιάκοπης, σοβαρής συζήτησης, με τους δύο συνομιλητές να κάθονται απέναντι ο ένας από τον άλλον, μπροστά από το μικρόφωνό του ο καθένας, και με τον Φρίντμαν κάθε τόσο να θέτει ερωτήματα ή να σχολιάζει τροφοδοτώντας τη ροή του λόγου του Αλντρέτε. Το μόνο που υπάρχει εκεί για να κρατήσει την προσοχή και το ενδιαφέρον των θεατών είναι ένας ήρεμος, ουσιαστικός λόγος, που ξετυλίγεται χωρίς να διακόπτεται από εντάσεις, αντιδικίες ή διαφημίσεις, και που ακριβώς γι’ αυτό προσελκύει το ενδιαφέρον εκατομμυρίων ανθρώπων. Φέρνει κανείς στον νου του όλες τις ανησυχίες, την αγωνία μάλλον, απέναντι στις ζοφερές ψυχικές και διανοητικές συνέπειες της διάσπασης της προσοχής που επιφέρουν οι τηλεοπτικές και ψηφιακές πρακτικές και  με τις οποίες έχουν ασχοληθεί τόσες γνωστικές, ψυχολογικές, κοινωνιολογικές μελέτες –  και, φυσικά, τόσο πολλά βιβλία αυτοβοήθειας. Τριάντα πέντε χρόνια πριν, το 1991, σε μια συνέντευξή του με τον Τσάρλι Ρόουζ, ο Νόρμαν Μέιλερ περιέγραφε τις τέτοιου είδους ανησυχίες του ως εξής:

«Αυτή τη στιγμή νιώθω κάποια θλίψη. Πιστεύω ότι από την αμερικανική ζωή κάτι καλό έχει εκλείψει. […] Θεωρώ αδιανόητο αυτό που κάνουν στα παιδιά οι διακοπές που γίνονται στην τηλεόραση. Ότι τα παιδιά μεγαλώνουν με την ιδέα πως ποτέ δεν θα πρέπει να σκέφτονται για πάνω από πέντε ή έξι λεπτά συνεχόμενα, εξαιτίας του ότι ακολουθούν διαφημίσεις. Η καταστροφή της συγκέντρωσης της προσοχής είναι ένα φρικτό πρόβλημα της τηλεόρασης».[27]

Κι όμως, όπως καταδεικνύει η σημερινή τάση του «εκτενούς περιεχομένου», πλέον το κοινό, και έχοντας περάσει και από πολύ χειρότερες διασπάσεις της προσοχής απ’ ό,τι αυτή που περιγράφει ο Μέιλερ το ’91, νιώθει οπτική και πνευματική κόπωση από τις πρακτικές της αποσπασματικότητας, της συντομίας, της έντασης, του διαρκούς scrolling – το φαινόμενο αποκαλείται «κόπωση της οθόνης» (screen fatigue). Η τάση του εκτενούς περιεχομένου ανταποκρίνεται ακριβώς στις ανάγκες που έχει δημιουργήσει αυτή η κόπωση και ο ψηφιακός κορεσμός.

Η αίσθηση της οικειότητας και η διεξοδική εμβάθυνση στα οποία αναφέρεται η Τζέην Σμίθ είναι χαρακτηριστικά και του Λεξ Φρίντμαν, οποιονδήποτε και αν έχει απέναντί του. Ως προς τις πολιτικές του αντιλήψεις εμφανίζεται ως ουδέτερος,  επιδιώκοντας να συνομιλεί με ανθρώπους από όλες τις πλευρές. Το ήρεμο και μη επικριτικό του ύφος, η απουσία κλίματος αντιπαράθεσης, η επιδίωξή του να προσφέρει κάθε φορά στον συνομιλητή του ένα περιβάλλον το οποίο θα του επιτρέψει να εκφραστεί με τους δικούς του όρους, η ανάδειξη πιο προσωπικών πτυχών του καλεσμένου του, όλα αυτά είναι στοιχεία που πλέον θεωρούνται τυπικά χαρακτηριστικά των συνεντεύξεων του Φρίντμαν. Ταυτόχρονα, έχουν γίνει και σημεία επίκρισης, κάποτε ιδιαίτερα έντονης, εναντίον του: ο Φρίντμαν έχει κατηγορηθεί ότι είναι «αντιδημοσιογραφικός», με την έννοια ότι επιτρέπει στους συνομιλητές του να μιλούν χωρίς να τους «ελέγχει». [28] Πρόκειται για την κατηγορία που οι περισσότεροι δημοσιογράφοι των παραδοσιακών ΜΜΕ απευθύνουν σταθερά στα σόσιαλ μίντια, ωστόσο η ανάδυση των podcasts και η συνειδητοποίηση της επιδραστικής τους δύναμης στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης μοιάζει να έχει σημάνει κάποιον επιπλέον συναγερμό στους δημοσιογραφικούς κύκλους – και σε όλους όσοι θεωρούν ότι οι πολίτες χρειάζονται την ηθική και ιδεολογική καθοδήγησή τους.

Φυσικά, ένας από τους λόγους για τον οποίο εκατομμύρια άνθρωποι στρέφονται προς τον ήρεμο λόγο των podcasts, όπως και του Λεξ Φρίντμαν, είναι ακριβώς ότι από αυτά απουσιάζουν οι «ιδεολογικοί καθοδηγητές» και η (αυτο)λογοκρισία[29] – και μάλιστα σε εφιαλτικό βαθμό για όσους την θεωρούν αναγκαία. Το κοινό του διαδικτύου φαίνεται ότι την απεχθάνεται. Σε αυξανόμενο βαθμό επιλέγει την άμεση, αδιαμεσολάβητη επαφή του με την ίδια την πηγή της πληροφορίας και της γνώσης,  απολαμβάνοντας τις διεξοδικές συζητήσεις που το ενδιαφέρουν. Και όταν του προσφέρονται τέτοιες συζητήσεις, είναι πρόθυμο να τους αφιερώσει πολλές από τις ώρες του.

Ο Φρίντμαν έσπασε το ρεκόρ διάρκειας των ίδιων του των συνεντεύξεων τον Αύγουστο του 2024, όταν κάλεσε στο στούντιό του τον Ίλον Μασκ για μια συζήτηση οκτώμισι ωρών γύρω από το έργο της Neuralink, της εταιρείας νευροτεχνολογίας του Μασκ, η οποία τότε είχε προβεί στην πρώτη εμφύτευση σε άνθρωπο εγκεφαλικών διεπαφών με υπολογιστή.[30] Ταυτόχρονα, σε εκείνη τη συνέντευξη ο Ίλον Μασκ συζήτησε τις προοπτικές που διανοίγει αυτή η τεχνολογία στη σχέση του ανθρώπου με την τεχνητή νοημοσύνη. Επαληθεύοντας μάλλον θεαματικά την τάση του εκτενούς περιεχομένου, μέχρι τώρα το συγκεκριμένο επεισόδιο έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον 4,5 εκατομμυρίων ανθρώπων μόνο στην πλατφόρμα του YouTube.

Πίσω από το δεύτερο μικρόφωνο του Λεξ Φρίντμαν έχουν καθίσει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου και ο Ισραηλινός ιστορικός Γιουβάλ Νώε Χαράρι, όπως και ο Παλαιστίνιος ακαδημαϊκός και ακτιβιστής Ομάρ Σουλεϊμάν, o Παλαιστίνιος συγγραφέας και ποιητής Μοχάμεντ Ελ-Κουρντ κ.ά. Έχουν καθίσει ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Μπέρνι Σάντερς και ο Δημοκρατικός βουλευτής της Καλιφόρνιας Ρο Κχάννα. Τον Ιανουάριο του 2025 ο ουκρανικής καταγωγής, γεννημένος στο Τατζικιστάν, Φρίντμαν ταξίδεψε στην Ουκρανία και πήρε συνέντευξη από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ενώ έχει εκφράσει την επιθυμία του να κάνει το ίδιο και με τον Βλάντιμιρ Πούτιν και να «συμβάλει στην ειρήνη». Άλλοι καλεσμένοι του περιλαμβάνουν τον Τζον Μερσχάιμερ, τους Αμερικανούς συντηρητικούς Μπεν Σαπίρο και Τάκερ Κάρλσον, όπως και τους αριστερούς Νόαμ Τσόμσκι, Έζρα Κλάιν κ.ά. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Χαβιέ Μιλέι και ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι συγκαταλέγονται επίσης στους καλεσμένους του, όπως και πολλοί νομπελίστες επιστήμονες, κυρίως φυσικοί. Ωστόσο, ένα τεράστιο κομμάτι της δημοφιλίας του Φρίντμαν οφείλεται στις συνεντεύξεις του με κορυφαίες προσωπικότητες του χώρου της ψηφιακής τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής. Εκτός από τον Ίλον Μασκ, στους καλεσμένους του περιλαμβάνονται ο CEO της OpenAI Σαμ Άλτμαν, o ιδρυτής του Facebook Μαρκ Ζούκεμπεργκ (από τον οποίο ο Φρίντμαν παίρνει συνέντευξη και μέσα στο περιβάλλον του Metaverse),[31] διάσημοι προγραμματιστές όπως ο Τζον Κάρμακ (πεντάωρη συνέντευξη),[32] ο προγραμματιστής influencer ThePrimeagen (Μάικ Πώλσον),[33] κ.ά. Μια πλήρη λίστα των επεισοδίων της εκπομπής μπορεί κανείς να βρει στη διεύθυνση https://lexlib.io/episode-list/, όπου δίνεται και κατάλογος ανά επεισόδιο των βιβλίων τα οποία αναφέρονται κάθε φορά στις εκπομπές του – χειρονομία αποκαλυπτική για το κοινό του, το οποίο σε μεγάλο βαθμό συνίσταται  από λάτρεις και επαγγελματίες της τεχνολογίας, ακαδημαϊκούς και ερευνητές, φοιτητές κ.ά.[34]

Στον τομέα της τεχνολογίας το podcast του Λεξ Φρίντμαν έρχεται παγκοσμίως πρώτο, σε διάφορες χώρες και πλατφόρμες.[35] Ωστόσο, οι καλεσμένοι του, όσο εξειδικευμένοι και αν είναι, ποτέ δεν μιλούν αυστηρά και μόνο με την ακατανόητη, για τους αμύητους, τεχνική τους γλώσσα (αν και, φυσικά, περνούν αρκετή ώρα/-ες κάνοντας ακριβώς αυτό), καθώς τον Φρίντμαν τον ενδιαφέρει η συσχέτιση της τεχνολογίας και με άλλες πτυχές της προσωπικότητάς τους: με τη γενικότερη θεώρηση που έχουν για τη ζωή, με τη φιλοσοφία τους, με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν (ακραίες, κάποιες φορές) και τον τρόπο με τον οποίο κατάφεραν να τις ξεπεράσουν και να γίνουν αυτοί που είναι σήμερα: ο Πήτερ Λέβελς, για παράδειγμα (levelsio – αυτοδίδακτος προγραμματιστής που έχει σχεδιάσει πάνω από 40 start ups, εκ των οποίων πολλές εξαιρετικά επιτυχημένες),[36] ή ο ThePrimeagen, που στα 17 του χρόνια, αντί να αυτοκτονήσει, πολέμησε τον εθισμό του στην πορνογραφία και ανακάλυψε για πρώτη φορά τον Θεό και τα μαθηματικά.[37]

~.~

«Μπορούμε να σταματήσουμε μια στιγμή και να εκτιμήσουμε το γεγονός ότι αυτό για εμάς είναι δωρεάν; Ευχαριστώ, Λεξ». Σε αυτό το σχόλιο, γραμμένο πριν από έναν χρόνο κάτω από τη συνέντευξη του Ίλον Μασκ για το Neuralink, έχουν προστεθεί άλλοι 4.300 θεατές πατώντας το κουμπί του «like». Αν σκεφτεί κάποιος τι ακριβώς είναι αυτό που εκτιμά ένα μεγάλο ποσοστό του κοινού του διαδικτύου –μακρές, ουσιαστικές συνεντεύξεις, αφιλτράριστες– και, εκ του αντιθέτου, τι είναι αυτά που δεν εκτιμά –την ιδεολογική καθοδήγηση, τη φτιαχτή γλώσσα της πολιτικής ορθότητας, το διαρκές σκρολάρισμα, τον βομβαρδισμό με ασύνδετες πληροφορίες–, ίσως ξαφνικά βρεθεί μπροστά στο αντίδοτο της πλατιά διαδεδομένης ψυχικής και διανοητικής κατήφειας που έχει προκαλέσει παγκοσμίως η διαρκής χρήση του διαδικτύου, των σόσιαλ μίντια και της εριστικότητάς τους.

///

[1] Hoover Institution, Uncommon Knowledge classic: The Sixties with Hitchens and William F. Buckley, https://www.youtube.com/watch?v=FIbdbrN9cwo&t=3s
[2] https://www.youtube.com/@HooverLibraryArchives/playlists
[3] https://time.com/4994310/1967-buckley-conservatism/
[4] Michael J. Lee, Creating Conservatism, Postwar Words that Made an American Movement, Michigan State University Press 2014, σ. 6.
[5] Civil Discourse – Highlights from Firing Line, https://histories.hoover.org/civil-discourse/
[6] Τρανταχτή εξαίρεση υπήρξε η μοναδική σχέση μίσους, ανεξήγητου και σχεδόν προσωπικού, του Μπάκλεϋ με τον Γκορ Βιντάλ, που έχει μείνει στην ιστορία των ντιμπέιτ μεταξύ δημόσιων διανοουμένων και το 2019 αποτέλεσε το θέμα του ντοκιμαντέρ «The Best of Enemies»: https://www.youtube.com/watch?v=zMI_SNrZRzQ. Βλ. και το άρθρο «Will Intellectual Combat Ever Top William Buckley vs. Gore Vidal? A New Documentary Suggests Not», https://nymag.com/intelligencer/2015/07/best-of-enemies-buckley-vidal.html
[7] Hoover Institution Library & Archives, Firing Line with William F. Buckley Jr.: The Greek Dilemma, YouTube, 20 Απριλίου 1972, https://www.youtube.com/watch?v=nNQrrTKSYSA
[8] Hoover Institution Library & Archives, Firing Line with William F. Buckley Jr.: The Avant Garde, YouTube, 7 Μαΐου 1968, https://www.youtube.com/watch?v=vBpoZBhvBa4
[9] Joseph Hewes, Socialism vs. Capitalism: Barry Goldwater vs. Norman Thomas – Debate – Nov. 1961, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=kGZ9iLlxnrI&list=PL2JPvUxxfII_vk12F_wKRW85hiKpM299r&index=4
[10] https://www.youtube.com/watch?v=wId-QXSRP4k&t=2376s
[11] Hoover Institution Library & Archives, Firing Line with William F. Buckley Jr.: The End of Firing Line: Part I, 14 Δεκ. 1999, https://www.youtube.com/watch?v=xZeUFbHnRiw&list=PL2JPvUxxfII_vk12F_wKRW85hiKpM299r&index=5
[12] Charlie Rose, An Appreciation of William F. Buckley, 28 Φεβρ. 2008, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=570gr40wgVc
[13] Για την πλήρη λίστα των επεισοδίων: https://www.hoover.org/publications/uncommon-knowledge
[14] Hoover Institution, Drug Decriminalization, Uncommon Knowledge (18.5.1996), https://www.youtube.com/watch?v=O850lWxim1c
[15] Hoover Institution, The Best Defense: Preventive War, 16 Σεπτ. 2008, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=4RLMfIxxd-A
[16] Ένα τέτοιο, πρόσφατο παράδειγμα, αποτελεί η συνέντευξή του με τον 53χρονο Ρεπουμπλικανό πρώην γερουσιαστή της Νεμπράσκα και πρώην πρόεδρο του Παν/μιου της Φλόριντα Μπεν Σας, ο οποίος, αντιμέτωπος με τον καρκίνο και πολύ κοντά στον θάνατο, μοιράζεται με τον Πήτερ Ρόμπινσον τις σκέψεις του γύρω από  την πολιτική και το νόημα της ζωής: Hoover Institution, Ben Sasse on Mortality, Meaning, and the Future of America, 17  Φεβρουαρίου 2026, https://www.youtube.com/watch?v=V8MO-i3CBZQ&t=3218s
[17] Hoover Institution, Sir Roger Scruton: How to Be a Conservative, 27 Φεβρ. 2017, https://www.youtube.com/watch?v=1eD9RDTl6tM&t=237s,
[18] Hoover Institution: The Death of Europe, with Douglas Murray, 3 Ιουνίου 2019 (https://www.youtube.com/watch?v=eQXHc-tJMXM), Victor Davis Hanson on “The Case For Trump”, 1 Απριλίου 2019 (https://www.youtube.com/watch?v=FEXL5USuDGI) και The Importance of Being Ethical, with Jordan Peterson, 20 Απριλίου 2022 (https://www.youtube.com/watch?v=DcA5TotAkhs).
[19] William F. Buckley Departs Firing Line: Recommends Peter Robinson as Successor, https://www.hoover.org/press-releases/william-f-buckley-departs-firing-line-recommends-peter-robinson-successor
[20] https://www.youtube.com/@charlierose
[21] https://charlierose.com/guests
[22] https://charlierose.com/search-results/?query=edward%20said
[23] https://charlierose.com/search-results/?query=Bernard%20lewisVWbdEYU&list=PL2JPvUxxfII_vk12F_wKRW85hiKpM299r&index=19
[24] https://charlierose.com/search-results/?query=zarif
[25] Jane Smith, The Resurgence of Long-Form Content: Why We’re Craving Depth in a World of Soundbites, https://medium.com/@janesmithwrites/the-resurgence-of-long-form-content-why-were-craving-depth-in-a-world-of-soundbites-e6f142c342d3. Βλ. και Laura Fisher, The soft power of podcasting: how long-form audio is reshaping discourse,  https://www.midiaresearch.com/blog/the-soft-power-of-podcasting-how-long-form-audio-is-reshaping-discourse.
[26] Lex Fridman, Gregory Aldrete: The Roman Empire – Rise and Fall of Ancient Rome | Lex Fridman Podcast #443, 12 Σεπ 2024, https://www.youtube.com/watch?v=DyoVVSggPjY&t=342s
[27] Documentary Videos, Charlie Rose A Conversation With Norman Mailer 1991 Documentary https://www.youtube.com/watch?v=GRfUFx5_lsQ
[28] Maddy Crowell, The Idiot – Lex Fridman’s expansive, compelling, anti-journalistic podcast style, https://www.cjr.org/feature/the-idiot-lex-fridman-podcast-musk-trump-modi-tesla.php
[29] «Unfettered and unfiltered. 75% of podcast listeners say they appreciate it when hosts are authentic and uncensored»: Deirdre Locksley, Podcast Listening Insights for 2025: What Podcasters Need to Know, https://blog.simplecast.com/podcast-listening-insights-for-2025-what-podcasters-need-to-know
[30] Σήμερα οι ασθενείς που ζουν με εμφυτεύματα της Neuralink είναι 12. Για την εμπειρία του πρώτου ασθενούς, βλ. https://timesofindia.indiatimes.com/technology/tech-news/first-human-patient-with-elon-musks-neuralink-brain-chip-noland-arbaugh-shares-100-days-update-says-100-days-in-and-i-already-cant-/articleshow/129743039.cms. Πριν από δύο περίπου εβδομάδες, η Κίνα ανακοίνωσε την έγκριση ενός δικού της, αντίστοιχου εγκεφαλικού εμφυτεύματος. Βλ. https://www.nature.com/articles/d41586-026-00849-6.
[31] Lex Fridman, Mark Zuckerberg: First Interview in the Metaverse | Lex Fridman Podcast #398, 28 Σεπ 2023, https://www.youtube.com/watch?v=MVYrJJNdrEg&t=275s
[32] Lex Fridman, John Carmack: Doom, Quake, VR, AGI, Programming, Video Games, and Rockets | Lex Fridman Podcast #309, 4 Αυγ. 2022, https://www.youtube.com/watch?v=I845O57ZSy4
[33] Lex Fridman, ThePrimeagen: Programming, AI, ADHD, Productivity, Addiction, and God | Lex Fridman Podcast #461, 22 Μαρ 2025, https://www.youtube.com/watch?v=tNZnLkRBYA8&t=1038s
[34] https://www.castmagic.io/creators/lex
[35] Βλ. π.χ. https://podscan.fm/podcasts/lex-fridman-podcast
[36]  Lex Fridman, Pieter Levels: Programming, Viral AI Startups, and Digital Nomad Life | Lex Fridman Podcast #440, 20 Αυγ 2024, YouTube, https://www.youtube.com/watch?v=oFtjKbXKqbg&t=1504s
[37] Lex Fridman, ThePrimeagen: Programming, AI, ADHD, Productivity, Addiction, and God | Lex Fridman Podcast #461, 22 Μαρ 2025, https://www.youtube.com/watch?v=tNZnLkRBYA8&t=1038s

*

*

*