Month: Μαρτίου 2026

Για τις σκοτωμένες μαθήτριες του Ιράν

*

Αν ήσασταν εδώ,
αν ήσασταν εδώ κάπου κοντά οι σκοτωμένες μου κυρούλες,
κάπου εδώ κοντά ώστε να φτάνει η βενζίνη μου για νά ’ρθω,
θα ’ρχόμουν και με μία πιστολιά
θα ξάπλωνα κι εγώ ανάμεσά σας, κοριτσάκια μου.

Γνώρισα για καλά την ανθρωπότητα.
Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους.
Ούτε την δόξα τους ποθώ, ούτε τα πλούτη τους,
ούτε τα λόγια τους κι αυτή τους τη σοφία
όπου μωρός σαρκάζει τον μωρό,
όπου ηλίθιος θαυμάζει τον ηλίθιο,
όπου κακός συγχαίρει τον κακό,
όπου ο γυμνός πεσμένος προσκυνά
άλλον γυμνό που πάνω στο πετσί του
έχει καρφώσει τίτλους κι αξιώματα.

Δεν θέλω πια να ζω ανάμεσά τους,
εν μέσω σάκων που γεμάτοι είναι σκύβαλα
–ω Τόμας Έλιοτ πόσο σ’ αγαπώ!–
όπου βραβεία δίνει ο εις στον άλλονε
ποίησης και ειρήνης, επιστήμης και παντοίων
κατορθωμάτων και ηρωισμών,
στραγγαλισμών, γδαρμών, σφαγών, βασανισμών…

Θέλω εκεί
μες στο σκοτάδι που σας έριξαν, νυφούλες μου,
μαζί σας να βρεθώ, μέσα στο έρεβος,
όπου κοιμούνται οι αθώοι και οι άγνωστοι
τον ύπνο των ανέγγιχτων στον άπατον αιώνα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Ο μαύρος λαγός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

«Ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.»
Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Δυο καφενεία υπήρχαν στο χωριό, των ψαράδων και των κυνηγών. Των ψαράδων το είχε ο Αρτέμης Καραμπίνης και των κυνηγών ο Νικόλας Ψαράς. Όποιος δεν γνώριζε, νόμιζε το σκηνικό για φάρσα. Είναι δυνατόν να λέγεται Αρτέμης Καραμπίνης ο καφετζής των ψαράδων; Άρτεμις η θεά του κυνηγίου και καραμπίνα το όπλο για το κυνήγι. Κι από την άλλη, να λέγεται Νικόλας Ψαράς ο καφετζής των κυνηγών; Αϊ-Νικόλας ο προστάτης των θαλασσινών και το ψάρι πάντα ψάρι, καμία σχέση με τους κυνηγούς.

Κι όμως, συμβαίνουν κάποτε κι αυτά. Και μάλιστα εντελώς τυχαία. Όσο τυχαία συμβαίνουν πολλά πράγματα στην ζωή, που εκ πρώτης όψεως φαίνονται προμελετημένα.

Ένα βράδυ, στο καφενείο του Ψαρά, έγινε συμβούλιο απ’ την κυνηγοπαρέα. Ετοίμαζαν αξέχαστη φάρσα στο νέο τους μέλος, τον Κώστα τον Καραούλη, πως τάχα μου είδαν τον μαύρο λαγό στα Άσπρα Λιθάρια. Ο θρύλος ήταν παμπάλαιος όσο και το ψέμα. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα –που κοκκίνιζαν τα κάστανα στα κάρβουνα και το ούζο θόλωνε στα ποτήρια– διηγιόνταν οι γεροντότεροι το παραμύθι τους, πως ντουφεκίστηκε ένας μαύρος λαγός απ’ τον Σπύρο Πάνο, πριν τον μεγάλο πόλεμο. Όποτε εμφανίζονταν το ζουλάπι, ερχόντανε κατόπι του και το κακό. Κολοκύθια με την ρίγανη δηλαδής.

Σε λίγο φάνηκε ο Καραούλης και τον φωνάξανε στην παρέα να τον κεράσουν. Εκεί του έσκασαν το μαντάτο για τον μαύρο λαγό. Τους κοίταξε καχύποπτα στην αρχή, μα βλέποντας απλωμένο στα πρόσωπά τους το δέος, άρχισε να «ψήνεται» κι εκείνος, μέχρι που κατακάηκε ολόκληρος. Σηκώθηκε, καληνύχτισε βιαστικά και τον κατάπιε η νύχτα. Αχάραγα θα κίναγε για τ’ Άσπρα Λιθάρια.

Μέρες βολόδερνε στις ερημιές χωρίς το ποθούμενο συναπάντημα. Η κάψα του μαύρου λαγού έβραζε το μυαλό του. Μόλις πήγαινε να σβήσει, κάποιος βρισκόντανε να την ξαναφουντώσει, πως ο μαύρος λαγός εθεάθη στο λιοστάσι του Ντόμερου, στο έμπα του παλιόρογγου της Βαγγελίστρας, πάνω απ’ του Φρειδερίκου τις αγραπιδιές, κάτω απ’ το κοντρί της Κουκουβάγιας. Έλειωσαν οι σόλες απ’ τις αρβύλες του, έβαλε άλλες. Ψώριασε το σκυλί του, αγόρασε νέο, μα ο λαγός άφαντος.

Τον πήραν πρέφα κι απ’ το καφενείο των ψαράδων και τον δούλευαν αναλόγως: πως είδαν τον λαγό στην Ψιλή Άμμο, λες και πήγαινε προς νερού του, πως τον κόζαραν στον Μικρό Γιαλό, στην Κορακόπετρα, στο Σουβλισμένο Χέλι, στου Διαόλου το Πάτημα. Μέχρι και στο Φαρμακονήσι –έναν ξερόβραχο καταμεσής του πελάγου, που πάνω του δεν φυτρώνει ούτε ραδίκι– τον είδαν, είπαν οι ψαράδες.

Μα και τα παιδιά του χωριού δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί. Πιάνονταν απ’ τα χέρια σε κύκλο και τραγούδαγαν εν χορώ το γνωστό ποιηματάκι, που έμαθαν στο σχολείο, σαν αντάμωναν τον Καραούλη: (περισσότερα…)