Από την Εδέμ στο Βασίλειο του Πολιτισμού

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ

Γιάννης Παρασκευόπουλος,
Ποιητική του Κήπου: Δοκίμιο
για τους περίφρακτους τόπους,
Ροπή, 2025

Ήδη τα περιεχόμενα του βιβλίου εξηγούν την μεθοδολογική επιλογή του συγγραφέα του σε ό,τι αφορά την έκθεση της γενεαλογίας του κήπου. Περιγράφοντας τον κήπο από την αρχή ως περίκλειστο χώρο, ως κομμάτι γης ανάμεσα σε μετακινούμενους κόσμους, με τρόπο πραγματιστικό, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος δηλώνει τους εποπτικούς όρους με τους οποίους προχωρεί την έρευνά του. Αυτοί είναι χωρικοί (μέσα-έξω), ηθικοί (καλό-κακό), τοπικοί (απέραντο-τοπικό) και τροπικοί (το χάος και η σαφήνεια του εδώ).

Ο άνθρωπος, ως χρονικό ον, βρίσκει τη θέση του αλλά και τη σχέση του με τα φυσικά στοιχεία, διαγράφοντας και αυτός, όπως και όλα τα φυσικά στοιχεία, πορεία κυκλική (γέννηση – θάνατος), ενώ χάρη σε μια αποκλειστική ιδιότητά του, τη συνειδητότητα, αποκτά και ρόλο αφηγητή που, λίγο ως πολύ, ενώ επιδιώκει και διεκδικεί μια ευέλικτη θέση μέσα και έξω από τον φυσικό χώρο, υπακούει εν τέλει στο γεγονός ότι είναι και ο ίδιος μέρος του φυσικού κόσμου.

Η κριτική του Παρασκευόπουλου ασκείται με λεπτότητα και ευαισθησία καθώς αντιτάσσει στη βαρβαρότητα την αισθητική. Το θρησκευτικό στοιχείο από την αρχή συμπαρατίθεται με τους μύθους και τους συμβολισμούς του. Τα θρησκευτικά κείμενα συνδέονται με μια φιλοσοφική αγωνία για την Αλήθεια με εντελώς φυσικό τρόπο: «η φύση αποκτά τον ρόλο μιας διόδου για τη γνώση του θείου» (σ. 92). Και παρακάτω στις σ. 93-94:

«η φύση είναι ο χώρος της Δημιουργίας. Είναι ο χώρος παραμονής των δημιουργημάτων που κινούνται ή βρίσκονται σε ακινησία εντός του. Τα κτιστά, εφόσον υπόκεινται στην εξουσία του ανθρώπου, μετεξελίσσονται σε σύμβολα κατανόησης της σχέσης του Δημιουργού με τον άνθρωπο… Μια διαρκής κίνηση προς τον φυσικό κόσμο θα είναι μια απόπειρα σχηματοποίησης του αόρατου…»

Φτάνοντας σε μία σύνθεση του φυσικού και μεταφυσικού, ή καλύτερα του εδώθεν και του εκείθεν, ο συγγραφέας τονίζει την προτεραιότητα του εδώ, καταλήγοντας στη σ. 95:

«Ο κήπος ξεπετάγεται ως ένας πνευματικός χώρος που αποπνέει τη λύτρωση της αιωνιότητας μέσα στον περατό χρόνο. Το παρόν θα νοείται εδώ και στο εξής ως μέρος ενός επίγειου χρόνου που θα κρύβει μέσα του το νόημα της ιστορίας»

Σε επόμενο κεφάλαιο, σε αντίθεση με τον θρησκευτικό μύθο, ο ελληνικός μύθος θέλει οι αποστάσεις θεών και ανθρώπων να εμφανίζονται από μικρότερες έως ελάχιστες. Από τον Άτλαντα που κράτα στα χέρια του τη γη, τον Ηρακλή που αναζητά τον θεϊκό κήπο και την Αθηνά που με γενναιοδωρία δεν κρατά εγωιστικά τα φρούτα της αθανασίας, ο Παρασκευόπουλος παραθέτει όλο τον πλούτο της μυθολογίας και της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας με αναφορές στους μεγάλους ποιητές, για να καταλήξει στη σ. 127 ότι:

«για περίπου πέντε αιώνες η τέχνη της κηποποιίας ανθεί και γίνεται από ελάσσονα και συμπληρωματική τέχνη ένας αυτεξούσιος τρόπος σκέψης που διεκδικεί αυτούσια χαρακτηριστικά, τα οποία επηρέασαν τους μεταγενέστερους κήπους της Αναγέννησης».

Ο ορισμός του κήπου ως πολιτισμικής αντίληψης της φύσης γίνεται κατά έναν τρόπο η πιο έγκυρη μαρτυρία της ιστορίας του ανθρώπου και έτσι η ιστορία με την γεωγραφία συμπορεύονται ως συνυπαίτιοι της κοινωνικοπολιτικής τους επίδρασης. Έτσι, μέσα από τον πλούτο των ορυκτών και των εκπληκτικών χρωμάτων τους, η γεωλογία και τα παράγωγά της αφυπνίζουν τις πιο μύχιες πτυχές της ανθρώπινης φύσης, που άλλοτε κατευθύνονται προς τις αισθητικές αξίες και την οδηγούν στην καλλιτεχνική δημιουργία, άλλοτε κατευθύνονται προς κυριαρχικές και εξουσιαστικές ροπές που δημιουργούν γεωπολιτικές αναταράξεις και αναδιατάξεις.

Σε ό,τι αφορά τις μορφές βλάστησης (δέντρα, καρπούς, άνθη, ρίζες, φυλλώματα) γίνεται άμεση αναφορά στις συμβολικές τους σημασίες, που ξεκινούν από τη μυθολογία και φτάνουν έως την πολιτική. Και εδώ χτίζεται ο πολιτικός λόγος του συγγραφέα σε συνάφεια με τις αντιεξουσιαστικές φιλοσοφικές του προτιμήσεις. Το κεφάλαιο «Φυτά μετανάστες» (σ. 226-233), γραμμένο μέσα σε πνεύμα κριτικής απέναντι στην χρήση του αποικιοκρατικού κήπου, ο οποίος δηλώνει «μια συμβολική σχέση εξουσίας ανάμεσα στον πολιτισμένο κατακτητή και την καθυποταγμένη φύση της άγριας αποικίας», απηχεί την φινέτσα και τη λεπτή ειρωνεία μιας σκέψης που έχει εμβαθύνει στο πνεύμα της σύγχρονης βιοπολιτικής.

Σε αυτήν την προοπτική ο Παρασκευόπουλος συνομιλεί κυρίως με τους μεταστρουκτουραλιστές φιλοσόφους και δηλώνει με πλήθος αναφορών την ιδιαίτερη την προτίμησή του στον Τζόρτζιο Αγκάμπεν, έναν άλλο καλλιεργητή της σκέψης των κήπων, ο οποίος ερευνώντας κι αυτός το μύθο του κήπου της Εδέμ (ως χώρο καθαρά φυσικής τάξης) παρακολουθεί την μεταμόρφωση και τον μετασχηματισμό του σε Βασίλειο, καθαρά πολιτιστικής και πολιτικής τάξης. Ταυτοχρόνως, σε απόλυτη συμφωνία με το έργο του Γκυ Ντεμπόρ, για τον οποίο ο πρώιμος βιομηχανικός καπιταλισμός μετατόπισε το επίκεντρο της ύπαρξης από το είναι στο έχειν, έτσι και η μεταβιομηχανική κουλτούρα έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους από το έχειν στο φαίνεσθαι, ο συγγραφέας ασκεί κριτική στη βιοπολιτική. Στην κατεύθυνση αυτή παρουσιάζει, πάντα διαχρονικά, όλη την κλίμακα του ευεργετικού ρόλου του κήπου, από χώρο θεραπευτικών βοτάνων έως χώρο ενατένισης. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον Νίτσε: «Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε μια μέρα τι λείπει από τις μεγάλες μας πόλεις: ήσυχα και ευρύχωρα μέρη για στοχασμό».

Απέναντι σε αυτό το έλλειμμα, ο συγγραφέας με το «Εν αρχή ην ο κήπος» διευκρινίζει ότι ο κήπος μάς διδάσκει έναν τρόπο ύπαρξης ή μάλλον καλύτερα είναι ο ίδιος ένας τέτοιος τρόπος. Η τροπικότητα του κήπου είναι το άνοιγμα του πολιτισμού στη φύση. Αυτό το άνοιγμα του πολιτισμού στη φύση μάς διδάσκει τη συνύπαρξη των φυσικών στοιχείων και των έμβιων όντων μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η κάθετη σχέση συναντά την οριζόντια και υποδηλώνει την δυνατότητα και μιας αντίστροφης κίνησης: από την Εδέμ στο Βασίλειο του Πολιτισμού και από το Βασίλειο του Πολιτισμού στον Κήπο. Το σχήμα αυτό ενώ υπακούει στο πνεύμα της αιώνιας επιστροφής δεν διαμεσολαβείται αναγκαστικά από μια παθητική νοσταλγία επιστροφής. Περισσότερο μας προτείνει ένα άνοιγμα, μιαν άλλη σχέση, αυτήν που ενισχύει τη συνύπαρξη του πολλαπλού και της ποικιλότητας, που είναι στην πραγματικότητα η πιο εύφορη και ζωογονητική προοπτική για την ανασύνδεση φύσης και πολιτισμού, κατά τα πρότυπα της φιλοσοφίας της διαφοράς.

Τέλος, με μια σειρά από απολαυστικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ζωγραφικής που ανθολογεί στο επίμετρο του βιβλίου, ο Παρασκευόπουλος μας δείχνει ότι ο κήπος, ήδη από τα πατερικά και ιερά κείμενα μέχρι τους συγγραφείς της γενιάς του, δεν είναι μόνο τόπος συνάντησης της φύσης και του πολιτισμού αλλά και τόπος συνάντησης κάθε μορφής τέχνης. Διαχρονικός περιηγητής των κήπων, ο συγγραφέας διαθέτει σύγχρονο βλέμμα και λόγο και έναν τρόπο που ρίχνει τον αναγνώστη κατ’ ευθείαν στα βαθιά νερά της φιλοσοφικής σκέψης.

*

*

*